15.8.14

Mακροβούτι

Πάρε ανάσα. Έτοιμος;

Βουτήξαμε χωρίς καμία προετοιμασία.

Μπήκαμε μέσα σε λεωφορεία με πυρωμένα καθίσματα, φορτωμένοι παραγεμισμένα σαμάρια. Αντικρίσαμε διστακτικά χαμόγελα - καθρέφτες δικών μας πρωτύτερων προσώπων - κι ανεβήκαμε το φιδογυριστό δρόμο που σφιχταγκαλιάζει το βουνό, έχοντας τον ύμνο και την κραυγή - φωλιασμένα στο ασυνείδητο - στα χείλη μας. Φτάσαμε στον παράδεισο (που, ως είθισται, παντρεύει το οικείο με το ανοίκειο). Βρισκόμασταν πάλι κάτω από τη σκιά των πλατανιών και ανάμεσα στις πλάκες της πυράς. Αγκαλιαζόμασταν χωρίς τον ιδιαίτερο ενθουσιασμό που επιβάλλει ένας χρόνος απόστασης. Οι προσωπικές ιστορίες είχαν εκλείψει και στο προσκήνιο είχε έρθει η συλλογική, εκείνη του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος, εκείνη η αιώνια. Τραγουδήσαμε το 'Ονειρέψου', αρχικά με διαδραστικά σκονάκια να λικνίζονται τριγύρω μας αρθρώνοντας εκφραστικά τα λόγια, κι ύστερα χωρίς βοήθεια, γιατί τα κτήματα της συλλογικής ιστορίας διεισδύουν στις προσωπικές αναμνήσεις και συχνά - όπως τώρα - εκθρονίζουν τα πραγματικά γεγονότα. Παρατηροούσαμε τις αλλαγές στο χώρο, μία προς μία, τις μετρούσαμε, τις επικροτούσαμε ή τις κατακρίναμε. Κι όμως, παρά τις αλλαγές, η ίδια μυρωδιά πλανιόταν στην ατμόσφαιρα, τα ίδια τραγούδια αναδύονταν από την πυρά καθώς οι φωνές τα καλούσαν να εξυψωθούν, η ίδια Αιγαιοπελαγίτικη αρμύρα χάιδευε το δέρμα μας, ο ίδιος ήλιος περνώντας μέσα από τα πλατανόφυλλα μπλεκόταν στα μαλλιά μας, και τ'αστέρια του Άη-Γιάννη, αιώνια, έφτιαχναν γιρλάντες για να στολίσουν τις μέρες και τις νύχτες μας. Κι ένα βράδυ, ενώ ξαπλώναμε στο γήπεδο του βόλλεϋ, κουκουλωμένοι με τα sleeping bag, έβρεξε αστέρια. Έπεσε ένα, κάναμε μια ευχή, κι ύστερα ακόμη ένα, κι ύστερα κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο, ενώ εμείς κοιτούσαμε (όσο μπορούσαμε να κρατήσουμε τα βλέφαρά μας ανοιχτά) το θαύμα μ' ανοιχτό το στόμα. Όσα αστέρια και να 'πεσαν, πάντα έμεναν κάποια να φωτίζουν τη θάλασσα και το βουνό, να μας κοιτούν στη νυχτερινή μας εξόρμηση στο Παπά Νερό, το οποίο καταλάβαμε ως βάρβαροι, τραγουδώντας μελωδίες αγάπης για την κατασκήνωση. Έτσι ήμασταν: χαρούμενοι, αποτρελαμένοι, φλογισμένοι, με τις στάχτες της πυράς στις πατούσες μας, βαμμένοι με μερέντα, κραυγάζοντας ινδιάνικες ιαχές ή τραγούδια Ντίσνεϋ.

Κάθε περίοδος, μου έλεγε κάποιος - δε θυμάμαι ποιος - έχει έναν ήχο κι ένα χρώμα. Ο ήχος της είναι η επιστροφή σ'ένα ποτάμι αναμνήσεων, μία δίνη μέσα στο παρόν και για το μέλλον. Μα το χρώμα της, δεν το ξέρω. Κάποτε γκρι, άλλοτε γαλάζια, συχνά ροζ και πάντα πράσινη.

Εδώ κι ένα μήνα έχουμε βγει απ'το νερό.

Τώρα μπορείς ξανά να ανασάνεις.

1 σχόλιο: