3.3.14

Κάλτσες

Δε μιλά, θροΐζουν οι κάλτσες της. Δε σταματά να τις ακούει. Έτσι περνούν οι ώρες, περνούν οι μήνες, περνά ο χρόνος, ενώ αυτή τρώγεται με τα ρούχα της, συχνά ανάλατη κι άλλοτε λύσσα (έτσι πιστεύει, αν μη τι άλλο). Κάποτε, απροειδοποίητα, μία φωτογραφία ή ένα τραγούδι κάνει το κόκκινο πάτωμα να ανοίγει, κρακ, και να την καταπίνει. Κι αυτή βυθίζεται -ας πούμε ανήμπορη- μέχρι που τη μαλώνει ένα Υπερεγώ (μερικές φορές και δύο) και τότε, μην έχοντας τι να πει -ψελλίζοντας συγγνώμες και πατερημά-, αναδύεται, σηκώνεται, γδύνεται (δηλαδή, απεκδύεται). Μα οι κάλτσες της θροΐζουν πάντα, δε σταματούν ποτέ, συχνά ο θόρυβος που κάνουν είναι εκκωφαντικός και, παρότι εκείνη κλείνει τα αυτιά της για να μην τις ακούει, τα χέρια της γλιστρούν, τα μέλη της δεν την υπακούν, η ενδοεπικοινωνία καταρρέει, ο κόσμος αποσυναρμολογείται, (ούτε τοίχοι, ούτε τείχη, ούτε τύχη), το σπίτι γίνεται διάφανο, (τι άτυχο, τι άτειχο, τι άτοιχο), δεν υπάρχει σωτηρία. Δεν αντέχει, βάζει τις φωνές (τι άλλο να κάνει;), μα οι κάλτσες της την αγνοούν. Φτφτφτφτφτφτ.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου