17.8.14

Alight here for London Underground, National and International Rail Services

Δύο τεράστια δεκάχρονα αγόρια κάθονταν δίπλα μου στο τραίνο. Τα πόδια τους έφταναν δύο θέσεις μακριά κι έβαζαν τρικλοποδιά στους επιβάτες που βάδιζαν προς την έξοδο. Έγερναν πάνω στα παράθυρα, πότε αγναντεύοντας τους αγρούς και πότε παίζοντας με τα κινητά τους.
Απέναντί τους, κάθονταν οι μαμάδες τους: μια ξανθιά, που υποδυόταν το ρόλο της κυρίας τέλειας, και μια μελαχρινή, που διάβαζε την εφημερίδα που είχε απλώσει στα πόδια της χωρίς να σηκώνει τα μάτια της για να κοιτάξει τους επιβάτες ή το τοπίο. Κι οι δυο μαμάδες ήταν ψηλές και, καθώς καθόμουν - μικροσκοπική Κοκκινοσκουφίτσα - απέναντί τους και δίπλα στα παιδιά τους, σκεφτόμουν συνεχώς ότι τα μήλα πέφτουν κάτω από τις μηλιές.
Η ξανθιά μαμά έβγαζε από τη μικροσκοπική της τσάντα σνακ, το ένα μετά το άλλο, και τάιζε τα αγόρια. Προσπαθούσε να κουβεντιάσει με τη μελαχρινή μαμά. Όμως αυτή ήταν ψυχρή, οι απαντήσεις της ήταν κοφτές και επιθετικές και μάλλον έβρισκε την ξανθιά μαμά εντελώς χαζή.
Η συζήτηση των μαμάδων περιστρεφόταν γύρω από τα ποδήλατα, τους αγώνες ποδηλάτων των γιων τους, τις προπονήσεις για τους αγώνες ποδηλάτων των γιων τους και την απρόσεκτη χρήση των ποδηλάτων στην καθημερινότητα από κοινούς ανθρώπους, που δεν ήταν οι γιοι τους. Την πλούσια θεματολογία διάνθιζαν περιστασιακά οι ιαχές των αγοριών που εξακολουθούσαν να παίζουν με τα κινητά τους, ακούγοντας τη συζήτηση με ανία, παρά το αυξανόμενο τέμπο της: η μία μαμά προσπαθούσε να αντικρούσει τα επιχειρήματα της άλλης, αντιπαραθέτοντας τα ίδια επιχειρήματα.
Οι ίδιες ιδέες ειπώνονταν ξανά και ξανά, με διαφορετικές λέξεις καθώς περνούσαμε δίπλα από πράσινους λόφους και κάτω από το γαλάζιο ουρανό. Και θα συνεχίζονταν να ειπώνονται καθώς ο ένας λόφος θα έδινε τη θέση του στον άλλον, μέχρι που το τραίνο θα έφτανε στον προορισμό του...
Με μεγάλη νωθρότητα ένα από τα δύο αγόρια έβγαλε από την τσέπη του δύο πολύχρωμες τσίχλες. Πρόσφερε τη μία στον φίλο του, ο οποίος τον ευχαρίστησε με ένα χαμόγελο. Συγκρατόντας τα νεύρα τους, τα αγόρια άνοιξαν τα μικρά πακέτα. Άρχισαν να μασουλούν τις τσίχλες τους με θόρυβο, προσπαθώντας να σταματήσουν την αντιμαχία των μαμάδων τους. Εκείνες, ακούγοντας τα αγόρια να μασουλούν τις τσίχλες, γύρισαν να τους κοιτάξουν και να τους επιπλήξουν πολιτισμένα (δε μπορεί αγόρια με τρόπους να μασουλούν θορυβωδώς), μα δεν πρόλαβαν: τα πανύψηλα αγόρια είχαν αρχίσει να ψηλώνουν ακόμη παραπάνω. Μάλιστα, ψήλωσαν τόσο που τα κεφάλια τους χτύπησαν το ταβάνι του τραίνου. Με τα τεράστια χέρια τους σήκωσαν την οροφή και την πέταξαν στα ανθόσπαρτα λαγκάδια. Ένας παράξενος θόρυβος ακούστηκε από μακριά, σαν κάτι ογκώδες να σκίζει τον αέρα. Και σύντομα εμφανίστηκαν πάνω από το τραίνο δύο τεράστια ιπτάμενα ποδήλατα. Τα αγόρια, που είχαν γίνει γίγαντες, χαμογέλασαν ο ένας στον άλλο και σκαρφάλωσαν πάνω στα ποδήλατά τους, κλότσησαν το έδαφος και αναχώρησαν προς το άγνωστο.
Οι μαμάδες κοίταξαν η μία την άλλη και αναφώνησαν ομόφωνα, "τα παιδιά στις μέρες μας...".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου