2.4.14

Poissons d'avril

Χτες έκανα μπάνιο με ένα νερόφιδο κι ένα χρυσόψαρο.
Το νερόφιδο σερνόταν στον πυθμένα, δεν είχε μήτε χέρια μήτε πόδια. Όμως έστριβε τον κορμό του αριστερά και δεξιά και κινούνταν με μεγάλη ευκολία. Περνούσε κάτω από τους λουόμενους (πάνω απ' τις σκιές τους) και τους έδειχνε τον ήλιο. Τον είχε ζωγραφίσει στην πλάτη του για να τους μπερδεύει, να θαρρούν ότι κοιτούν τον ουρανό και να αναθαρρούν. Ήταν ύπουλο κι ένιωθε σίγουρο για την παντοδυναμία του. Μετά από πενήντα μέτρα δρόμο, πάντα τότε, έβγαζε το κεφάλι του έξω από το νερό, ακουμπούσε στον τοίχο κι ανάσαινε κοιτώντας ολόγυρα με μίσος. Όσοι αντάμωναν το βλέμμα του, τρομοκρατημένοι κοιτούσαν αλλού. Κι η ματιά τους, όλο φόβο, έπεφτε πάντα στο χρυσόψαρο. Αυτό ήταν κόκκινο κι ολοστρόγγυλο. Δεν έκανε καμία κίνηση, καμία προσπάθεια να προχωρήσει, μόνο επέπλεε. Το έπαιρναν τα ρεύματα κι οι πεταλούδες και το πήγαιναν πέρα δώθε. Κι όμως, όταν έφτανε στον προορισμό του, πάντα το πρόσωπό του ήταν σκυθρωπό και καταβεβλημένο. Τότε, το νερόφιδο το αγριοκοιτούσε. Από μακριά ακόμη μπορούσα να ξεχωρίσω τα μικρά και υποχθόνια μάτια του και σκεφτόμουν ότι, τώρα, θα κάνει κακό στο καημένο ψάρι που, αθώο και καταπονημένο, δεν θα μπορούσε να βγάλει άχνα. Κι έτσι έτρεχα, έτρεχα και έφτανα όσο γρηγορότερα μπορούσα κοντά τους. Κι ευτυχώς πάντα πρόφταινα το κακό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου