21.3.14

Αλαμπουρνέζικα

Άμα εσύ μιλάς ένα interlanguage, κι αυτός ένα διαφορετικό interlanguage, κι εγώ ένα διαφορετικό κι από τους δυο σας interlanguage, κι αν όλοι μιλάμε ένα inter-language που δε μπορεί, που δε θέλει να καταγραφεί, μία γλώσσα μεταξύ γλωσσών που δεν υπακούει τους κανόνες καμίας εκ των καταβολών της, που δεν υπακούει τους κανόνες της Γενετικής Γραμματικής, διότι οι κανόνες είναι περιττοί σε αχαρτογράφητες περιοχές, αφού οτιδήποτε αχαρτογράφητο είναι ανύπαρκτο αν σκεφτούμε ότι ο άνθρωπος συλλαμβάνει μόνο αυτά που μπορεί να βιώσει αισθητηριακά, οπότε, αν όλα αυτά συμβαίνουν, κι αν μπορώ να γράφω για το υπόλοιπο της ημέρας μία και μοναδική πρόταση τόσο μεγάλη που θα καλύψει την επιφάνεια του μπλογκ και οποιαδήποτε μορφή λογικής, κι αν μπορείς, εσύ ο άτυχος που ξεκίνησες την ανάγνωση κι είχες το θάρρος ή την κουταμάρα να μην τη σταματήσεις, αν εσύ δύνασαι να την καταλάβεις, τι σημαίνει αυτό για εσένα και το interlanguage σου και ειδικά σε σχέση με το δικό μου, δηλαδή, εν ολίγοις, πως εσύ κι εγώ συνεννοούμαστε;

19.3.14

O οδοιπόρος, το μεθυσμένο κορίτσι κι ο Αλκιβιάδης

"Αυτά είπε ο Ζαρατούστρας και καθένας μπορεί να λέει τα δικά του.
Για το Μεθυσμένο Κορίτσι το αίνιγμα παραμένει. Στ’ αλήθεια αναγνώρισε το σώμα του Αλκιβιάδη όταν συνάντησε πρώτη φορά τον Οδοιπόρο, ή τον θυμήθηκε σαν τούκοψε με το μαχαίρι το κεφάλι; Στ’ αλήθεια ήταν ένα κορίτσι λυπημένο που είχε διαλύσει τα όνειρά του και προσπαθούσε τώρα να τα συνδέσει ξανά με λεπτομέρειες ζωντανές ή έκρυβε μέσα του μια πρωτογονική κακία; Ο Αλκιβιάδης ήταν χορευτής ή χόρευε γιατί δεν είχε άλλο τρόπο να εκφραστεί; Τέλος, το Μεθυσμένο Κορίτσι ήταν στ’ αλήθεια μεθυσμένο, ή εμείς το βλέπαμε έτσι, καθώς εκείνο λειτουργούσε φυσικά μέσα στους νόμους τους ονειρικούς; Αυτά δεν τα είπε ο Ζαρατούστρας κι έτσι ο καθένας λέει τα δικά του."

12.3.14

Αχ Μισιρλού

Αχ, Μισιρλού, σε πήρε η Ολλανδέζα και σε χόρεψε. Να σου κάτι grote cirkels, langzaam en sneller, sneller, sneller. Να σου τα hip shimmies. Nα σου και τα shoulder shimmies. Και μετά, αυτό που βαφτίσαμε pannenkoeken met veel stroop en suiker.
Αχ, Μισιρλού, μαγική, ξωτική ομορφιά! Εγώ, αντί να μιμούμαι, αντί να σε χορεύω όπως εκείνη, έκανα δεύτερη φωνή στη Γλυκερία. Παρασυρμένη, μεγάλωνα ή μίκραινα τους κύκλους, ενώ οι γοφοί μου έφευγαν αριστερά και δεξιά στο δωμάτιο κι έτρεχα ξωπίσω τους για να τους μαζέψω και ξεχνούσα να κουνήσω τους ώμους μου κι όταν έφτανα στη θέση μου, αρτιμελής, μου φαίνονταν βαριές οι τηγανίτες, τηγανισμένες στο λάδι, τίγκα στο σιρόπι και τη ζάχαρη, και τις απέφευγα. Ik moet concentreren, πρέπει, πρέπει. Φτου ξανά κι απ'την αρχή. Φτου φτου και βγαίνω.
Αχ, Μισιρλού.

10.3.14

Παρα-τηρήσεις

Πρέπει να τηρήσεις τις παρατηρήσεις: ό,τι δεν τηρούσες κι ό,τι τηρούσες παρά τρίχα, παρά κάτι.

Πρέπει να σκοτώσεις τη Φραγκογιαννού και όχι τα κορίτσια. Πρέπει ο νου σου να σταματήσει να ψηλώνει (σε περνάει τρία κεφάλια, δεν είναι κατάσταση αυτή!). Πρέπει να σκοτώσεις την ανάγκη της επιστροφής στον Ελπήνορα. Πρέπει να βρεις πάλι την Ελένη (η οποία είναι η τέχνη, είναι ο Τάκης, είναι και εσύ). Μα δεν πρέπει να σέρνεις την αλλαγή, τη φυσική και την αφύσικη, εκ φύσεως ή εκ φθίσεως σημαδεμένης. Η αλλαγή έρχεται και παρέρχεται, επέρχεται μοναχικά, συμπτωματικά και δεν εξαναγκάζεται ούτε υπομένεται.

Ιδού τι πρέπει να γίνει: πρέπει να πάψεις να υπομαίνεσαι, να μαίνεσαι κοντά στα σύννεφα. (Λόγω αυτού, σχεδόν πρακτικά, πρέπει ο νους σου να σταματήσει να ψηλώνει: τα σύννεφα οφείλουν να είναι άγνωστα κι άπιαστα). Μπορείς, βέβαια, να μαίνεσαι υπόκωφα. Πρέπει να μένεις, να περιμένεις. Να σιδερώνεις, να πατάς τις γωνίες και να μην αφήνεις ούτε μία τσάκιση.

Κυρίως, εδώ που τα λέμε, πρέπει -μία σκέψη ένθετη μα εγκάθετη, ως περίληψη των παραπάνω- να καταλάβεις, μα τα σύννεφα, ότι δεν είσαι ο Ντερριντά.

6.3.14

Του έρωτα και του θανάτου

Προτάσσω τον έρωτα στο θάνατο. Άμυνα αποτελεσματική.

Λαμβάνω το μήνυμά της κι αναπηδώ. Χοροπηδώ! Ο Μπόρις μου φτιάχνει ένα λουλούδι από μπαλόνια κι είμαι έτοιμη -φτερωτή νεράιδα- να πετάξω. Τα φτερά μου είναι γεμάτα χρυσόσκονη. Πετώ και λάμπω. Λάμπω και πετώ.

Φτάνουμε στο στενό, κάθετοι στο κανάλι. Κλειδώνουμε τους μανδύες μας -κεντημένους με υγρασία και ομίχλη- σε στενά ντουλάπια. Χορεύουμε μασκαρεμένοι. What does wiggle mean, ρωτώ τον Μάρτιν. Κοιτώ τριγύρω με παράλογη αγωνία, με ανυπομονησία, περιμένοντας το άπιαστο. Ανήσυχη, μα λαμπερή, πετούμενη, όρθια στον αέρα, στους ώμους κάποιου φίλου ρωμαλέου.

Κι ύστερα, στο μπαρ, βρίσκομαι εγκλωβισμένη. You are beautiful, I am beautiful. Μία νύχτα, προτείνει. Στραβομουτσουνιάζω, και το κατεβάζει σε μισή. Καλύτερο μου ακούγεται, ωραία τα παζάρια. Έτσι προτάσσω τον έρωτα στο θάνατο, χωρίς προοπτική.

Έτσι πετώ πάνω από τα όρια, τα προσωπικά μα απαράβατα.

Χαμένη, έρμαιο του ανέμου (της παράβασης και του μοναδικού πραγματικά απαράβατου - δεν ξέρετε τι λέτε, μεσιέ Μποντριγιάρ), προτάσσω τον έρωτα και με προοπτική λιγάκι πιο μεγάλη.

Ταυτόχρονα, κυρίως, σκορπώ λίγη χρυσόσκονη και περιμένω.

Κι ελπίζω, εύχομαι, προσεύχομαι, να μη σωθεί η χρυσόσκονη πριν φτάσει εκεί, εκεί που πρέπει.

3.3.14

Κάλτσες

Δε μιλά, θροΐζουν οι κάλτσες της. Δε σταματά να τις ακούει. Έτσι περνούν οι ώρες, περνούν οι μήνες, περνά ο χρόνος, ενώ αυτή τρώγεται με τα ρούχα της, συχνά ανάλατη κι άλλοτε λύσσα (έτσι πιστεύει, αν μη τι άλλο). Κάποτε, απροειδοποίητα, μία φωτογραφία ή ένα τραγούδι κάνει το κόκκινο πάτωμα να ανοίγει, κρακ, και να την καταπίνει. Κι αυτή βυθίζεται -ας πούμε ανήμπορη- μέχρι που τη μαλώνει ένα Υπερεγώ (μερικές φορές και δύο) και τότε, μην έχοντας τι να πει -ψελλίζοντας συγγνώμες και πατερημά-, αναδύεται, σηκώνεται, γδύνεται (δηλαδή, απεκδύεται). Μα οι κάλτσες της θροΐζουν πάντα, δε σταματούν ποτέ, συχνά ο θόρυβος που κάνουν είναι εκκωφαντικός και, παρότι εκείνη κλείνει τα αυτιά της για να μην τις ακούει, τα χέρια της γλιστρούν, τα μέλη της δεν την υπακούν, η ενδοεπικοινωνία καταρρέει, ο κόσμος αποσυναρμολογείται, (ούτε τοίχοι, ούτε τείχη, ούτε τύχη), το σπίτι γίνεται διάφανο, (τι άτυχο, τι άτειχο, τι άτοιχο), δεν υπάρχει σωτηρία. Δεν αντέχει, βάζει τις φωνές (τι άλλο να κάνει;), μα οι κάλτσες της την αγνοούν. Φτφτφτφτφτφτ.