15.2.14

Η νεράιδα του τρένου

Μπήκα στο μετρό με βιάση, με έπνιγαν οι λυγμοί, με τύφλωναν τα δάκρυα. Η κάπνα του σταθμού κολλούσε στο δέρμα μου, τα χέρια και τα πόδια μου ήταν βαριά. Σύρθηκα στην κοντινότερη θέση, πήρα βαθιά ανάσα, σκούπισα τα δάκρυα. Χαμογέλασα αχνά. Ο άντρας που καθόταν απέναντί μου με κοιτούσε έντονα. Όταν αντιλήφθηκε ότι τον είχα τσακώσει επί τω έργω, ντράπηκε - ένεκα η Αγγλική (αεροστεγώς συγκροτημένη κι απόλυτα συγκρατημένη) του φύση - κι έστρεψε φουρκισμένος το βλέμμα του στα μαύρα, βρώμικα τοιχώματα του τούνελ έξω από το τρένο.

Τουκουτουκ, τουκουτουκ, τουκουτουκ.

Άρχισα κι εγώ να κοιτώ τους επιβάτες στο βαγόνι μου. Ήθελα, όπως πάντα, στα πρόσωπά τους να διαβάσω τις ιστορίες τους, κι έτσι προσωρινά να ξεχάσω τη δική μου. Είχα όμως μεταμορφωθεί σε Sherlock Holmes: τα αυτοματοποιημένα συμπεράσματα διαδέχονταν το ένα το άλλο, κι ούτε ένας εκ των επιβατών δεν έμοιαζε κατάλληλος για να γίνει παράθυρό μου - ή έστω, καθρέφτης.

Μέχρι που ανασκουμπώθηκα κι είδα κουρνιασμένη στο τέρμα της σειράς όπου καθόμουν μία πρώην Νεράιδα - νυν συνταξιούχο. Διάβαζε ένα βιβλίο και μία υποψία χαμόγελου ήταν κρυμμένη στο μικροσκοπικό πρόσωπό της. Τα μαλλιά της ήταν καστανά και κοντά. Η φράντζα της κάλυπτε το μέτωπό της, που ήταν ήδη βυθισμένο για τα καλά στα άδυτα του βιβλίου της. Τα ρούχα της ήταν προσεγμένα, καφέ και πράσινα, και το φουλάρι της ήταν γεμάτο φθινοπωρινά λουλούδια. Κουνούσε τα πόδια της στο ρυθμό του τρένου: δεν έφταναν να ακουμπήσουν το δάπεδο και κρέμονταν. Όμως δεν ήταν βαριά, αλλά όλο ενέργεια και χάρη.

Τουκουτουκ, τουκουτουκ, τουκουτουκ.

Κάθε τουκ, κι ένα πόδι να ξεπερνά το άλλο, να τεντώνεται, κι ύστερα να ενδίδει στη βαρύτητα και, ωπ, να επιστρέφει στην αρχική του θέση. Κι οι σελίδες να συμπληρώνουν τη κιναισθητική συμφωνία. Να στέλνουν, καθώς γυρνούν, τις ειπωμένες ιστορίες στο παρελθόν. Να καλούν, καθώς στέκονται, τις ανείπωτες ιστορίες στο παρόν.

Κι έτσι έφτασα στο Hendon. Η συνταξιούχος νεράιδα σταμάτησε να κουνά τα πόδια της και να γυρίζει τις σελίδες του μαγικού βιβλίου της όταν το τρένο σταμάτησε στη στάση. Το πρόσωπό της αναδύθηκε στην επιφάνεια, και καθώς τεντώθηκε, με κοίταξε με τα μικρά, αμυγδαλένια μάτια της. Το βλέμμα της ήταν διαπεραστικό, κι ένιωθα ότι είχα γίνει εγώ το βιβλίο της. Οι πόρτες άνοιξαν (please, mind the gap between the train and the platform!) και βγήκα με παράλογη φούρια στους άδειους δρόμους δίχως ταυτότητα. Εκείνη δεν κατέβηκε.

Εκείνη, μου φαίνεται, ήταν το τρένο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου