25.5.14

Kαλοκαιρινό μπουρίνι

Χτες πήγαμε τρεις (η φίλη μου η Αν, η φίλη μου η Αλλού κι εγώ, που τελευταία έχω κάτι από την ταυτότητα και των δύο) στο μπαρ όπου ορισμένους μήνες πριν ο Ebo Taylor έριχνε Αφρικάνικες πενιές.
Χτες το μέρος ήταν διαφορετικό, η μουσική hardcore: ένας εραστής, ένα ξωτικό κι ένας καλικάντζαρος χτυπούσαν επί μία ώρα, με απαράμιλλη οργή, ένα σετ ντραμς, ξερίζωναν τις χορδές των ηλεκτρικών τους κιθάρων, ξεπερνούσαν τις συχνότητες που μπορούσε το μικρόφωνο να καλύψει και πήγαιναν πάνω-κάτω στη σκηνή με το πάθος του σχιζοφρενούς. Μπροστά μας βρισκόταν το απόλυτο μεταίχμιο. Το εσωτερικό και το εξωτερικό γίνονταν ένα κουβάρι, οι ενδόμυχες σκέψεις και οι οι φανταστικές πράξεις γίνονταν λόγια και πραγματικότητα. Είχαμε ομαδικώς παλινδρομήσει σε μία προπολιτισμική κατάσταση. Κι όταν φτάσαμε την κάθαρση, με ψιλές φωνές οι αρχηγοί του ταξιδιού στο παρελθόν μας ευχαρίστησαν ευγενικά, τόσο φυσιολογικά που μας σηκώθηκε η τρίχα.
Έξω, πουλούσαν οι ίδιοι τα σιντί τους. Η Αν αγόρασε ένα και ζήτησε να της το υπογράψουν. Μου άρεσαν πολύ, είπε, έκαναν όλα αυτά που θέλω να κάνω: χτυπούσαν τα ντραμς όπως θέλω να χτυπήσω το κεφάλι του Ρο... Γέλασα και της είπα ότι για τον ίδιο ακριβώς λόγο μου άρεσαν κι εμένα.

Βγαίνοντας έξω, μας έπιασε η βροχή. Διόλου πρωτότυπο στην Παραμυθούπολη. Για πρώτη φορά όμως, δε νιώσαμε ότι θέλαμε να κρυφτούμε, κυνηγημένες από την κακοκαιρία. Είμασταν ακόμα μέσα στο σύννεφο της κάθαρσης, εξαγνισμένες. Ήταν η πρώτη καλοκαιρινή βροχή! Τα βρεγμένα μας ρούχα μας δρόσιζαν καθώς ποδηλατούσαμε πάνω στους γυαλιστερούς δρόμους. Τα φώτα των λεωφορείων και των μαγαζιών αντανακλώνταν, κι έτσι εμείς βαδίζαμε πάνω σε χρυσούς και ασημένιους, πράσινους και κόκκινους διαδρόμους! Μέσα στο πάρκο, η μυρωδιά του νωπού γρασιδιού και των νυχτολούλουδων γέμισε τα ρουθούνια μας. Κι ύστερα, κοντά στο σπίτι, δίπλα στα λιβάδια με τα πρόβατα, οι λαγοί χοροπηδούσαν από τη μία τρύπα που είχαν σκάψει στην άλλη, κι ένα πουλί κελαηδούσε μελωδικά τα τραγούδια του τόπου του.
Μιλούσα στην Αλ-λού για τα donkey pronouns. Άκου, της έλεγα, τι μάθαμε! Της εξήγησα στο πόδι όλη τη θεωρία της Γλωσσολογίας, ντύνοντάς τη με τα τριγύρω χρώματα και μυρωδιές.

Δεν ξέρω αν κι εκείνες, η Αν κι η Αλ-λού, ένιωσαν τη μαγεία ή αν, αποκαρδιωτικά, μόνη εγώ ζω σ'ένα κόσμο με νεράιδες και ξωτικά.

13.5.14

End end END

Some adapted Linguistics: "earlier we [had never actually] discussed how an End and an end can be linked and form an END. The question is, then, how ENDs relate to ends." (σελίδα 0, ημέρα ένα).
Έξι εναπομείνασες βδομάδες μέχρι την αποφασιστική λήξη του ντέρμπι, αυτού του ντέρμπι διαρκείας που δεν τελείωνε, που (το ομολογώ) δεν άφηνα να τελειώσει, που (δεν το ομολογείς) δεν άφηνες να τελειώσει, που δεν αφήναμε να τελειώσει.
Νιώθω πολύ ελεύθερη, σχεδόν χαμένη, πλεουσα σε πελάγη ελευθερίας, κλαίουσα σε πελάγη ελευθερίας. Νιώθω μουδιασμένη, σαν κατάδικος που του αφαιρούν τις χειροπέδες, που τον σηκώνουν από το πάτωμα του βρώμικου κελιού, που τον διώχνουν από τη φυλακή και τον σπρώχνουν στο φως. Τυφλώνομαι από το φως. Μα ήμουν τυφλή. Ήταν απλό, τόσο απλό.
Τα ENDs μου, Εric, και τα ends μου, δεν είναι σαν τα CHAINs και τα chains σου. Τα τέλη κρύβουν πίσω τους ανθρώπους κι όχι feature bundles. Έκρυβαν εμένα, γιατί ήταν ψεύτικα. Αυτή είναι η σχέση τους με τα μεγάλα ENDs: τα μεγάλα είναι αληθινά, και αδυσώπητα, και αιμοβόρα, και υποχθόνια. Τα καβαλώ όπως και τη Λουλού μου και διασχίζω τους πλακόστρωτους δρόμους και τους απέραντους κόσμους και τα αμέτρητα σύμπαντα.

10.5.14

Ψυχογράφημα

Προβαίνω σε ένα ψυχογράφημα. (Πρόκειται για την αρχική υπόθεση μίας φανταστικής πειραματικής έρευνας που δε θα υλοποιηθεί).

Αυτή η περίοδος στην επίπεδη παραμυθοχώρα βρίθει εθνικών εορτών. Πρώτα είχαμε τα γενέθλια του βασιλιά. Ύστερα είχαμε την επέτειο της απελευθέρωσης. Στα γενέθλια, ξεχυθήκαμε στους δρόμους, από την κορφή ως τα νύχια πορτοκαλί (το χρώμα του στέμματος) πίνοντας μέχρι να γυρίσει η μέρα. Στην απελευθέρωση, αμοληθήκαμε σε ένα πάρκο, δίχως χρωματική ομοιομορφία, πίνοντας μέχρι τη λήξη του πανηγυρικού DJ set.
Μα δεν είμασταν μόνο εμείς, οι ξένοι, που γιορτάσαμε ξέφρενα. Όταν ρώτησα το ντόπιο πληθυσμό τι πρέπει να κάνω αυτές τις δύο μέρες για να είμαι μέσα στο πνεύμα, έμαθα ότι αυτό που πάντα κάνουν εκείνοι, οι φίλοι και οι συγγενείς τους, είναι να να πίνουν και να χορεύουν. Αυτές, μου είπαν, είναι οι αργίες που μπορείς, που οφείλεις, να απαλλαγείς από την αυστηρή πειθαρχία, και να το κάψεις. Κανένας δεν ανέφερε τη σημασία των ημερών ως μέσα υπενθύμισης του παρόντος και του παρελθόντος. Κανένας δε μίλησε για το βασιλιά ή για τους σιχαμένους Duitsers.
Πηγαίνοντας στο πάρκο για το Bevrijdingsfestival (τι ειρωνία, το ''φεστιβάλ της απελευθέρωσης'') είδαμε ένα τανκ. Αναρωτιόμασταν περί τίνος πρόκειται. "It's like, let's commemorate the date by repeating what happened", γέλασε ένας Άγγλος φίλος μου. Κι όμως, προερχόμενη από έναν τόπο όπου έτσι -ή κάπως έτσι- γιορτάζονται οι εθνικές επέτειοι, θα έβρισκα τα τανκ πιο λογικά από τους DJ και τις παρελάσεις πιο λογικές από τα πάρτι. Το λέμε -εμείς, και άλλοι τόσοι καλύτερα από εμάς- καιρό τώρα ότι στην Ελλάδα έχουμε μίας μορφής δικτατορία. Μα δεν είναι οι προσωπικές μου προσλαμβάνουσες που με έκαναν να απορήσω. Ήταν οι ζωές των άλλων που με ξένισαν. Δηλαδή, η διακριτή και διατυμπανισμένη έλλειψη εθνικού αισθήματος που διακατέχει τους υπηκόους της παραμυθοχώρας. (Βέβαια οι παρελάσεις δεν υποδηλώνουν την ύπαρξη εθνικού αισθήματος. Σίγουρα όμως υποκρίνονται ότι τη δηλώνουν).
Περνώ κάθε μέρα από το πάρκο της βασίλισσας Wilhelmina. Κρυμμένο πίσω από μία συστάδα περιποιημένων θάμνων βρίσκεται το άγαλμά της. Μου πήρε πέντε μήνες να καταλάβω ότι πρόκεται για το άγαλμα της βασίλισσας και όχι της Μητέρας του Άγνωστου Στρατιώτη, με το χοντρό της παλτό και το τσεμπέρι. Στα αστεία, ανέφερα την παρεξήγησή μου στους Ολλανδούς μου φίλους που με κοίταξαν με έκπληξη: "Χα-χα, όντως! Γι'αυτό το λένε Wilhelminapark! Δεν είχα ιδέα". Σκεφτείτε, στη Θεσσαλονίκη, ο Μέγας Αλέξανδρος ατενίζει το πέλαγο πάνω στο Βουκεφάλα!
Συζητώντας με τη Δομ, είπαμε ότι συχνά η φαινομενική έλλειψη εθνικού αισθήματος καλύπτει έναν αυστηρό (κάποτε βίαιο) εθνικισμό, κι ότι η αδιαφορία που παρατηρούμε είναι τελικά μία πρόσοψη. Όμως δεν πιστεύω ότι κοιτώ μία πρόσοψη εθνικισμού, αλλά κάτι διαφορετικό. Σε μία χώρα που έχει ανοιχτά μάτια, που πουλάει ακριβά τις ιδέες και τον ιδεαλισμό, σε μία χώρα όπου οι άνθρωποι δουλεύουν με πρόγραμμα κι όπου χρόνος διαμοιράζεται με αποτελεσματικότητα, μου φαίνεται ότι, πραγματικά, οι άνθρωποι δε χρειάζονται το έθνος να τους κουρδίσει: κουρδίζονται μόνοι τους. Δηλαδή, η ψευδαίσθηση της ομοιογένειας που μπορεί να δημιουργήσει η πίστη σε μία ιδεατή κοινή ταυτότητα όπως το έθνος, έχει καταρριφθεί. Η κατάρριψη, καθώς και το αυτοκούρδισμα, δημιουργούν μία διαφορετική ομοιογένεια. Αναδύεται η ομοιότητα των ανθρώπων, όχι ως μελών του ξεπερασμένου 'έθνους', αλλά ως προϊόντων, πωλητών και ιδιοκτητών μίας - προσωπικής και συλλογικής - ελεύθερης αγοράς. Δείτε, πάλι ένα βήμα μπροστά, αυτοί οι Ολλανδοί! (Μα, ας κρατάμε και μία πισινή).

5.5.14

Bevrijding

Να, λοιπόν, τι είναι το uncanny (αν-κάνει): όταν οι χαρακτήρες των ιστοριών σου, αυτοί που έπλασες με το νου σου ή με αφορμή την πραγματικότητα, σε πλησιάζουν αυτοβούλως και σου πιάνουν την κουβέντα. Κάτω από το τρεχούμενο νερό. Στον ύπνο.
Τότε ο τρόμος της οικειότητας με το ανοίκειο σε μουδιάζει. Εσύ είχες ακούσει τη φωνή τους, είχες δει τις χειρονομίες τους. Έτσι μπορείς ανά πάσα στιγμή να προβλέψεις τις φράσεις και τις εκφράσεις τους. Και πως να αντιδράσεις με την απαραίτητη έκπληξη μπροστά σε κάτι που ήδη γνωρίζεις; Παραμένεις ανέκφραστος. Τι κι αν σου μιλούν για σεισμούς και πυρκαγιές... Εσύ αυτά τα ξέρεις ήδη. Μπορεί, άλλωστε, να είναι δικά σου δημιουργήματα, δοκιμές για τους χαρακτήρες σου. Και πως να τους εξηγήσεις ότι οι δυσκολίες που περνούν είναι περαστικές; Ότι το κεφάλαιο σύντομα τελειώνει κι ότι στο επόμενο τους επιφυλάσσεις χαρμόσυνες στιγμές;
Τότε η ντροπή σου τρώει τη γλώσσα και σου δένει το στομάχι κόμπο. Και χωρίς γλώσσα, δε μπορείς να μιλήσεις και να τους εξηγήσεις. Και χωρίς στομάχι, δε μπορείς να χωνέψεις την κατάσταση. Δε μπορείς παρά να μπερδεύεις όλο και περισσότερο την πραγματικότητα με τη φαντασία, το Φανταστικό και το Πραγματικό. Μα αν είναι η φαντασία πραγματοποιήσιμη, μήπως τάχα είναι κι η πραγματικότητα; Μήπως ζεις το κενό; Και non.