16.4.14

Poison d'avril

O Aπρίλης άρχισε με ψάρια.
Κακό σημάδι τα ψάρια, άμα τα δεις στον ύπνο σου. Έτσι λέει η σοφή και μοιρολάτρης γιαγιά. Θα έχεις δυσκολίες. Θα περάσεις πόνο. Μπορεί να έρθει κάποιος θάνατος... Φτου φτου, να χτυπήσω ξύλο, τι πράματα λέω. Κουνήσου, ντε, κι εσύ από τη θέση σου!
Ο Απρίλης συνέχισε με ψάρια.
Τώρα, βρίσκονται στο ψυγείο. Τρία κασόνια ψάρια. Τρία κασόνια, και ένα τάπερ. Παινεύεται η άλλη γιαγιά, η σοφή και μορφωμένη, ότι της τα έφεραν στις δέκα το βράδυ, φρέσκα. Τότε επέστρεψε το καΐκι. Θα τα τηγανήσωμε αύριο, ε; Δε τα τι φρέσκα μου τα εφέρανε. Ελάμπουνε τα μάτια τους, δε τα, δε τα.
Kι είναι τα καημένα στοιβαγμένα, σε τρία κασόνια κι ένα τάπερ, στριμωγμένα στο ψυγείο και την κατάψυξη. Παγωμένα. Φρεσκοπεθαμένα. Με τα μάτια τους να λάμπουν.

Μία βδομάδα σε ένα ψυγείο και η αγάπη. Θαρρώ ακόμη με τα μάτια να λάμπουν και το τρίχωμα να γυαλίζει. Ίσως. Κανείς δε μπορεί να πει με σιγουριά, γιατί εμείς δεν ανοιγοκλείνουμε το ψυγείο που παγώνει την αγάπη, που την κρατάει φρεσκοπεθαμένη. Το ψυγείο εκείνο μένει κλειστό, κι η φωτιά δεν ανάβει. Δεν αλευρώνεται η αγάπη, δεν τηγανίζεται. Δεν τρώγεται όπως τα ψάρια που από τα τρία κασόνια και το τάπερ θα μπουν στο τηγάνι με το καυτό λάδι. Όμως θα ανάψει η φωτιά, κάποτε. Την περιμένουμε να ανάψει. Γιατί όσο τα μάτια λάμπουν και το τρίχωμα γυαλίζει, όσο μένει η αγάπη φρεσκοπεθαμένη, η τάση να ανοίγεις το ψυγείο, να παρατηρείς, να χάσκεις, είναι ανυπέρβλητη. Βάλετε φωτιά. Εμείς δε βρίσκουμε το μέσο. Δε βρίσκουμε το χώρο. Δε βρίσκουμε το χρόνο. Ή δε θέλουμε τίποτε από αυτά να βρούμε.

13.4.14

Θα-αν

Χωρίσαμε.
     Κάποια στιγμή θα γινόταν κι αυτό, όλα μέσα στη ζωή είναι.
Μα μερικά είναι μέσα στο θάνατο. Βουτηγμένα στο θάνατο, βουλιαγμένα.
Βγαίνουν από τη γούβα, και στάζει θάνατος. Τινάζονται, και σκορπίζει θάνατος.

Ο θάνατος γίνεται πάτωμα
και γίνεται ταβάνι
και γίνεται τοίχος
και διχάζει
τα συναισθήματα και τις λέξεις,
                                  τις λέξεις και τις πράξεις,
                                                        τις πράξεις και τα συναισθήματα.

     Ένας κύκλος είναι η ζωή.
Κι ο θάνατος προσθέτει μία τροχιά.
Σαν τη Γη, γύρω από τον εαυτό της και γύρω από τον Ήλιο.
Κι εμείς, έτσι: στον κύκλο μας και γύρω από τους κύκλους των άλλων.

Πολλοί ήλιοι, ένα σωρό ήλιοι, καίνε απλησίαστοι.
Ζεσταίνουν πρώτα. Ύστερα καίνε, τσουρουφλίζουν. Κάνουν τον κόσμο αποκαΐδια.
Μπορούν να καταστρέψουν κάθε τροχιά.
Αλήθεια, δε λυτρώνουν.


9.4.14

Duisternis

Duister.
Er is en duisterde kamer, mijn duisterde kamer.
Erg duister. Zo duister...
Mijn duisterde kamer, duisterder van uur tot uur.
Er is geen licht.
Er zijn net de rode gordijnen.
Rood, als liefde. Rood, als de dood.
Wat heeft je gedaan, waarom heeft je dat gedaan.
Afwachten! Αfwachten... Of - nee.
Off - ναι.

8.4.14

When shall them three meet again

Συναντήθηκαν Εuston Road και Judd Street γωνία. Τρία φουξ, από διαφορετικές κατευθύνσεις και προς διαφορετικούς προορισμούς. Το πρώτο φουξ ήταν ένα παντελόνι, ανεξάρτητο και θαραλλέο. Το δεύτερο, ήταν ένα φουλάρι, ρομαντικό και πρόσχαρο. Το τρίτο, ήταν ένα σακίδιο, με πομπώδη λόγο μα χωρίς άποψη. Τα τρία φουξ γνωρίζονταν καλά, είχαν φτιαχτεί από τα ίδια χέρια. Όμως η μοίρα τα είχε χωρίσει. Είχαν πουληθεί σε άγνωστους μεταξύ τους ανθρώπους, κι έκτοτε είχαν περάσει πολλές περιπέτειες. Όμως να που η μοίρα θέλησε να τα ενώσει πάλι! Εκείνη τη μέρα, βρέθηκαν ξανά το ένα δίπλα στο άλλο, μόνο για ένα δευτερόλεπτο. Δεν αγγίχτηκαν, δεν κοιτάχτηκαν, δε μίλησαν. Μα τη στιγμή που διασταυρώθηκαν, χτύπησαν οι καμπάνες του Saint Pancras. Ο μελωδικός τους σκοπός κράτησε ώρα και, όταν τελείωσε, τα φουξ βρίσκονταν μακριά.
Παρόλ'αυτά κάτι είχε αλλάξει, μπορούσε κανείς να το μυρίσει στον αέρα. Η μυρωδιά που πλανιόταν στο τετράγωνο ήταν πέρα από τις συνηθισμένες. Δε θύμιζε το καμένο λάδι των εστιατορίων, ούτε το καυσαέριο των αυτοκινήτων. Δεν ήταν η σκόνη των οικοδομικών έργων, ούτε ο ιδρώτας των επιβατών του μετρό. Ηταν μία οσμή μεθυστική και αποπνικτική: προκαλούσε τους περαστικούς να εισπνεύσουν πιο βαθιά, να τη ρουφήξουν, κι ύστερα τους έπνιγε. Κανείς δεν άντεχε. Κάποιοι ακουμπούσαν στην κοντινότερη κολώνα για να ξαποστάσουν (να τι κάνει η πολλή δουλειά ή οι κραιπάλες). Άλλοι έμπαιναν στου O'Neils για μία Guinness (να τι συμβαίνει όταν είσαι νηφάλιος). Αυτοί που είχαν περισσότερη διαίσθηση και λιγότερη σύνεση, έβρισκαν καταφύγιο στην εκκλησία και τραγουδούσαν μια προσευχή. Κι οι υπόλοιποι, σαν κυνηγημένοι, έτρεχαν στον κοντινότερο σταθμό, επιβιβάζονταν στο πρώτο τρένο χωρίς καν να δουν τον προορισμό κι έφταναν μέχρι τον τερματικό σταθμό της γραμμής μέχρι να αποφασίσουν, αποκαμωμένοι, να επιστρέψουν σπίτι.
Κανείς δε μπορούσε να καταλάβει τι είχε γίνει. Κανείς δε μπορούσε να προβλέψει τι έμελλε να γίνει. Εκείνη τη μέρα οι τεκτονικές πλάκες, αντί να ολισθαίνουν πλευρικώς, ήρθαν κοντά. Συγκρούστηκαν και προκάλεσαν μία δόνηση τόσο ισχυρή που πέρασε απαρατήρητη. 

2.4.14

Poissons d'avril

Χτες έκανα μπάνιο με ένα νερόφιδο κι ένα χρυσόψαρο.
Το νερόφιδο σερνόταν στον πυθμένα, δεν είχε μήτε χέρια μήτε πόδια. Όμως έστριβε τον κορμό του αριστερά και δεξιά και κινούνταν με μεγάλη ευκολία. Περνούσε κάτω από τους λουόμενους (πάνω απ' τις σκιές τους) και τους έδειχνε τον ήλιο. Τον είχε ζωγραφίσει στην πλάτη του για να τους μπερδεύει, να θαρρούν ότι κοιτούν τον ουρανό και να αναθαρρούν. Ήταν ύπουλο κι ένιωθε σίγουρο για την παντοδυναμία του. Μετά από πενήντα μέτρα δρόμο, πάντα τότε, έβγαζε το κεφάλι του έξω από το νερό, ακουμπούσε στον τοίχο κι ανάσαινε κοιτώντας ολόγυρα με μίσος. Όσοι αντάμωναν το βλέμμα του, τρομοκρατημένοι κοιτούσαν αλλού. Κι η ματιά τους, όλο φόβο, έπεφτε πάντα στο χρυσόψαρο. Αυτό ήταν κόκκινο κι ολοστρόγγυλο. Δεν έκανε καμία κίνηση, καμία προσπάθεια να προχωρήσει, μόνο επέπλεε. Το έπαιρναν τα ρεύματα κι οι πεταλούδες και το πήγαιναν πέρα δώθε. Κι όμως, όταν έφτανε στον προορισμό του, πάντα το πρόσωπό του ήταν σκυθρωπό και καταβεβλημένο. Τότε, το νερόφιδο το αγριοκοιτούσε. Από μακριά ακόμη μπορούσα να ξεχωρίσω τα μικρά και υποχθόνια μάτια του και σκεφτόμουν ότι, τώρα, θα κάνει κακό στο καημένο ψάρι που, αθώο και καταπονημένο, δεν θα μπορούσε να βγάλει άχνα. Κι έτσι έτρεχα, έτρεχα και έφτανα όσο γρηγορότερα μπορούσα κοντά τους. Κι ευτυχώς πάντα πρόφταινα το κακό.