27.12.14

Η μέρα που κόλλησα στο πεζοδρόμιο

26/12. Περπατούσα στο δρόμο αρκετά περιποιημένη. Δηλαδή βαμμένη. Φορώντας τα γνωστά μου μαύρα μποτάκια. Μόλις είχα βγει από το σπίτι και βάδιζα σε γνωστά, πασίγνωστα μονοπάτια, χωρίς ιδιαίτερη προσοχή. Έφτανα κοντά στο φανάρι κι αποφάσισα να επιταχύνω το βήμα μου. Μπορεί να προλάβαινα το πράσινο φανάρι! Με το ένα, με το δύο...
Ωπ.
"Τι συμβαίνει;", σκέφτηκα. Τα πόδια μου είχαν κολλήσει στο πεζοδρόμιο. Όση δύναμη και να έβαζα, τα μαύρα μποτάκια είχαν γίνει ένα με τις βρώμικες, ξεχαρβαλωμένες πλάκες και δεν έκαναν ρούπι. Προσπαθούσα να εστιάσω την προσοχή μου στο ένα πόδι, έι-ωπ, κι ύστερα στο άλλο, έι-ωπ, μήπως και καταφέρω να ελευθερωθώ. Τίποτα. Η ώρα ήταν 8 παρά 5 κι οι φίλες μου, πιο περιποιημένες από εμένα, όπως πάντα, θα περίμεναν στο Ρολόι. (Το μέρος του ραντεβού ήταν μία έμμονη υπενθύμιση της πιθανής αργοπορίας μου.) "Ας συγκεντρωθώ", σκέφτηκα. Δεν ήξερα τι να κάνω. Πάνω σε τι να είχα κολλήσει; Δε μπορούσα να διακρίνω τίποτα.
Τότε πέρασε ένας περαστικός. Ένας κύριος ετών 60, με έναν αστείο σκούφο και γυαλιά. "Συγγνώμη", είπα, "θα μπορούσατε να με βοηθήσετε;". Με κοίταξε. Κι αμέσως κατάλαβε ποιο ήταν το πρόβλημά μου. Ξεκίνησε να περπατά γύρω μου και χίλιες σκέψεις έσκιζαν το μυαλό του κάθε κλάσμα του δευτερολέπτου. Σταμάτησε μπροστά μου και μου είπε: "είναι απλό, πρέπει να βγάλεις τα παπούτσια σου".
Τον κοίταξα, βουβή. Κάτι μου έλεγε ότι αυτή η λύση είχε προοπτικές. Με λίγο κόπο, κρατώντας τον από τον ώμο, κατάφερα να βγάλω το ένα παπούτσι, τσουπ, κι ύστερα το άλλο, τσουπ. Πατούσα στο ίδιο πεζοδρόμιο όπου είχα κολλήσει, μα ήμουν ελεύθερη να περπατήσω και να τρέξω, μέχρι και να χοροπηδήσω! Τον ευχαρίστησα και, ξυπόλυτη, φορώντας μόνο τις πορτοκαλί μου κάλτσες, έφτασα στο Ρολόι, στην ώρα μου.

3.12.14

Madness

- Δεσποινίς, γιατί σκοτώσατε τον κύριο;
- Κύριε Δικαστά, δε φταίω. Η μέρα μου ήταν γεμάτη αποχωρισμούς κι έπρεπε να εκτονωθώ.
- Μα, δεσποινίς, δεν είναι δυνατόν να σκοτώνετε κάποιον επειδή έπρεπε να εκτονωθείτε.
- Μα, κύριε Δικαστά, τι άλλο θα μπορούσα να κάνω; Τίποτε, σας το εγγυώμαι, δε θα μου έφερνε την ίδια εκτόνωση. Πιστεύετε ότι δεν προσπάθησα να σκαρφιστώ άλλους τρόπους; Λοιπόν, βεβαίως προσπάθησα. Όμως μετά από πολλή σκέψη, κατέληξα στο ότι δεν υπάρχει τίποτε πιο αποτελεσματικό. Σας το συστήνω ανεπιφύλακτα!
- Δεσποινίς, τι πράματα είναι αυτά που λέτε! Πως τολμάτε!... Και πραγματικά αδυνατώ να καταλάβω το συλλογισμό σας. Μάλλον δεν αντιλαμβάνεστε τη σημασία της πράξης σας. Ναι, αυτό πρέπει να συμβαίνει. Διαφορετικά είμαι σίγουρος ότι δε θα κρατούσατε αυτή τη στάση.
- Κύριε Δικαστά, εκπλήσσομαι. Τι κακό έχει η στάση μου; Σας λέω, ήταν η καλύτερη λύση. Τι, θα θέλατε να βάλω καμιά βόμβα; Τόσοι νεκροί, θα ήταν κρίμα. Μα ένας και μοναδικός, δε βλάπτει. Κανονικά θα έπρεπε να μου στήσουν άγαλμα στην πλατεία για το λειτούργημα που διέπραξα. Μάλιστα!
- Δεσποινίς, θέλετε να με κάνετε έξω φρενών; Όχι μόνο παραδέχεστε το φόνο... Αχ, εσείς έχετε ξεπεράσει κάθε όριο. Θέλετε να μου πείτε ότι κάνατε κάτι αξιέπενο; Το να αφαιρέσετε τη ζωή ενός ανθρώπου ήταν η αξιέπενή σας πράξη; Τι να πω, ο κόσμος έχει τρελαθεί.
- Αχ, δε με εννοείτε. Τι σημαίνει 'ο κόσμος έχει τρελαθεί'; Τι είναι τρέλα; Θα σας πω. Τρέλα είναι να βγαίνεις έξω το χειμώνα φορώντας σανδάλια. Αυτό μάλιστα. Αλλά όχι να σκοτώνεις κάποιον που πρέπει να πεθάνει. Αυτό, αυτό είναι άλλο! Είναι νόμος της φύσης.
- Μα τι σχέση έχουν τα σανδάλια; Τι μου λέτε;! Δεν είστε με τα καλά σας!
- Θέλω να πω, να... Όταν τα σωθικά σου καίνε, και στο μυαλό σου σχηματίζονται με τόση ένταση οι φονικές σκέψεις, με τόση ένταση που σχεδόν τις βλέπεις με τα μάτια σου να γράφονται σαν λέξεις, κι τις ακούς με τ'αυτιά σου σαν προσταγές... Ε, τότε δεν πρόκειται για τρέλα. Είναι λογική πράξη. Απόλυτα λογική κι απαραίτητη για την επιβίωση. Ενώ, βλέπετε, το να φοράς σανδάλια το χειμώνα, ούτε το μυαλό το διατάσσει, ούτε κάποιο ένστικτο. Καταλαβαίνετε;

A week ago

...έγραφα. Μόνη. Καθισμένη στο παγκάκι του νεκροταφείου. Έγραφα με ένα μπλε στυλό μπικ και τα δάχτυλά μου κόντευαν να ξεκολλήσουν από τα χέρια μου και να πέσουν στο έδαφος. Ευτυχώς δεν ξεκόλλησαν, δεν έπεσαν. Το έδαφος ήταν γεμάτο φύλλα, κίτρινα πεσμένα φύλλα, που αποσυντίθενταν μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα, λεπτό με το λεπτό. Αποσυντίθενταν και γίνονταν λάσπη, παχιά λάσπη πάνω στην οποία δε μπορεί κανείς να περπατήσει. Γι'αυτό εγώ δεν περπατούσα. Μόνο καθόμουν κι έγραφα. Μόνη. Στο νεκροταφείο. Λίγο νεκρή.

Σκεφτόμουν ότι ό,τι για σένα είναι κήπος σοβαρότητας, είναι για μένα τάφος. Εσύ ανθίζεις κι εγώ πεθαίνω. Βουλιάζω στη λάσπη, στα φύλλα που αποσυντίθενται, κι αποσυντίθεμαι κι εγώ. Βυθίζω τα πόδια μου στη λάσπη. Καλύπτω τα χέρια μου. Βάφω το πρόσωπό μου. Λούζω τα μαλλιά μου. Τρώω τη λάσπη, πίνω τη λάσπη. Και ξυπνώ - όχι απλώς λασπωμένη, αλλά η ίδια λάσπη.

Σε αγκαλιάζω και σε φιλώ για να σε μολύνω. Θέλω να δω αν θα κυλιστείς μαζί μου, αν θα γίνεις κι εσύ λάσπη, αν θα πεθάνεις ένα μικρό θάνατο μαζί μου. Κυλιέσαι για λίγο. Όσο πρέπει, για τα δικά σου δεδομένα. Κι ύστερα σηκώνεσαι, τινάζεσαι σα Λαμπραντόρ Ριτρίβερ, και σκορπάς τη λάσπη, εμένα, τριγύρω.
Τι θα κάνεις ύστερα, αναρωτιέμαι. Άραγε θα με βοηθήσεις να σκαρφαλώσω ξανά στο δέντρο από το οποίο έπεσα ή αν θα με πατήσεις και θα φύγεις βιαστικός; Προσπαθείς, μια τελευταία προσπάθεια να δείξεις όση τρυφερότητα κρατάς ακόμη φυλαγμένη. Παίρνεις μια μεγάλη ανάσα και τινάζεις τα χέρια σου προς την κατεύθυνση του δέντρου μου - χωρίς σκοπό. Με πετάς στον αέρα - χωρίς δύναμη. Κι εγώ, γαμώτο, δε στεριώνω στο δέντρο. Με ένα παφλασμό πέφτω ξανά στο έδαφος. Κι ύστερα νιώθεις κουρασμένος. Θες να κρυφτείς και να χουχουλιάσεις κάτω από ένα πράσινο κάλυμμα, για πάντα. Φεύγεις χτυπώντας τις όμορφες μπλε σκούρες μπότες σου στο έδαφος, μία τελευταία, τελειωτική επίθεση στη λάσπη.
Ποδοπατημένη, εγώ, κλαίω, κλαίω στην αρχή κι ύστερα στεγνώνω.