9.6.14

Το philosophise a bit too much

Ένα διαφορετικό, ανοίκειο αίσθημα με πλημμύρισε κατά τη διάρκεια των παραστάσεων. Πρόκειται για την απραγία που αισθάνεται ο καλλιτέχνης έχοντας ολοκληρώσει το έργο που η φαντασία του γεννά, η δημιουργικότητά του πλάθει κι η επιμονή του τελειοποιεί. Ολοκληρωμένο, επιμελώς ραφιναρισμένο, το έργο στέκει. Και τότε, ο καλλιτέχνης το αφήνει να φύγει από τη φωλιά όπου το έκλωθε με περισσή αγάπη κι ανείπωτο μίσος. Βγαίνει το έργο στον κόσμο, μικρό, τυφλωμένο από το φως του ήλιου και μεθυσμένο από τη μυρωδιά του αέρα που για πρώτη φορά μυρίζει. Με τον καιρό, τον έργο μεγαλώνει και ωριμάζει. Κι ο καλλιτέχνης κοιτά και δεν ξέρει - δε μπορεί να ξέρει - αν οι καρποί του θα θεριστούν ή θα σαπίσουν. Σαν το κοινό αποφασίσει υπέρ του θερισμού, ο καλλιτέχνης τρομάζει: το έργο του πωλείται! Όμως σαν το κοινό αποφασίσει να αποχωρήσει με άδεια χέρια, ο καλλιτέχνης τρομάζει διπλά: το έργο του δεν έχει αξία! Κι όταν βλέπει λάθη, πότε ασήμαντα κι άλλοτε ανυπέρβλητα, το αίσθημα της απραγίας αυξάνεται. Όταν το έργο φεύγει, τυφλώνεται, μεθά, μεγαλώνει κι ωριμάζει, τίποτε πια δε διορθώνεται, τίποτε δεν αλλάζει. What wretchedness, αλήθεια!

Πρώτη παράσταση. Εγώ κρυμμένη πίσω από την κονσόλα του ήχου κι ο Έρικ πίσω από το σημειωμένο, γεμάτο στάμπες καφέ κείμενό του. Παρατηρούσαμε τους χαρακτήρες να αποκτούν σάρκα και οστά, να οικειοποιούνται τα σώματα των φίλων μας που, σα δαιμονισμένοι, περπατούσαν στη σκηνή και φώναζαν, έκλαιγαν κι έλεγαν λόγια που δεν ήταν δικά τους. Κι όποτε μπερδεύονταν και σταματούσαν ή έσωζαν την κατάσταση και συνέχιζαν, η καρδιά μας - που χτυπούσε διαρκώς σαν ταμπούρλο - σταματούσε. Κοιτούσαμε ο ένας τον άλλο ενθαρρυντικά κι αναστενάζαμε. Κι ο Πιραντέλλο, χρησιμοποιώντας τη φωνή του Πατέρα, που χρησιμοποιούσε τη φωνή ενός ηθοποιού, δηλαδή ένος Ολλανδού φοιτητή Αγγλικής φιλολογίας, προσπαθούσε να επιβάλλει στο κοινό τις φιλοσοφίες και τις κοσμοθεωρίες του, to quieten the remorse in him.

Κι ήταν οι φιλοσοφίες χαρακτηριστικές του συναισθήματος μου: τελικά ποιος είναι πιο αληθινός, ο χαρακτήρας του θεατρικού κειμένου ή ο ηθοποιός που δανείζει στο χαρακτήρα το σώμα και τη φωνή του; Ο πρώτος πλάθεται από τη φαντασία ενός συγγραφέα. Αλήθεια, a character, sir, may always ask a man who he is. Because a character has really a life of his own, marked with his especial characteristics; for which reason he is always "somebody." But a man—I'm not speaking of you now—may very well be nobody. Όμως ο χαρακτήρας είναι εξ ορισμού no-body. Έτσι, είναι το σώμα ή το πνεύμα που μετρά; Άρα ποιος είναι σημαντικότερος: ο συγγραφέας ή ο σκηνοθέτης; Ο σκηνοθέτης καθοδηγεί μα δε μπορεί να επιβάλλει (η παράσταση εν τέλει έγκειται στην ερμηνεία του ηθοποιού, στη δυνατότητά του να ψυχανεμίζεται το χαρακτήρα). Μην είναι ο ηθοποιός το κέντρο της δράσης;

Now I will stop talking, but I must tell you this: όταν το έργο επιτυγχάνει, γίνεται ανάρπαστο και χειροκροτείται, τότε η χαρά του καλλιτέχνη δεν περιγράφεται. Γίνεται ολόκληρος ένα άλμα ως το ταβάνι κι ένα τραγούδι ως την άκρη του σύμπαντος. Μουδιασμένος, βαδίζει στη σκηνή, ενώνεται με τα λαμπερά του αστέρια κι υποκλίνεται μπροστά στα θηρία, τους θηριοδαμαστές και τα θύματα της φιλοσοφίας. Κι ύστερα, πίσω από τις κλειστές κουρτίνες, πατά μία κραυγή φεγγαρόλουστη, που ακούγεται σε κάθε γαλαξία. Κι ύστερα, σε ένα μπαρ στο κέντρο της πόλης, ρίχνει ένα χορό κι εύχεται να μπορούσαν να κρατήσουν οι χοροί, να μην πάψουν τα πανηγύρια.

1 σχόλιο: