5.5.14

Bevrijding

Να, λοιπόν, τι είναι το uncanny (αν-κάνει): όταν οι χαρακτήρες των ιστοριών σου, αυτοί που έπλασες με το νου σου ή με αφορμή την πραγματικότητα, σε πλησιάζουν αυτοβούλως και σου πιάνουν την κουβέντα. Κάτω από το τρεχούμενο νερό. Στον ύπνο.
Τότε ο τρόμος της οικειότητας με το ανοίκειο σε μουδιάζει. Εσύ είχες ακούσει τη φωνή τους, είχες δει τις χειρονομίες τους. Έτσι μπορείς ανά πάσα στιγμή να προβλέψεις τις φράσεις και τις εκφράσεις τους. Και πως να αντιδράσεις με την απαραίτητη έκπληξη μπροστά σε κάτι που ήδη γνωρίζεις; Παραμένεις ανέκφραστος. Τι κι αν σου μιλούν για σεισμούς και πυρκαγιές... Εσύ αυτά τα ξέρεις ήδη. Μπορεί, άλλωστε, να είναι δικά σου δημιουργήματα, δοκιμές για τους χαρακτήρες σου. Και πως να τους εξηγήσεις ότι οι δυσκολίες που περνούν είναι περαστικές; Ότι το κεφάλαιο σύντομα τελειώνει κι ότι στο επόμενο τους επιφυλάσσεις χαρμόσυνες στιγμές;
Τότε η ντροπή σου τρώει τη γλώσσα και σου δένει το στομάχι κόμπο. Και χωρίς γλώσσα, δε μπορείς να μιλήσεις και να τους εξηγήσεις. Και χωρίς στομάχι, δε μπορείς να χωνέψεις την κατάσταση. Δε μπορείς παρά να μπερδεύεις όλο και περισσότερο την πραγματικότητα με τη φαντασία, το Φανταστικό και το Πραγματικό. Μα αν είναι η φαντασία πραγματοποιήσιμη, μήπως τάχα είναι κι η πραγματικότητα; Μήπως ζεις το κενό; Και non. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου