3.12.14

A week ago

...έγραφα. Μόνη. Καθισμένη στο παγκάκι του νεκροταφείου. Έγραφα με ένα μπλε στυλό μπικ και τα δάχτυλά μου κόντευαν να ξεκολλήσουν από τα χέρια μου και να πέσουν στο έδαφος. Ευτυχώς δεν ξεκόλλησαν, δεν έπεσαν. Το έδαφος ήταν γεμάτο φύλλα, κίτρινα πεσμένα φύλλα, που αποσυντίθενταν μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα, λεπτό με το λεπτό. Αποσυντίθενταν και γίνονταν λάσπη, παχιά λάσπη πάνω στην οποία δε μπορεί κανείς να περπατήσει. Γι'αυτό εγώ δεν περπατούσα. Μόνο καθόμουν κι έγραφα. Μόνη. Στο νεκροταφείο. Λίγο νεκρή.

Σκεφτόμουν ότι ό,τι για σένα είναι κήπος σοβαρότητας, είναι για μένα τάφος. Εσύ ανθίζεις κι εγώ πεθαίνω. Βουλιάζω στη λάσπη, στα φύλλα που αποσυντίθενται, κι αποσυντίθεμαι κι εγώ. Βυθίζω τα πόδια μου στη λάσπη. Καλύπτω τα χέρια μου. Βάφω το πρόσωπό μου. Λούζω τα μαλλιά μου. Τρώω τη λάσπη, πίνω τη λάσπη. Και ξυπνώ - όχι απλώς λασπωμένη, αλλά η ίδια λάσπη.

Σε αγκαλιάζω και σε φιλώ για να σε μολύνω. Θέλω να δω αν θα κυλιστείς μαζί μου, αν θα γίνεις κι εσύ λάσπη, αν θα πεθάνεις ένα μικρό θάνατο μαζί μου. Κυλιέσαι για λίγο. Όσο πρέπει, για τα δικά σου δεδομένα. Κι ύστερα σηκώνεσαι, τινάζεσαι σα Λαμπραντόρ Ριτρίβερ, και σκορπάς τη λάσπη, εμένα, τριγύρω.
Τι θα κάνεις ύστερα, αναρωτιέμαι. Άραγε θα με βοηθήσεις να σκαρφαλώσω ξανά στο δέντρο από το οποίο έπεσα ή αν θα με πατήσεις και θα φύγεις βιαστικός; Προσπαθείς, μια τελευταία προσπάθεια να δείξεις όση τρυφερότητα κρατάς ακόμη φυλαγμένη. Παίρνεις μια μεγάλη ανάσα και τινάζεις τα χέρια σου προς την κατεύθυνση του δέντρου μου - χωρίς σκοπό. Με πετάς στον αέρα - χωρίς δύναμη. Κι εγώ, γαμώτο, δε στεριώνω στο δέντρο. Με ένα παφλασμό πέφτω ξανά στο έδαφος. Κι ύστερα νιώθεις κουρασμένος. Θες να κρυφτείς και να χουχουλιάσεις κάτω από ένα πράσινο κάλυμμα, για πάντα. Φεύγεις χτυπώντας τις όμορφες μπλε σκούρες μπότες σου στο έδαφος, μία τελευταία, τελειωτική επίθεση στη λάσπη.
Ποδοπατημένη, εγώ, κλαίω, κλαίω στην αρχή κι ύστερα στεγνώνω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου