17.8.14

Η περιπέτεια των τριχών που κόμπιασαν

Δυο Τρίχες εξαιρετικά φλύαρες συζητούσαν μεταξύ τους περί των ανέμων που τις είχαν ανακατέψει και των υδάτων που τις είχαν φουντώσει. Είχαν εκνευριστεί τόσο με τις δυνάμεις τις φύσης που κόντευαν να ασπρίσουν από το κακό τους.
"Θα πέσω φαρδιά-πλατιά", είπε η μία. "Δε μπορώ άλλο, θα ξεφύγω από αυτό το κεφάλι που δε μου έχει φέρει τίποτα παραπάνω πέρα από μία ενοχλητική ξηροδερμία".
"Αχ, χρυσή μου, αδελφή μου, μην πέσεις!", ξεφώνισε η άλλη. "Ταυτόχρονα φυτρώσαμε! Παρέα μεγαλώσαμε! Μη με αφήσεις μόνη, σε ικετεύω!".
"Μα δεν είσαι μόνη! Εδώ γίνεται συνωστισμός... Είμαι σίγουρη ότι θα κάνεις καινούριες παρέες στο πι και φι!", είπε η πρώτη  Τρίχα, κάπως κολακευμένη και αρκετά συγκινημένη. Έκανε ότι σκέφτεται για μισό λεπτό και - προσποιούμενη ότι διστάζει - δήλωσε με αργή φωνή, "αφού όμως δε μπορείς να κάνεις χωρίς εμένα, τότε δε μου αφήνεις άλλη επιλογή. Δε θα πέσω.".
Η δήλωσή της έκανε τη δεύτερη Τρίχα να χοροπηδήσει! Οι δύο Τρίχες αγκαλιάστηκαν τσιρίζοντας από τον ενθουσιασμό. Μα καθώς ήταν μπλεγμένες, η ιδιοκτήτρια του κεφαλιού πάνω στο οποίο διέμεναν, πέρασε τα δάχτυλά της γύρω τους και τις έμπλεξε. Έτσι, οι Τρίχες έγιναν κόμπος.
Έκπληκτες και τρομαγμένες, προσπάθησαν να φωνάξουν για βοήθεια, μα τότε συνειδητοποίησαν ότι δε μπορούσαν να μιλήσουν. Είχαν χάσει τη συνηθισμένη τους ευφράδεια και κόμπιαζαν. Εκείνες, που μπορούσαν να μιλούν με τις ώρες, χωρίς σταματημό! Εκείνες, οι βασίλισσες της ρητορικής, που μπορούσαν με ένα τους λογύδριο να οργανώσουν επαναστάσεις! Εκείνες τώρα τραύλιζαν κι έβγαζαν μικρές άναρθρες κραυγές. Δεν έβρισκαν τα λόγια για να εκφράσουν τη λύπη και τη σύγχυση τους κι οι λέξεις τους δεν έβγαζαν κανένα νόημα. Πάλεψαν αρκετή ώρα να συνέλθουν, μα η κατάσταση ήταν μη αναστρέψιμη, δε μπορούσαν να βγάλουν άχνα! Το είχαν πάρει απόφαση: τα μεγαλεία που βίωναν μέχρι τώρα, λάμβαναν τέλος. Θα έμεναν για πάντα ένας κόμπος που κομπιάζει.
Εντωμεταξύ, η ιδιοκτήτρια του κεφαλιού μία κοντή κοπέλα με είκοσι εφτά διαφορετικές αλλεργίες, κατάλαβε - μετά από επίμονο κι επίπονο χτένισμα - ότι τα μαλλιά της είχαν μπλεχτεί τόσο που δεν ξεμπλέκονταν. Δοκίμασε τρεις διαφορετικές μαλακτικές κρέμες, έξι διαφορετικού μεγέθους βούρτσες και δεκαοχτώ διαφορετικού τύπου χτένες, αλλά δεν κατάφερε τίποτα. Αγανακτισμένη, αποφάσισε να εγκαταλείψει την προσπάθεια και να πάει στο κομμωτήριο.
Έτσι κι έγινε. Ένα ζεστό πρωινό με ήλιο, η Κοπέλα σηκώθηκε κι ετοιμάστηκε για το ραντεβού της. Φτάνοντας στο κομμωτήριο, συνάντησε την κομμώτριά της, μία στρουμπουλή και καλόκαρδη κυρία που, λόγω επαγγέλματος, ήξερε όλα τα κουτσομπολιά της γειτονιάς. Το κομμωτήριο ανέδιδε τη μυρωδιά της λακ, η οποία προκαλούσε αλλεργία στην Κοπέλα που προσπαθούσε χωρίς επιτυχία να συγκρατήσει τα φταρνίσματά της, ενώ η κομμώτρια ξεκίνησε να τη λούζει και να τη βομβαρδίζει με τις πιο σκανδαλιστικές ειδήσεις του τελευταίου έτους.
Η Κοπέλα έβρισκε μικροπρεπές το ενδιαφέρον των ανθρώπων για τέτοια θέματα. Γεννημένη με το λάβαρο της επανάστασης στο χέρι, αρνούνταν να συμμετέχει σε συζητήσεις που ρίχνουν στάχτη στα μάτια της μάζας και την αποπροσανατολίζουν από τον ιερό σκοπό της επανάστασης.  Αντίθετα, οι Τρίχες λάτρευαν τα κουτσομπολιά! Από φύτρες είχαν τα αυτιά και τα μάτια τους ανοιχτά για να ακούν και να βλέπουν τα πάντα. Συγκέντρωναν με ευλάβεια τις ειδήσεις που έπιαναν, και τις μοίραζαν με σύνεση. Άλλωστε, υποστήριζαν θερμά ότι η γνώση είναι δύναμη. Ακούγοντας τα νέα που αποκάλυπτε η κομμώτρια, οι Τρίχες, γεμάτες έξαψη και σοκ, ήθελαν να σηκωθούν όρθιες!
Η κομμώτρια έβαλε την Κοπέλα να καθίσει. Αφηρημένα, της χτένιζε τα μαλλιά με τα χέρια εξιστορώντας τα καθέκαστα μίας ερωτικής περιπέτειας που οδήγησε σε πολιτικό σκάνδαλο. Εκείνη τη στιγμή, μία άλλη κομμώτρια ψέκασε με λακ μία πελάτισσα. Το σύννεφο της λακ σκέπασε την Κοπέλα. Αυτή φταρνίστηκε πολύ δυνατά. Η κομμώτριά τρόμαξε και τράβηξε το χέρι της από τα μαλλιά της κοπέλας, περνώντας με φόρα ανάμεσα από τις Τρίχες, λύνοντας τον κόμπο στον οποίο είχαν δεθεί. Οι Τρίχες ξεμπλέχτηκαν κι άρχισαν να τραγουδούν από τη χαρά τους! Ναι, να τραγουδούν! Μπορούσαν πάλι να μιλήσουν! Άρχισαν να εξιστορούν στην ομήγυρη την περιπέτειά τους, πως βρέθηκαν από ελεύθερες κι ομιλητικές, να γίνουν κόμπος και να κομπιάζουν κάθε φορά που πήγαιναν να αρθρώσουν μία πρόταση. Στο κεφάλι της Κοπέλας γινόταν πάρτι!
"Τι θα κάνουμε στα μαλλιά σου;", ρώτησε η κομμώτρια την Κοπέλα, αφού συνήλθε από την τρομάρα.
"Α, όχι, ξέρετε, δεν ήρθα για κούρεμα! Ήρθα μόνο για να μου τα χτενίσετε...", απάντησε η Κοπέλα.
Η κομμώτρια κοίταξε την Κοπέλα με απορία. "Δε μπορεί να θες μόνο αυτό; Αυτό δεν είναι τίποτα. Κάτσε, θα σου κάνω το σχέδιο που φοριέται φέτος. Όλες έρχονται και μου το ζητούν. Κάτσε, σου λέω! Κάτσε, κι έχω να σου πω ακόμα... ένα σωρό!".
Μη μπορώντας να σηκωθεί, η Κοπέλα αποφάσισε να μείνει. Χρειαζόταν μια αλλαγή, η αλήθεια να λέγεται. Έγνεψε στην κομμώτρια και στρογγυλοκάθισε. Κι η κομμώτρια πλησίασε τα μαλλιά της Κοπέλας με το πιο κοφτερό ψαλίδι του κομμωτηρίου....


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου