20.9.15

Σε αντίστοιχο πνεύμα

Εκ-λογές

Μαίνονται οι εκλογές.

Δεν πήγα ακόμη να ψηφίσω. Η σκέψη του ότι πρέπει να ντυθώ, να περπατήσω ως το σχολείο και να ρίξω μία ψήφο που, ακόμη και να προσμετρηθεί, δε θα μετρήσει, με εξοντώνει.

Η τηλεόρασή μας δεν παίζει, έχει χαλάσει (κίνηση πολιτική - ποιος είπε ότι τα αντικείμενα δεν έχουν άποψη;), μα το ραδιόφωνο μας ενημερώνει για την προέλευση των υπουργών και αμελεί επιμελώς να αναφέρει την μη-προέλευση των πολιτών. Εκλογές-πασαρέλα. Ωραίο το ραδιόφωνο, μα η έγνοια μου είναι πώς θα δούμε τα αποτελέσματα το βράδυ δίχως τηλεόραση. Και αν, λόγω ζήτησης, η πίτσα μας θα φτάσει εγκαίρως. Πρωτίστως το δεύτερο.

Άλλωστε, μάλλον, αυτό είναι που μετράει περισσότερο -το ό,τι φάμε και ό,τι πιούμε. Αφού έχει καταλυθεί κάθε ιδεολογία, κι έχει καταστραφεί κάθε κατεύθυνση που θα μπορούσε κανείς να ακολουθήσει για να βρει μία σωτηρία - ή, έστω, μία ηρεμία.

Πού στέκεσαι; Πολιτικά, στον αέρα. Κοινωνικά, στο χείλος του γκρεμού.

Goodnight, and good luck.

18.5.15

*May the 18th be with you*

Έγραψε η Chloe (που έχει γίνει το ημερολόγιό μου και κάθε μέρα του Μαΐου μού υπενθυμίζει την αέναη αλλαγή των ημερών, την αστάθεια -την ανεπάρκεια;- των μονάδων μέτρησης του χρόνου).

Την περίμενα τη 18η του μήνα. Σήμερα έχω το τελευταίο μου exam. Πέρασε ο καιρός.

Ήπια τον καφέ μου στην ολλανδική μου κούπα, έφαγα κορν φλέικς, έβαψα τα νύχια μου, έβγαλα τα ρούχα που θα φορέσω, απέφυγα να απαντήσω στα μηνύματα που μου εύχονται good luck... κοινώς, είμαι έτοιμη.

Κι αδιάβαστη.

Το μυαλό μου είναι μια δεξαμενή, κι όλα όσα έχω μάθει κυλάνε προς τον πάτο. Για να τα ανασύρω χρειάζεται προσπάθεια, και δεν έχω τη δύναμη για να το επιχειρήσω. Νιώθω σαν ένα νοητικό ερείπιο, ένα νοερό ερείπιο.

Να πάρεις ομπρέλα βγαίνοντας, μου λέει η συγκάτοικός μου. Βρέχει. Πως θα μπορούσε να μη βρέχει;! Αντανακλά τη διάθεσή σου, μου λέει η συγκατοικός μου. Ίσως.

Οι αρχές και τα τέλη -τα τέλη εποχής- με ενθουσιάζουν και με παραλύουν. Τι θα κάνω αύριο; Μεθαύριο; Παραμεθαύριο;...

Οι θεατρικές παραστάσεις (ο αγαπημένος μου Τσέχοφ, η Σάρα Κέιν) περιμένουν. Το ίδιο κι η δουλειά που έχω κανονίσει για το καλοκαίρι. Το ίδιο κι οι διακοπές με τις ιντερνάσιοναλ φίλες μου στα νάσιοναλ νησιά. Το ίδιο κι η καινούρια αρχή.

Αυτός ο ενθουσιασμός των πάντων για το γύρισμα της σελίδας, με τρομάζει. Οι κενές σελίδες, πριν γεμίσουν, είναι ο χειρότερός μου εφιάλτης. Τι να γράψω στην κενή σελίδα; Πώς; Κι αν δεν κάνω ωραία γράμματα; Επιτρέπεται το σβηστικό;

Στέκομαι και κοιτάω τη σελίδα. Την κοιτάω και περιμένω να μου πει τι θέλει να γράψω. Κι όταν το παίρνω απόφαση ότι, πάλι, όπως πάντα, δε θα μου πει τίποτα, τότε μόνο διώχνω τους εφιάλτες και πιάνω το στυλό.

16.5.15

Post-mortem

Χτες, λοιπόν, ένιωσα ότι μπήκε η άνοιξη.

Και σήμερα τραγουδούσα Edith Piaf, περνώντας κάτω από το τούνελ, κι η φωνή μου αντηχούσε.

Κι ο ήλιος ζέσταινε τις σκέψεις μου και μού έκλεινε τα μάτια, για να βλέπω μέσα στο πηχτό σκοτάδι κάτω από το άπλετο φως ό,τι επιθυμώ!

Σαν τους τρελούς στο πανηγύρι των τρελών

Τρία ποτήρια κρασί κι ένα ουίσκι αργότερα, είχα έρθει στα συγκαλά μου. Το στομάχι μου δεν πονούσε πια, μα οι ενδόμυχες σκέψεις (που συνήθως παραμένουν καταχωνιασμένες) αναδύονταν.
Ίσως αυτά τα δύο πάνε παρέα.
Κάπως με κοιτούσες, κάπως σε κοιτούσα. Κάτι μου έλεγες, κάτι σου έλεγα. Άλλα λόγια. Έτσι μόνο αγαπιόμαστε. Διαφορετικά... ποιος ξέρει;! Είμαι άλλωστε -κι εγώ, όπως κι εσύ- σπάνιος τύπος προσωπικότητας - το είπε το τεστ. Το τεστ ξέρει, μα δε μας εξηγεί!
Κι ύστερα βγήκαμε από το μπαράκι και μας έπιασε το ψιλόβροχο στο δρόμο της επιστροφής. Το μυαλό σου κινούνταν με αστραπιαίους ρυθμούς, περνώντας άτακτα από το ένα θέμα στο άλλο, κι οι σκέψεις ειπώνονταν όλο και πιο άναρθρα, λεπτό το λεπτό.
Κι εγώ, πάντα, στα συγκαλά μου - τα μέσα, έξω. Τα πάνω, κάτω.
Κι ύστερα, βρεθήκαμε στα σκαλάκια. Πάνω στα καφετιά πλακάκια, νοτισμένα από τη βροχή... Μύριζε Βερολίνο.
Κι άρχισαν οι εξηγήσεις, οι επεξηγήσεις. Ζωγραφίσαμε αυτό το μέλλον που και οι δύο βλέπουμε (αμέ, προσβλέπουμε), που δε γίνεται ποτέ παρόν.

Ξέρεις κάτι; Ίσως και να σε ερωτεύτηκα ξανά, για μια στιγμή μονάχα, καθώς η βροχή έπεφτε απαλά, και τα μάτια σου έλαμπαν, και με στριφογύριζες χαμογελώντας έξω από το Kings Cross.

7.4.15

Μαργαρίτες

Το μόνο που θέλω είναι (να βλέπω) μαργαρίτες.
Μαργαρίτες σαν αυτές στην ετικέτα της κασέτας στο Κασετόφωνο.
Μαργαρίτες άσπρες, άσπρες σαν τη μισή γάτα του σπιτιού μας - του κήπου μας εν πάση περιπτώσει. 
Άσπρες όπως κι η πούδρα που έχω σκορπίσει στην κουζίνα για να σκοτώσω τα μυρμήγκια που μας επισκέφτηκαν χωρίς την άδειά μας.

Εγώ, μικρή δολοφόνος, κι οι τύψεις μου.

Κι εσύ μια απ'τα ίδια. Κι εσύ, μα και το φέισμπουκ σου. Και το σκάιπ σου. Και το γυμναστήριό σου, όπου δε γράφτηκα για να σε προφυλάξω - για να σε φυλάξω πριν. Πριν. (Πριν από τι;) Μετά. (Μετά από τι;) Εις αεί. Εις τον αιώνα τον άπαντα. Αμήν.

Έχω μια πληγή στον ουρανίσκο μου που με πονάει. Δεν ξέρω πως προκλήθηκε. Ελπίζω όμως σύντομα να γιάνει.

7.2.15

The ungodly, unlawful, unrighteous one

Ένα βήμα μπροστά κι τρία πίσω. Όσο πιο γενναίο, όσο πιο αποφασιστικό, όσο πιο ικανοποιητικό είναι το βήμα προς τα μπροστά, τόσο πιο μεγάλα είναι τα βήματα προς τα πίσω. Μία, δύο, τρεις δρασκελιές, με οδηγούν πίσω στην αρχή.

Φτιάχνω σενάρια. Ιστορίες φανταστικές, για αγρίους. Και, αφού τα φτιάξω, τα ντύσω και τα στολίσω, τα κοιτώ κι απογοητευμένη -μα κυρίως θυμωμένη- και τα πετώ στον κάδο των αχρήστων.

Επικαλούμαι τον Διόνυσο to banish my sorrow, γιατί είμαι πιστή του υπηρέτρια και πρώτη σέρνω το χορό και τις Βακχικές τελετουργίες, πρώτη ξεριζώνω τη σάρκα του Πενθέα για να παίξουν με αυτήν οι Μαινάδες, και πετώ τα εντόσθιά του και τρώω την καρδιά του. Κι ύστερα μιλώ, μιλώ σε κάθε γλώσσα, και ψέλνω ύμνους καταστροφής και πόνου. Γι'αυτό ελπίζω ότι θα έρθει ο Διόνυσος, the god whose sphere it is to put an end to cares, ότι θα έρθει και θα με λυτρώσει.

Μα αντί να έρχεται σε μένα, θέτει άλλους ως προτεραιότητα. Φεφέ, μου ψιθυρίζει, πολλές του Θείου οι μορφές. Με αγγίζει και λάμπω για λίγο, ολόχρυση σαν κι εκείνον, κι ολόλαμπρη κάνω ένα γενναίο, αποφασιστικό κι ικανοποιητικό βήμα προς τα μπροστά. Κι ύστερα πέφτει η χρυσή μου μάσκα, και για να την ξαναβρώ προχωρώ προς τα πίσω. Μία, δυο, τρεις δρασκελιές.

Απόσταση

Πάμε στις παραστάσεις με μια μέρα διαφορά.

31.1.15

Σκατοψυχία

Πρώτον, αυτή η λέξη είναι φοβερά εύηχη: μοναδικός συνδυασμός fricatives και plosives, συναρπαστικός.
Δεύτερον, σκέφτομαι αυτή τη λέξη εκατό φορές τη μέρα, μιλώντας με διαφορετικούς ανθρώπους περί εκλογών: πόση σκατοψυχία μπορεί να υπάρχει στον κόσμο;
Οι εν Ελλάδι φοβισμένοι, συγκρατημένα αισιόδοξοι.
Οι εκτός Ελλάδας αρνητικοί. Αρνητικοί! "Γιατί, εσύ τι θα ψήφιζες;", ρωτώ την Ε, που απαντά -απλάκωτη- "εννοείται Σαμαρά". Δηλαδή θα ψήφιζε τον οριστικό κι αμετάκλητο θάνατο της αξιοπρέπειας (τη δικαιοσύνη την ξεκάναμε καιρό τώρα, συλλογικά). "Δε μπορώ καν να σκέφτομαι ότι είμαι από χώρα με αριστερή κυβέρνηση", δηλώνει η άλλη Ε. σοκαρισμένη.
Σκατοψυχία! Από το όμορφό μας Λονδίνο, την ασφάλεια των έφιππων αστυνομικών, τις θηριώδεις πολυκατοικίες στα πέριξ του Σίτυ, μακριά από τα υποβαθμισμένα προάστεια, το συντηρητικό μας global πανεπιστήμιο, τις φιλοσοφικής φύσης σχολές μας, τις ελιτίστικες θεατρικές μας παραστάσεις, την ανάγκη μας να κάνουμε εθελοντισμό για βάλουμε τη δραστηριότητα στο CV μας, μιλάμε. Έχουμε το θράσος και μιλάμε. Έχουμε το θράσος να ψηφίζουμε Σαμαρά.
"Ε., γιατί είσαι στην Αγγλία;", ρωτώ την πρώτη Ε, κι εκείνη απαντά -απλάκωτη, αλήθεια!- "γιατί τα Ελληνικά πανεπιστήμια είναι σκατά". Ε, μήπως ήρθε η ώρα να κάνουμε κάτι για να αλλάξουμε τα πράματα; Μήπως αυτό το κάτι είναι διαφορετικό από το μαζοχιστικό ξεπούλημα της χώρας μας και των εαυτών μας; Μήπως είναι επίσης κάτι διαφορετικό κι από την πουλημένη μετριοπάθεια των αναξιόπιστων κερδοσκόπων που ξεφυτρώνουν πάντα σαν τα μανιτάρια; Μη σκέφτεστε! Νιώστε! Προσπαθήστε, γαμώτο, να σκεφτείτε αυτούς που έχετε αφήσει πίσω - όχι απαραίτητα τους δικούς σας, αλλά κι αυτούς που είναι δικοί σας κι ας μην τους ξέρετε. Όχι από αλτρουισμό, αλλά από την περηφάνια που θα μπορούσατε να νιώθετε λέγοντας "σπουδάζω στην Αγγλία γιατί το θέλω, παρόλο που τα Ελληνικά πανεπιστήμια είναι πολύ καλά" (πάντα ζήλευα τον τρόπο που Όττο μου μιλά για τη Φιλανδία του).
Προσπαθείστε, λοιπόν, κι εσείς να νιώσετε την αλλαγή. Ή τουλάχιστον, πριν αρχίσετε να σκοπάτε τρομαχτικές, τρομοκρατικές ιδέες στους ξένους μας φίλους και γνωστούς, αφήστε εμάς (που καθόλου καλύτεροι από εσάς δεν είμαστε) να χαρούμε.
Ορίστε κι ένα ωραίο, ή τουλάχιστον αντιπροσωπευτικό, που ανέβασε ένας φίλος:
http://picasonidis.blogspot.gr/2015/01/blog-post_91.html?spref=fb

19.1.15

Obligatory control

Κάπου ανάμεσα στη θεωρία του Hornstein, ο οποίος δε μπορεί καν να ακούει PRO - τον πιάνουν τα νεύρα του, και των ήχων που ξεφυτρώνουν από τα ακουστικά μου, θέλω να πω πολύ, ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΔΥΝΑΤΑ:

Σε έχει αντικαταστήσει η εκπομπή Globalista.

17.1.15

Σειρήνες

Ποτέ δε μου άρεσε η Οδύσσεια. Ποτέ! Πάντα προτιμούσα την Ιλιάδα, με τους ήρωές της και τους πολέμους της, που έχει -αν μη τι άλλο- πραγματικό σασπένς κι ατόφια τραγωδία. Όχι σαν την Οδύσσεια, με κύριο θέμα τους άθλους ενός υπερ-ανθρώπου και παρα-θέμα την υποτιθέμενη πίστη της γυναίκας του. Δε θα μπω σε Ατγουντιανές συζητήσεις περί αβασιμότητας της πίστης των αναγνωστών στην πίστη της Πηνελόπης. Μα θα μπω στο ψητό.

Πέρσι έπαιζα την Πηνελόπη.

Φέτος παίζω τον Οδυσσέα.

Θετικό, θα έλεγε κανείς. Βέβαια! Έλαβα πρωταγωνιστικό ρόλο στη ζωή μου. Λαμπρό κατόρθωμα! Πέρα από αυτό, όμως, θα έλεγε κανείς, δες! Έχεις τόσους άθλους να περάσεις! Και, μάλιστα, πρέπει να τους περάσεις μόνη! Μόνος του κι ο Οδυσσέας (με μία χείρα βοηθείας θεϊκή κατά τόπους) δεν κατάφερνε με χίλιους τρόπους να βγει από τους άθλους νικητής; Ναι. Έχεις δίκιο, Κανένα. Μα τι βάσανα που πέρασε ο Οδυσσέας!... Να είναι δεμένος στο κατάρτι και να πρέπει να ακούει τις σειρήνες; Να τις ακούει (γιατί το βουλοκέρι δεν κάνει ουσιαστική δουλειά, ας μη διατηρούμε αυταπάτες), και να μην πρέπει να τις ακούει. Να τις ακούει και να θέλει να τις ακούει. Να τις ακούει και να μη θέλει να τις ακούει. Έι, Οδυσσέα! Αποφάσισε! Τι κι αν του φωνάζουν οι σύντροφοί του, τι κι αν του φωνάζει η Αθηνά από τα ουράνια, ενώ κατεβάζει μονορούφι ένα βαρέλι νέκταρ... Ο Οδυσσέας είναι δεμένος στο κατάρτι. Ο Οδυσσέας ακούει τις σειρήνες. Δεν πρέπει. Θέλει. Δε θέλει.

Κι εγώ -που έλαβα πρωταγωνιστικό ρόλο στη ζωή μου- τι κάνω τώρα; Τι ακούω και τι αγνοώ; Τι θέλω και τι δε θέλω; Γιατί φιλοσοφώ ενώ το στομάχι μου καίει, και τα μάτια μου τσούζουν και το μυαλό μου είναι βαρύ σα μέταλλο, σαν άχρηστο μέταλλο;

Και γιατί να είμαι εγώ ο Οδυσσέας; Ποιος μου έδωσε το ρόλο και με ποια αιτιολογία; Πως να βεβαιωθώ ότι δεν έγινε μέγα λάθος -δραματικό- στο κάστινγκ; Πως θα σωθώ από τις Σειρήνες και γιατί, γιατί να μην είμαι κι εγώ μία από αυτές; Να μη με νοιάζουν τα πρέπει και τα αμφίθημα θέλω, μα να έχω στόχο καθαρό και κίλερ ίνστινκτ. 

Μία σειρήνα θέλω να παίζω.

Σαν τα ασθενοφόρα και τα περιπολικά που κάνουν το Λονδίνο πόλη.

12.1.15

Αντί-Λόγου

Αντί να κάνω τις πρέπουσες εργασίες μου, καθισμένη στις σκάλες (μου αρέσει πολύ να κάθομαι σε σκάλες ή πεζούλια!) μπροστά από το δωμάτιο 106 του τμήματος Αρχαίων Ελληνικών και Λατινικών Σπουδών, σκέφτομαι. (I ponder, τέλος πάντων.) Σκέφτομαι, γιατί άραγε, ενώ λέμε 'τα λόγια' δε μπορούμε να πούμε κάτι σαν 'το λόγι' (πια); Και τώρα, δηλαδή, ποιος είναι ο σωστός ενικός της λέξης; Κι αν είναι 'ο λόγος', του οποίου ο πληθυντικός είναι 'οι λόγοι' -εκείνοι οι ασυνάρτητοι των φιλοσόφων, οι ανούσιοι των πολιτικών κι οι χρονοβόροι των ηλιθίων- τότε δεν υπάρχει μία σύγκρουση; Εκτός κι αν (ξανασκέφτομαι), δεν είναι 'ο λόγος' ο ενικός, αλλά 'ο Λόγος'. Οπότε, μιλάει κανείς για 'το Λόγο' των Μεγάλων μα -αντίστοιχα- και για τα πολλά λόγια, που όπως όλοι ξέρουμε, είναι φτώχεια.

Μέσα στο δωμάτιο 106 κάνουν Λατινικά. Η καθηγήτρια έχει χωρίσει τους μαθητές σε ομάδες για να κάνουν μεταφράσεις, μα κανείς τους (σαν εμένα) δε χάνει το χρόνο του Λατινιστί. Η πλειοψηφία μιλά περί ανέμων κι υδάτων και από το δωμάτιο αναδύεται ένα σουσούρο, γέλια και ψίθυροι.

Εντωμεταξύ, αφήνω τις σκέψεις στην άκρη και κοιτώ τις εργασίες. 17 Φλεβάρη, λέει, να αποστείλουμε ένα πόστερ. Μα 16 Φλεβάρη, κυρία, έχω κι άλλη εργασία!... 20, η προθεσμία για να στείλουμε τα abstract μας σε ένα συνέδριο, 24 σε ένα άλλο. Α, μέχρι τις 20 να υπάρχει, παρακαλώ κι ένα προσχέδιο της πτυχιακής! Μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι και φουντώνει ο πανικός. Ανοιγοκλείνουν γύρω μου οι πόρτες (όχι του δωματίου 106, εκεί, μόνο, το μάθημα συνεχίζεται), μπαινοβγαίνουν άνθρωποι. Η πρόβα μου αργεί ακόμα, μπορώ να διαβάσω πέντε σελιδούλες ενός άρθρου, βέβαια. Μα που; Εγώ, το βλέπετε, αντί να κάνω τις πρέπουσες αμέτρητες ατέλειωτες εργασίες μου, κάθομαι και σκέφτομαι, σκέφτομαι και γράφω.

8.1.15

Νίκη/οι παντού

Με ρώτησε ο Νικ (με βλέπει κάθε μέρα καθισμένη στην ίδια πολυθρόνα, στο ίδιο τραπεζάκι), πάλι διαβάζεις; Όχι, του απάντησα. Σήμερα κάνω πολιτικό ακτιβισμό.

Το Νικητήριο σχόλιο

Σίγουρα αν διάβαζε το προηγούμενο ποστ, η Νίκη θα έλεγε ότι κι η καρδιά μου να ψηλώνει γίνεται, κι ο νους μου επίσης, αλλά εγώ η ίδια δεν ψηλώνω ούτε σπιθαμή.

Cloud jogging

Όταν εμφανίζεται ο ήλιος πίσω από τα σύννεφα, η καρδιά μου ψηλώνει.

Και λίγο, λίγο μόνο, ο νους μου.

7.1.15

Μυστικό

Το fire alarm με κατατρόμαξε.

Αλλά ούτε το μπουφάν μου φόρεσα, ούτε την εργασία μου έκανα save.

3.1.15

F l o a t i n g Points

Μου λείπεις. Μου λείπεις πολύ. Μου λείπεις τόσο πολύ που κάθομαι και κλαίω, σαν μωρό, όχι μπροστά από τον καθρέφτη όπως έκανα μικρή, αλλά πάνω στο ντιβάνι.

Δε μου λείπεις εσύ. Μου λείπει ο παλιός εαυτός σου. Δηλαδή ο τωρινός εαυτός σου, που νόμισα ότι πάλιωσε, που με έκανες να νομίσω ότι πάλιωσε. Όμως, δεν είχε παλιώσει. Απλώς είχε κρυφτεί. Εκεί είναι, πίσω από τη σοβαροφάνεια. Τώρα τον βλέπω. Έκανα λάθος.
Ήθελα να κάνω λάθος. Ήθελες να κάνω λάθος.
Τώρα βλέπω πιο καθαρά. Βλέπω τον εαυτό σου -τον παλιό, τον τωρινό-, βλέπω εσένα, βλέπω εμένα. Δεν κλαίω για δω πως κλαίω, αλλά γιατί θέλω, γιατί πρέπει, γιατί μπορώ. Αλήθεια, μπορώ να κλαίω και να κυλούν οι ώρες αναλογικά με τα δάκρυα. (Με κοροϊδεύουν καλοπροαίρετα οι φίλοι).

Ευτυχώς δε διαβάζεις το μπλογκ. Ποτέ δεν το διάβαζες, ούτε θα το διαβάσεις. Ήταν πάντοτε δικό μου. Όπως κι η γλώσσα μου. Όπως και το μυαλό μου.

Είναι αυτό μία παρηγοριά.

Μία σκηνή δίχως λύτρωση. Μία επιθυμία που έγινε πραγματικότητα. Ένα σκοτεινό παραμύθι χωρίς ιππότες, ή με ιππότες τερατουργήματα, σαν τα άλογα στον πίνακα που βρίσκεται στα δεξιά μου, που φαγώνονται μεταξύ τους σ'ένα πορτοκαλί φόντο.
Μέσα στο φόβο, δεν υπάρχει λύτρωση.

Κι ενώ ο κλοιός στενεύει κι ο περίγυρος γίνεται ασφυκτικός γιατί με περικυκλώνει και με σφίγγει, με σφίγγει και δε με αφήνει να αναπνεύσω με την ησυχία μου, όπως ξέρω (γιατί όλοι ξέρουμε), το μόνο που θέλω, αλήθεια, είναι να σου πω -και στο λέω από εδώ, επειδή δε θα ρίξεις ποτέ σου μια ματιά σ'αυτές τις αράδες- ένα συγγνώμη, κι ένα ευχαριστώ.

Μα να μπορούσε να πάψει να σφίγγει ο περίγυρός μου, πριν με κάνει να σκάσω, πριν μου απαγορεύσει να μουρμουρίζω στον εαυτό μου ότι το μόνο που θέλω, αλήθεια, είναι να είμαι (μόνη, εγώ) ικανοποιημένη.

La nuit est sonore. Περιμένω την έκρηξη.