26.2.14

Of age

Θυμάμαι, Λουλουδένια μου, το σπίτι. Ανήκε στη Μάγισσα που είχαν επισκεφτεί (ανυποψίαστοι;) ο Χάνσελ κι η Γκρέτελ. Μα για μία χρονιά, μαγική πέρα ως πέρα, ήταν δικό μας. Κι η Μάγισσα έμενε δίπλα, χωρίς ποτέ να μας ενοχλεί. Ερχόταν μόνο όταν τη φωνάζαμε. Έκανε μαστορέματα φορώντας μια χιλιομπαλωμένη σαλοπέτα, κι όταν τελείωνε έφευγε, αφήνοντας το τσάι της να κρυώνει.

Όταν ανοίξαμε την  ξύλινη πόρτα για πρώτη φορά - οι δυο μας, γιατί οι υπόλοιποι συγκάτοικοι ήταν άφαντοι - είδαμε τη ροζ μοκέτα να απλώνεται παντού, μέχρι και στο μπάνιο. Η φρίκη μου ήταν απερίγραπτη. Η αδιαφορία σου ενδεικτική.
Μετά είδαμε - πως θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητος! - τον τεράστιο δερμάτινο καφέ καναπέ στη μέση του σαλονιού, να μετρά μέρες και νύχτες κοιτώντας έξω από το παράθυρο. Κι ύστερα, με προσοχή, ανοίξαμε το αποθηκευτικό ντουλάπι που ήταν κρυμμένο κάτω από τη σκάλα. Σκονισμένες, καταπίνοντας το βήχα, βγήκαμε στο μικρό κήπο στο πίσω μέρος του σπιτιού. Αναπνεύσαμε βαθιά, και γέμισαν τα πνευμόνια μας Camden. Το βλέμμα μας χάιδεψε κάθε γωνιά του κήπου: τις πρασινάδες που άναρχα ξεπηδούσαν από τα φθαρμένα γκρίζα πλακάκια και το χαμηλοτάβανο υπόστεγο που προστάτευε τα εργαλεία και τα σαλιγκάρια. Στο κέντρο του κήπου δέσποζε ένα σιντριβάνι. Ήταν στεγνό, κατάστεγνο. Κι όμως, ήμουν σίγουρη ότι κάποτε άφηνε το νερό να κυλά γάργαρο, σα γέλιο. Σκέφτηκα ότι το σπίτι ήταν παγωμένο, ότι το σπίτι ήταν η εικόνα του σπιτιού.
Επιστρέψαμε στο εσωτερικό, παραμερίζοντας τις πράσινες κουρτίνες με τα μικρά λευκά άνθη. Περάσαμε στη μικρή κουζίνα και χαζέψαμε άναυδες τα αμέτρητα κατσαρολικά, αρκετά για να φτιάξουν φαγητό για μία μεραρχία. Κι ύστερα, δίπλα στον καταψύκτη, είδαμε για πρώτη φορά τον Χένρι. Ήταν μικρός και κόκκινος. Στεκόταν ακίνητος μα το πονηρό του χαμόγελο μας καλωσόριζε θερμά.
(Έτσι ήταν, είναι και θα είναι ο Χένρι: χαμογελά ακατάπαυστα και δε βγάζει άχνα. Μονάχα όταν δουλεύει αγκομαχά. Είναι παραγωγικός, αλλά δεν του αρέσει η εργασία. Προτιμά να στέκεται και να κοιτά - χωρίς ποτέ να βαριέται -  το άπειρο και το τίποτα. Όταν τον χρειαζόμασταν, έσερνε τα χέρια και τα πόδια του για να ανέβει τη φιδογυριστή σκάλα που οδηγούσε στα φωτεινά μας δωμάτια. Κι όταν τελείωνε τη δουλειά του ήταν τόσο κουρασμένος, που πολλές φορές δε γύριζε στη θέση του, δίπλα στον καταψύκτη, αλλά έμενε στο κεφαλόσκαλο, περιμένοντάς μας να τον πάμε πίσω αγκαλιά.)
Έγινε ο Χένρι αναπόσπαστη παρέα μας την περσινή χρονιά - πως θα μπορούσε να μη γίνει! Δεν πέρασε πολύς καιρός μέχρι να μας συστήσει στις αραχνούλες, που είχαν χτίσει τα μικρά τους σπίτια στους σημαδεμένους τοίχους. Περνούσαν τον καιρό τους κάνοντας ακροβατικά και πάντα κρύβονταν όταν μας έβλεπαν. Μας φοβόντουσαν, γιατί οι συγκάτοικοί μας τις ξεσπίτωναν και τους έδιναν μια, μπαμ,  έξω από το παράθυρο, ενώ εγώ τους έδινα μια με την παντόφλα, μπαμ, και τις έστελνα στον άλλο κόσμο. Παρά τα μπαμ, παρά το φόβο, αυτές επέστρεφαν. Είχαν κάνει συμφωνία με τη Μάγισσα να μας παρατηρούν, να μας προσέχουν και να μας φοβίζουν.

Θυμάμαι, Λουλουδένια μου, το σπίτι γιατί ήταν μία τελετή ενηλικίωσης.

25.2.14

Bell y dancing

Κάθε Δευτέρα στις έξι και μισή, έξι κορίτσια γίνονται δέντρα.
Φτάνουν στο μικρό δωμάτιο με τα μεγάλα παράθυρα και τις αμέτρητες καρέκλες και περιμένουν. Σύντομα ακούν κουδουνίσματα φλουριών κι ένα ξόρκι, μυστικό και παντοδύναμο, να βγαίνει από τους τοίχους, een-twee-drie-vier-vijf-zes-zeven-acht, και να σκορπάει naar de rechts και naar de links. Τότε τα χέρια τους μετατρέπονται σε κλαδιά και αρχίζουν να κουνιούνται ρυθμικά. Τα δάχτυλά τους τεντώνουν κι ύστερα φτιάχνουν μια φωλιά για τα πουλιά που, τιτιβίζοντας, έρχονται από κάθε γωνιά του κόσμου. Η μουσική διαπερνάει την ατμόσφαιρα σαν ανοιξιάτικο αεράκι και τις κάνει να σαλεύουν τα ρυθμικά. Τα κουδουνίσματα συνοδεύουν τη μουσική, από αριστερά και δεξιά, από το πάτωμα και το ταβάνι, από τα παράθυρα και τις καρέκλες. Όλα κουδουνίζουν. Και τα κορίτσια ανοίγουν τα χέρια τους, καλούν το σύμπαν στην αγκαλιά τους, κι ύστερα τα κλείνουν για να κρατήσουν το σύμπαν για πάντα κοντά τους.  Έτσι περνούν μιάμιση ώρα.
Κι όταν πάει οχτώ, σταματούν τα κουδουνίσματα. Τα κορίτσια μεταμορφώνονται ξανά - μικροκαμωμένες Σταχτοπούτες δίχως γοβάκια. Φορούν τα αθλητικά τους παπούτσια, ξεκλειδώνουν τα ποδήλατα, τα καβαλούν και χάνονται στις ατέρμονες πεδιάδες με τα πρόβατα και τα κουνέλια.

17.2.14

Γράμματα αγάπης

Χρόνια πριν, μου είχε γράψει σ'ένα μικρό κομμάτι χαρτί μ'ένα στυλό bic μισοτελειωμένο: "θα ήθελα να τυπώσω όλη μου την αγάπη για σένα σε ένα Α4 και να στη δείξω, αλλά δεν ξέρω κατά πόσο η αγάπη χωράει στα χαρτιά".

Από τότε, γέμισε μελάνι το στυλό και γράφτηκαν καινούριες ιστορίες. Έγραφε η μία, διάβαζε η άλλη, εξ αποστάσεως και in situ ταυτόχρονα. Οξύμωρο, ναι, μα αντιπροσωπευτικό: παρέα ήμασταν πάντα φίλα προσκείμενες στο ασύλληπτο, το άνομο, το πανκ. Τρέχαμε στα βουνά, με το maalox στη τσάντα και τα όνειρα να μας τραβούν, να μας ενώνουν και να μας χωρίζουν.

Αυτήν την αγάπη, τη γραμμένη στο μικρό κομμάτι χαρτί, την εξ αποστάσεως και χαραγμένη in situ, την κουβαλώ από τότε - από πάντα - μαζί μου ανά τον κόσμο.

15.2.14

Aandrijving

Human being. Being human. Η γοητεία του παραλληλισμού έγκειται στο φόβο της ακυρότητάς του, στην κατάργηση της αυθεντίας και της μοναδικότητας του ανθρώπινου είδους. Κι η ειρωνεία του παραλληλισμού έγκειται στην επισταμένη προσπάθεια της επιστήμης να μετατρέψει τις μηχανές σε άνθρωπινα όντα, εξειδικευμένα κι απαραίτητα.

Πέρασα τις τελευταίες μέρες εξερευνώντας την παραμυθοχώρα στην οποία φέτος κατοικώ. Και κάθε ματιά μου επιβεβαίωνε ότι οι μηχανές είναι η βάση κι η απόβαση. Η δράση κι η απόδραση.

Να, ο Vermeer ήταν χημικός και φυσικός κι η camera obscura ήταν το διαβατήριό του για το ταξίδι στην αχαρτογράφητη χώρα του φωτός και της σκιάς. Μπήκα στο εργαστήριό του. Μαγεμένη, χώθηκα μέσα στο κουτί και σκεπάστηκα με το χοντρό παλτό μου. Έβλεπα το βρεγμένο δρόμο, τους ομπρελοφόρους περαστικούς κι ένα αυτοκίνητο παρκαρισμένο. Κοινότυπο θέαμα. Κι όμως, η εμπειρία ήταν μυστικιστική: η φαντασία μου οργίασε, το μυαλό μου γέμισε εικόνες, ήχους, σκέψεις!

Ποιος είναι τελικά ο καλλιτέχνης; Ο άνθρωπος ή το μέσο;

Να, στο μουσείο Speelklok τα όργανα - μουσικά κουτιά σε μέγεθος δωματίου -, κουρδισμένα και σε ετοιμότητα, δεν ήταν παρά ένα συνονθύλευμα μηχανών, επιστημονικά μελετημένων και προσεκτικά τοποθετημένων. Μαγεμένη, γύρισα μία προς μία, ξανά και ξανά, τις μανιβέλες και κοιτούσα σαν υπνωτισμένη τα βαρίδια να πέφτουν, τα γρανάζια να κινούνται, τους τροχούς να γυρίζουν και τις αλυσίδες να ξεδιπλώνονται, κάνοντας τα καμπανάκια να κουδουνίζουν και τις χορδές να πάλλονται. Οι πιο όμορφες μελωδίες έβγαιναν από τα πιο άμορφα όργανα.

Η ημίθεη εικόνα των μηχανών κάλυπτε τη θεϊκή εικόνα του ανθρώπου.

Περί αυτού έγραφε ο Benjamin το 1930, εγκωμιάζοντας τον κινηματογράφο ως το μέσο που μπορεί να αποκαθηλώσει τα έργα τέχνης από την αύρα τους, τον τελετουργικό και μοναδικό χαρακτήρα που τα σημαδεύει με τη σφραγίδα του 'εδώ' και του 'τώρα'. Πίστευε ότι μέσω της αποκαθήλωσης η τέχνη μπορεί να δραπετεύσει από τη σκέπη των φασιστικών ιδεών και πράξεων (που ως κοινό παρονομαστή έχουν την αυθεντικότητα) και να εξερευνήσει τον κόσμο, εκδυόμενη τις χωροταξικές και χρονολογικές υποταγές που φέρουν άλλες τέχνες.

Μα είναι - δεν είναι; - τέχνη οι μηχανές! Μα είναι τάχα κι οι μηχανές καλλιτέχνες;

Κινητικότητα

Πέρασε καιρός που τα συμπαρομαρτούντα ήταν κυρίως και τα κυρίως συμπαρομαρτούντα. Η κατάσταση ήταν ασφυκτική, αχανής, ατέρμονη. Συχνά προσπαθούσα να ανάψω το φως μα δεν έβρισκα το διακόπτη. Οι τοίχοι γκρεμίζονταν και το πάτωμα έκαιγε. Το δωμάτιο στριφογυρνούσε γύρω μου, κίτρινο και κόκκινο, τόσο κίτρινο, τόσο κόκκινο...

Μα τώρα η κατάσταση έχει οριοθετηθεί. Το δωμάτιο παραμένει κίτρινο και κόκκινο, μα φαίνονται καθαρά τα κυρίως και τα συμπαρομαρτούντα κάτω από το αδύναμο φως της μεταλλικής μου λάμπας.

Τριγύρω, διακίνηση ιδεών και κίνηση πολιτισμών. Φεύγουν τα γνώριμα πρόσωπα και τη θέση τους - το δωμάτιό τους, το ποδήλατό τους - παίρνουν καινούρια. Τι λύπη! Τι ανυπομονησία! Πνεύματα ελεύθερα, φιλελεύθερα κι απελευθερωμένα. Ταξιδιώτες. Κοσμοπολίτες.

Αναβοσβήνουν τα φώτα του Winkel van Sinkel πίσω από τα ορθωμένα αγάλματα. Αναβοσβήνουν τα φώτα του Tivolli. Η πόλη πάλλεται, υπό το μηδέν, τόσο θερμή! Αποχαιρετά κι αναμένει, σαγηνεύει με τη γλυκύτητά της, τα ανύποπτα κανάλια, τους κεντημένους καθεδρικούς, τις παραδοσιακές μπυραρίες και τα ξενυχτισμένα φαγάδικα, τις περιποιημένες βιβλιοθήκες και τα εκατομμύρια ποδήλατα να πηγαίνουν και να έρχονται. Ναι, τα ποδήλατα! Δεν είναι οχήματα. Είναι σπίτια (ή κοινόβια). Εκεί οι άνθρωποι τρώνε, καπνίζουν, βγάζουν βόλτα τους σκύλους τους, αγαπιούνται και μισούνται.

Ζωή εν κινήσει.

Η νεράιδα του τρένου

Μπήκα στο μετρό με βιάση, με έπνιγαν οι λυγμοί, με τύφλωναν τα δάκρυα. Η κάπνα του σταθμού κολλούσε στο δέρμα μου, τα χέρια και τα πόδια μου ήταν βαριά. Σύρθηκα στην κοντινότερη θέση, πήρα βαθιά ανάσα, σκούπισα τα δάκρυα. Χαμογέλασα αχνά. Ο άντρας που καθόταν απέναντί μου με κοιτούσε έντονα. Όταν αντιλήφθηκε ότι τον είχα τσακώσει επί τω έργω, ντράπηκε - ένεκα η Αγγλική (αεροστεγώς συγκροτημένη κι απόλυτα συγκρατημένη) του φύση - κι έστρεψε φουρκισμένος το βλέμμα του στα μαύρα, βρώμικα τοιχώματα του τούνελ έξω από το τρένο.

Τουκουτουκ, τουκουτουκ, τουκουτουκ.

Άρχισα κι εγώ να κοιτώ τους επιβάτες στο βαγόνι μου. Ήθελα, όπως πάντα, στα πρόσωπά τους να διαβάσω τις ιστορίες τους, κι έτσι προσωρινά να ξεχάσω τη δική μου. Είχα όμως μεταμορφωθεί σε Sherlock Holmes: τα αυτοματοποιημένα συμπεράσματα διαδέχονταν το ένα το άλλο, κι ούτε ένας εκ των επιβατών δεν έμοιαζε κατάλληλος για να γίνει παράθυρό μου - ή έστω, καθρέφτης.

Μέχρι που ανασκουμπώθηκα κι είδα κουρνιασμένη στο τέρμα της σειράς όπου καθόμουν μία πρώην Νεράιδα - νυν συνταξιούχο. Διάβαζε ένα βιβλίο και μία υποψία χαμόγελου ήταν κρυμμένη στο μικροσκοπικό πρόσωπό της. Τα μαλλιά της ήταν καστανά και κοντά. Η φράντζα της κάλυπτε το μέτωπό της, που ήταν ήδη βυθισμένο για τα καλά στα άδυτα του βιβλίου της. Τα ρούχα της ήταν προσεγμένα, καφέ και πράσινα, και το φουλάρι της ήταν γεμάτο φθινοπωρινά λουλούδια. Κουνούσε τα πόδια της στο ρυθμό του τρένου: δεν έφταναν να ακουμπήσουν το δάπεδο και κρέμονταν. Όμως δεν ήταν βαριά, αλλά όλο ενέργεια και χάρη.

Τουκουτουκ, τουκουτουκ, τουκουτουκ.

Κάθε τουκ, κι ένα πόδι να ξεπερνά το άλλο, να τεντώνεται, κι ύστερα να ενδίδει στη βαρύτητα και, ωπ, να επιστρέφει στην αρχική του θέση. Κι οι σελίδες να συμπληρώνουν τη κιναισθητική συμφωνία. Να στέλνουν, καθώς γυρνούν, τις ειπωμένες ιστορίες στο παρελθόν. Να καλούν, καθώς στέκονται, τις ανείπωτες ιστορίες στο παρόν.

Κι έτσι έφτασα στο Hendon. Η συνταξιούχος νεράιδα σταμάτησε να κουνά τα πόδια της και να γυρίζει τις σελίδες του μαγικού βιβλίου της όταν το τρένο σταμάτησε στη στάση. Το πρόσωπό της αναδύθηκε στην επιφάνεια, και καθώς τεντώθηκε, με κοίταξε με τα μικρά, αμυγδαλένια μάτια της. Το βλέμμα της ήταν διαπεραστικό, κι ένιωθα ότι είχα γίνει εγώ το βιβλίο της. Οι πόρτες άνοιξαν (please, mind the gap between the train and the platform!) και βγήκα με παράλογη φούρια στους άδειους δρόμους δίχως ταυτότητα. Εκείνη δεν κατέβηκε.

Εκείνη, μου φαίνεται, ήταν το τρένο.