13.6.14

What is there to MARVEL at in us?

"On a world not too far removed from your own, Deadpool was driven beyond the brink of madness. Believing himself to be nothing more than a fictional character, he set out on a quest of murder and bloodshed. He believed that the only way to ease his suffering-- and the suffering of all fictional beings-- would be to kill his way across all of existence"

Ο Μπόρις, γοητευμένος από το μετα-έργο μου, στο διάλειμμα της ταινίας, το πρώτο βράδυ του Μουντιάλ, μου πρότεινε να διαβάσω αυτό το κόμιξ. "You won't like the violence but it's so cool". Κι ενώ στην οθόνη μεταλλαγμένοι και μη-μεταλλαγμένοι σφαγιάζονταν ανελέητα και εφευρετικά, ο Μπόρις άρχισε να μου εξιστορεί περιληπτικά την υπόθεση. Η ιδέα με γοήτευσε!
O Πιραντέλλο έπλασε χαρακτήρες, τους εμφύσησε με σώμα και πνεύμα, και μιμούμενος την πραγματική πηγή της Δημιουργίας (όποια και να είναι, όπου και να βρίσκεται), διέπραξε ένα είδος ύβρεως. Όμως η ύβρις του Ντέντπουλ είναι εκ διαμέτρου αντίθετη: ο σκοπός του χαρακτήρα είναι να φέρνει (αέναα) τους χαρακτήρες αντιμέτωπους με την τεχνητή τους φύση και τους να τους σκοτώνει για να τους λυτρώσει από τη ντροπή και την αγωνία της ψευδαίσθησης μίας άνευ τέλους - λόγω του φανταστικού της χαρακτήρα - πραγματικότητας.
Φανταστείτε να είχε πλάσει ο Πιραντέλλο, κι όχι οι δημιουργοί της Μάρβελ, τον Ντεντπουλ! Πόσοι ακόμη χαρακτήρες θα κατέληγαν νεκροί μέσα σ'ένα πλαστικό συντριβάνι;... Ή μάλλον, πόσοι δε θα κατέληγαν; Απελευθερωμένοι, ξέροντας ότι υπάρχουν κι άλλοι με την - υπαρξιστική, ίσως - γνώση του ατέλειωτου, του επαναλήψιμου και του βασανιστικού της πραγματικότητας ενός χαρακτήρα χωρίς ελεύθερη βούληση (αφού κάθε του δράση και αντίδραση είναι εκ των προτέρων καθορισμένη), θα μπορούσαν άραγε οι χαρακτήρες του Πιραντέλλο να υπάρχουν ακόμη, πάντα, χωρίς την τρέλα της μοναχικότητας της πρώτης γραμμής, beyond and above the brink of madness;

9.6.14

Second thoughts (ή post-hoc (re)structuring)

''Καλλιτέχνης''. Βαρύγδουπο. ''Ερασιτέχνης''; Αντικαταστήστε κατά βούληση.

Το philosophise a bit too much

Ένα διαφορετικό, ανοίκειο αίσθημα με πλημμύρισε κατά τη διάρκεια των παραστάσεων. Πρόκειται για την απραγία που αισθάνεται ο καλλιτέχνης έχοντας ολοκληρώσει το έργο που η φαντασία του γεννά, η δημιουργικότητά του πλάθει κι η επιμονή του τελειοποιεί. Ολοκληρωμένο, επιμελώς ραφιναρισμένο, το έργο στέκει. Και τότε, ο καλλιτέχνης το αφήνει να φύγει από τη φωλιά όπου το έκλωθε με περισσή αγάπη κι ανείπωτο μίσος. Βγαίνει το έργο στον κόσμο, μικρό, τυφλωμένο από το φως του ήλιου και μεθυσμένο από τη μυρωδιά του αέρα που για πρώτη φορά μυρίζει. Με τον καιρό, τον έργο μεγαλώνει και ωριμάζει. Κι ο καλλιτέχνης κοιτά και δεν ξέρει - δε μπορεί να ξέρει - αν οι καρποί του θα θεριστούν ή θα σαπίσουν. Σαν το κοινό αποφασίσει υπέρ του θερισμού, ο καλλιτέχνης τρομάζει: το έργο του πωλείται! Όμως σαν το κοινό αποφασίσει να αποχωρήσει με άδεια χέρια, ο καλλιτέχνης τρομάζει διπλά: το έργο του δεν έχει αξία! Κι όταν βλέπει λάθη, πότε ασήμαντα κι άλλοτε ανυπέρβλητα, το αίσθημα της απραγίας αυξάνεται. Όταν το έργο φεύγει, τυφλώνεται, μεθά, μεγαλώνει κι ωριμάζει, τίποτε πια δε διορθώνεται, τίποτε δεν αλλάζει. What wretchedness, αλήθεια!

Πρώτη παράσταση. Εγώ κρυμμένη πίσω από την κονσόλα του ήχου κι ο Έρικ πίσω από το σημειωμένο, γεμάτο στάμπες καφέ κείμενό του. Παρατηρούσαμε τους χαρακτήρες να αποκτούν σάρκα και οστά, να οικειοποιούνται τα σώματα των φίλων μας που, σα δαιμονισμένοι, περπατούσαν στη σκηνή και φώναζαν, έκλαιγαν κι έλεγαν λόγια που δεν ήταν δικά τους. Κι όποτε μπερδεύονταν και σταματούσαν ή έσωζαν την κατάσταση και συνέχιζαν, η καρδιά μας - που χτυπούσε διαρκώς σαν ταμπούρλο - σταματούσε. Κοιτούσαμε ο ένας τον άλλο ενθαρρυντικά κι αναστενάζαμε. Κι ο Πιραντέλλο, χρησιμοποιώντας τη φωνή του Πατέρα, που χρησιμοποιούσε τη φωνή ενός ηθοποιού, δηλαδή ένος Ολλανδού φοιτητή Αγγλικής φιλολογίας, προσπαθούσε να επιβάλλει στο κοινό τις φιλοσοφίες και τις κοσμοθεωρίες του, to quieten the remorse in him.

Κι ήταν οι φιλοσοφίες χαρακτηριστικές του συναισθήματος μου: τελικά ποιος είναι πιο αληθινός, ο χαρακτήρας του θεατρικού κειμένου ή ο ηθοποιός που δανείζει στο χαρακτήρα το σώμα και τη φωνή του; Ο πρώτος πλάθεται από τη φαντασία ενός συγγραφέα. Αλήθεια, a character, sir, may always ask a man who he is. Because a character has really a life of his own, marked with his especial characteristics; for which reason he is always "somebody." But a man—I'm not speaking of you now—may very well be nobody. Όμως ο χαρακτήρας είναι εξ ορισμού no-body. Έτσι, είναι το σώμα ή το πνεύμα που μετρά; Άρα ποιος είναι σημαντικότερος: ο συγγραφέας ή ο σκηνοθέτης; Ο σκηνοθέτης καθοδηγεί μα δε μπορεί να επιβάλλει (η παράσταση εν τέλει έγκειται στην ερμηνεία του ηθοποιού, στη δυνατότητά του να ψυχανεμίζεται το χαρακτήρα). Μην είναι ο ηθοποιός το κέντρο της δράσης;

Now I will stop talking, but I must tell you this: όταν το έργο επιτυγχάνει, γίνεται ανάρπαστο και χειροκροτείται, τότε η χαρά του καλλιτέχνη δεν περιγράφεται. Γίνεται ολόκληρος ένα άλμα ως το ταβάνι κι ένα τραγούδι ως την άκρη του σύμπαντος. Μουδιασμένος, βαδίζει στη σκηνή, ενώνεται με τα λαμπερά του αστέρια κι υποκλίνεται μπροστά στα θηρία, τους θηριοδαμαστές και τα θύματα της φιλοσοφίας. Κι ύστερα, πίσω από τις κλειστές κουρτίνες, πατά μία κραυγή φεγγαρόλουστη, που ακούγεται σε κάθε γαλαξία. Κι ύστερα, σε ένα μπαρ στο κέντρο της πόλης, ρίχνει ένα χορό κι εύχεται να μπορούσαν να κρατήσουν οι χοροί, να μην πάψουν τα πανηγύρια.

6.6.14

Mεταμεσονύκτια

Το σκάσαμε απ'τα σπίτια μας εχτές, τώρα γύρω μας η παγωμένη λίμνη.
Θυμάμαι την πρώτη μέρα εδώ. Μέσα μου ανακατεύονταν ο φόβος του αναπάντεχου κι ο ενθουσιασμός του καινούριου. Θυμάμαι την οικειότητα του φιλικού σπιτιού που με φιλοξένησε, τα ζεστά χαμόγελα και τις καθησυχαστικές εξηγήσεις, τη δανεική κάρτα για τα μέσα μεταφοράς και την υπενθύμιση να μην πατώ στο fietspad. Θυμάμαι την άφιξή μου στο σπίτι, τη γνωριμία μου με την Αλ και τις πρώτες μας απόπειρες να προσανατολιστούμε σε μία μικροσκοπική πόλη που μας φαινόταν λαβύρινθος. Πάνω στα ποδήλατά μας, τη ροζ Λούλου και το λευκό Μπόρις, προσπαθούσαμε να μαρκάρουμε τους μεγάλους αυτοκινητόδρομους και τα στενά σοκάκια, να οικειοποιηθούμε το ξένο.

Σώπα μην κλαις! Ο κόσμος ανοίγει σαν καλειδοσκόπιο με χρώματα σπασμένα, γυαλιά φωσφορικά.
Αυτό λέγαμε άπαντες, ο ένας στον άλλο. Έτσι κι έγινε. Τάχα η επανάληψη; Τάχα η συνθήκη; Ο κόσμος άνοιξε, μεγάλωσε και μίκρυνε ταυτόχρονα: περιορίστηκε χωρικά και καλύφθηκε πλήρως, από τη μία άκρη του ως την άλλη. Η μία καινότυπη συζήτηση διαδεχόταν την άλλη, η μία γνωριμία έφερνε την άλλη, κι έτσι γίναμε ένα κουβάρι, αγκαλιασμένοι σφιχτά για να διατηρήσουμε την απαραίτητη μεταξύ μας συγκόλληση. Δοκιμάσαμε καινούρια, απαγορευμένα, φρούτα. Ταξιδέψαμε στα πέριξ και τα παραπέριξ. Ήπιαμε μπύρες και φτηνά κρασιά αγορασμένα από τον Άλμπερτ κάποιο βροχερό βράδυ.

Στη μέση της νύχτας, στη μέση του τέλους, θυμάμαι και γράφω για μία χρονιά γεμάτη εικόνες και χρώματα: πράσινο, μπλε και γκρι - Van Gogh, Vermeer και πινελιές από Rembrandt. Μία χρονιά γεμάτη φωτογραφίες με χαμόγελα πότε αληθινά και πότε ψεύτικα. Μία χρονιά γεμάτη συναισθήματα που παρασέρνουν ή σέρνουν, που ξεβιδώνουν ή βιδώνουν, που ξεσηκώνουν. Μία χρονιά μαγική σε μια πόλη που οι νεράιδες έχουν πασπαλίσει με χρυσόσκονη. Πάνω στον καθεδρικό, στους πλακόστρωτους δρόμους, στο Λαγό - παντού κατακάθεται η χρυσόσκονη. Κι ανακατεμένη με τις ζεστές ακτίνες του ήλιου, όταν μας τιμά με την παρουσία του, μας κάνει να βλέπουμε και να ακούμε και να νιώθουμε ό,τι δεν είχαμε ματαδεί, ματακούσει και ματανιώσει (ή μετανιώσει).