29.8.14

Νυχτερινοί Εισβολείς

Καταδιωκόμενοι μέσα στο ίδιο μας το σπίτι. Περιορισμένοι σε ένα δωμάτιο, το μόνο οχυρωμένο, σκεπασμένοι με τα καλύμματα του καναπέ.
Το φίδι μας, φέρνοντας βόλτες στον τοίχο, μάς προστατεύει: είναι έτοιμο να εκτοξεύσει υπεριώδη ακτινοβολία σε οτιδήποτε πλησιάσει. Νιώθω λίγη σιγουριά κι αποκοιμιέμαι. Μόνο φοβάμαι μήπως ο ζήλος του φιδιού εξολοθρεύσει κάτι σημαντικό, άνευ σημασίας.
Τα κεντητά τραπεζομάντιλα δε νιώθουν το φόβο που (δεν) κρύβουμε, δεν ακούν τις σειρήνες που (δε) σημαίνουν συναγερμό, και λικνίζονται αγέρωχα χαιρετώντας τον περαστικό αέρα.
Μέσα στον ύπνο μου κραυγάζω μία προσευχή.
Αέρα, αεράκι μου, πάρε μακριά τους εισβολείς και εξαφάνισε τους.
Την επαναλαμβάνω δέκα φορές, μετρώντας με τα δάχτυλά μου που δε μπορώ να κουνήσω. Μα τα δάχτυλα δεν είναι ποτέ δέκα - στο ένα μέτρημα γίνονται εννιά και στο επόμενο έντεκα. Όταν είναι εννιά, ο αέρας δεν ακούει την προσευχή. Όταν είναι έντεκα, προσβάλλεται και φεύγει.

Μόνο το φίδι παραμένει ξάγρυπνο κι ακίνητο. Οι υπόλοιποι κοιμόμαστε χωρίς ησυχία.
Οι σειρήνες χτυπούν σε περιοδικούς κύκλους, μας κυκλώνουν σαν κλοιός, μας ψιθυρίζουν ότι μας προστατεύουν και μας φωνάζουν να τρέξουμε μακριά.
Αέρα, αεράκι μου, πάρε μακριά τους εισβολείς και εξαφάνισε τους.
Γινόμαστε ένα με το φλοιό του δέντρου που (δε) φαίνεται δίπλα στο φίδι.
Ο κορμός είναι κούφιος και γεμίζει θάλασσα, αφρισμένη σαν Ολλανδικό λιβάδι.
Στην αρχή πνιγόμαστε, κι ύστερα καταφέρνουμε να επιπλεύσουμε γιατί ξέρουμε κολύμπι (ή - τουλάχιστον - μας διακατέχει το αίσθημα της επιβίωσης).

Ακούμε τις εργασίες στην κουζίνα. Εργάτες κι εργολάβοι προσπαθούν να κατεβάσουν τα ντουλάπια, να σπάσουν τα πλυντήρια, να πλημμυρίσουν το πάτωμα.
Κάνουν ένα διάλειμμα για φαγητό και συνεχίζουν.
Η αστυνομία χτυπά το κουδούνι. Ο αστυνόμος φωνάζει "είναι δυνατόν να διαταράσσεστε την ώρα κοινής ησυχίας;". "Δε φταίω εγώ", ψελλίζω, και του γνέφω προς την κατεύθυνση της κουζίνας. Μπαίνει μέσα και αντικρίζει τον μικροκαμωμένο εργολάβο. Χάνει τη μιλιά του. Ο εργολάβος του λέει μάγκικα, "ρε φίλε, μιας που έκανες τον κόπο να έρθεις, δε βάζεις ένα χεράκι; Αυτός ο τοίχος δεν πέφτει με τίποτα!". Ο αστυνόμος λιποθυμά.
Δίνω σήμα στο φίδι να τον περιμαζέψει. Εγώ δεν έχω ποτέ το σωστό αριθμό δαχτύλων και μπορεί να κάνω καμιά ζημιά. Δεν είναι ώρα για παιχνίδια!
Αέρα, αεράκι μου, πάρε μακριά τους εισβολείς και εξαφάνισε τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου