27.12.14

Η μέρα που κόλλησα στο πεζοδρόμιο

26/12. Περπατούσα στο δρόμο αρκετά περιποιημένη. Δηλαδή βαμμένη. Φορώντας τα γνωστά μου μαύρα μποτάκια. Μόλις είχα βγει από το σπίτι και βάδιζα σε γνωστά, πασίγνωστα μονοπάτια, χωρίς ιδιαίτερη προσοχή. Έφτανα κοντά στο φανάρι κι αποφάσισα να επιταχύνω το βήμα μου. Μπορεί να προλάβαινα το πράσινο φανάρι! Με το ένα, με το δύο...
Ωπ.
"Τι συμβαίνει;", σκέφτηκα. Τα πόδια μου είχαν κολλήσει στο πεζοδρόμιο. Όση δύναμη και να έβαζα, τα μαύρα μποτάκια είχαν γίνει ένα με τις βρώμικες, ξεχαρβαλωμένες πλάκες και δεν έκαναν ρούπι. Προσπαθούσα να εστιάσω την προσοχή μου στο ένα πόδι, έι-ωπ, κι ύστερα στο άλλο, έι-ωπ, μήπως και καταφέρω να ελευθερωθώ. Τίποτα. Η ώρα ήταν 8 παρά 5 κι οι φίλες μου, πιο περιποιημένες από εμένα, όπως πάντα, θα περίμεναν στο Ρολόι. (Το μέρος του ραντεβού ήταν μία έμμονη υπενθύμιση της πιθανής αργοπορίας μου.) "Ας συγκεντρωθώ", σκέφτηκα. Δεν ήξερα τι να κάνω. Πάνω σε τι να είχα κολλήσει; Δε μπορούσα να διακρίνω τίποτα.
Τότε πέρασε ένας περαστικός. Ένας κύριος ετών 60, με έναν αστείο σκούφο και γυαλιά. "Συγγνώμη", είπα, "θα μπορούσατε να με βοηθήσετε;". Με κοίταξε. Κι αμέσως κατάλαβε ποιο ήταν το πρόβλημά μου. Ξεκίνησε να περπατά γύρω μου και χίλιες σκέψεις έσκιζαν το μυαλό του κάθε κλάσμα του δευτερολέπτου. Σταμάτησε μπροστά μου και μου είπε: "είναι απλό, πρέπει να βγάλεις τα παπούτσια σου".
Τον κοίταξα, βουβή. Κάτι μου έλεγε ότι αυτή η λύση είχε προοπτικές. Με λίγο κόπο, κρατώντας τον από τον ώμο, κατάφερα να βγάλω το ένα παπούτσι, τσουπ, κι ύστερα το άλλο, τσουπ. Πατούσα στο ίδιο πεζοδρόμιο όπου είχα κολλήσει, μα ήμουν ελεύθερη να περπατήσω και να τρέξω, μέχρι και να χοροπηδήσω! Τον ευχαρίστησα και, ξυπόλυτη, φορώντας μόνο τις πορτοκαλί μου κάλτσες, έφτασα στο Ρολόι, στην ώρα μου.

3.12.14

Madness

- Δεσποινίς, γιατί σκοτώσατε τον κύριο;
- Κύριε Δικαστά, δε φταίω. Η μέρα μου ήταν γεμάτη αποχωρισμούς κι έπρεπε να εκτονωθώ.
- Μα, δεσποινίς, δεν είναι δυνατόν να σκοτώνετε κάποιον επειδή έπρεπε να εκτονωθείτε.
- Μα, κύριε Δικαστά, τι άλλο θα μπορούσα να κάνω; Τίποτε, σας το εγγυώμαι, δε θα μου έφερνε την ίδια εκτόνωση. Πιστεύετε ότι δεν προσπάθησα να σκαρφιστώ άλλους τρόπους; Λοιπόν, βεβαίως προσπάθησα. Όμως μετά από πολλή σκέψη, κατέληξα στο ότι δεν υπάρχει τίποτε πιο αποτελεσματικό. Σας το συστήνω ανεπιφύλακτα!
- Δεσποινίς, τι πράματα είναι αυτά που λέτε! Πως τολμάτε!... Και πραγματικά αδυνατώ να καταλάβω το συλλογισμό σας. Μάλλον δεν αντιλαμβάνεστε τη σημασία της πράξης σας. Ναι, αυτό πρέπει να συμβαίνει. Διαφορετικά είμαι σίγουρος ότι δε θα κρατούσατε αυτή τη στάση.
- Κύριε Δικαστά, εκπλήσσομαι. Τι κακό έχει η στάση μου; Σας λέω, ήταν η καλύτερη λύση. Τι, θα θέλατε να βάλω καμιά βόμβα; Τόσοι νεκροί, θα ήταν κρίμα. Μα ένας και μοναδικός, δε βλάπτει. Κανονικά θα έπρεπε να μου στήσουν άγαλμα στην πλατεία για το λειτούργημα που διέπραξα. Μάλιστα!
- Δεσποινίς, θέλετε να με κάνετε έξω φρενών; Όχι μόνο παραδέχεστε το φόνο... Αχ, εσείς έχετε ξεπεράσει κάθε όριο. Θέλετε να μου πείτε ότι κάνατε κάτι αξιέπενο; Το να αφαιρέσετε τη ζωή ενός ανθρώπου ήταν η αξιέπενή σας πράξη; Τι να πω, ο κόσμος έχει τρελαθεί.
- Αχ, δε με εννοείτε. Τι σημαίνει 'ο κόσμος έχει τρελαθεί'; Τι είναι τρέλα; Θα σας πω. Τρέλα είναι να βγαίνεις έξω το χειμώνα φορώντας σανδάλια. Αυτό μάλιστα. Αλλά όχι να σκοτώνεις κάποιον που πρέπει να πεθάνει. Αυτό, αυτό είναι άλλο! Είναι νόμος της φύσης.
- Μα τι σχέση έχουν τα σανδάλια; Τι μου λέτε;! Δεν είστε με τα καλά σας!
- Θέλω να πω, να... Όταν τα σωθικά σου καίνε, και στο μυαλό σου σχηματίζονται με τόση ένταση οι φονικές σκέψεις, με τόση ένταση που σχεδόν τις βλέπεις με τα μάτια σου να γράφονται σαν λέξεις, κι τις ακούς με τ'αυτιά σου σαν προσταγές... Ε, τότε δεν πρόκειται για τρέλα. Είναι λογική πράξη. Απόλυτα λογική κι απαραίτητη για την επιβίωση. Ενώ, βλέπετε, το να φοράς σανδάλια το χειμώνα, ούτε το μυαλό το διατάσσει, ούτε κάποιο ένστικτο. Καταλαβαίνετε;

A week ago

...έγραφα. Μόνη. Καθισμένη στο παγκάκι του νεκροταφείου. Έγραφα με ένα μπλε στυλό μπικ και τα δάχτυλά μου κόντευαν να ξεκολλήσουν από τα χέρια μου και να πέσουν στο έδαφος. Ευτυχώς δεν ξεκόλλησαν, δεν έπεσαν. Το έδαφος ήταν γεμάτο φύλλα, κίτρινα πεσμένα φύλλα, που αποσυντίθενταν μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα, λεπτό με το λεπτό. Αποσυντίθενταν και γίνονταν λάσπη, παχιά λάσπη πάνω στην οποία δε μπορεί κανείς να περπατήσει. Γι'αυτό εγώ δεν περπατούσα. Μόνο καθόμουν κι έγραφα. Μόνη. Στο νεκροταφείο. Λίγο νεκρή.

Σκεφτόμουν ότι ό,τι για σένα είναι κήπος σοβαρότητας, είναι για μένα τάφος. Εσύ ανθίζεις κι εγώ πεθαίνω. Βουλιάζω στη λάσπη, στα φύλλα που αποσυντίθενται, κι αποσυντίθεμαι κι εγώ. Βυθίζω τα πόδια μου στη λάσπη. Καλύπτω τα χέρια μου. Βάφω το πρόσωπό μου. Λούζω τα μαλλιά μου. Τρώω τη λάσπη, πίνω τη λάσπη. Και ξυπνώ - όχι απλώς λασπωμένη, αλλά η ίδια λάσπη.

Σε αγκαλιάζω και σε φιλώ για να σε μολύνω. Θέλω να δω αν θα κυλιστείς μαζί μου, αν θα γίνεις κι εσύ λάσπη, αν θα πεθάνεις ένα μικρό θάνατο μαζί μου. Κυλιέσαι για λίγο. Όσο πρέπει, για τα δικά σου δεδομένα. Κι ύστερα σηκώνεσαι, τινάζεσαι σα Λαμπραντόρ Ριτρίβερ, και σκορπάς τη λάσπη, εμένα, τριγύρω.
Τι θα κάνεις ύστερα, αναρωτιέμαι. Άραγε θα με βοηθήσεις να σκαρφαλώσω ξανά στο δέντρο από το οποίο έπεσα ή αν θα με πατήσεις και θα φύγεις βιαστικός; Προσπαθείς, μια τελευταία προσπάθεια να δείξεις όση τρυφερότητα κρατάς ακόμη φυλαγμένη. Παίρνεις μια μεγάλη ανάσα και τινάζεις τα χέρια σου προς την κατεύθυνση του δέντρου μου - χωρίς σκοπό. Με πετάς στον αέρα - χωρίς δύναμη. Κι εγώ, γαμώτο, δε στεριώνω στο δέντρο. Με ένα παφλασμό πέφτω ξανά στο έδαφος. Κι ύστερα νιώθεις κουρασμένος. Θες να κρυφτείς και να χουχουλιάσεις κάτω από ένα πράσινο κάλυμμα, για πάντα. Φεύγεις χτυπώντας τις όμορφες μπλε σκούρες μπότες σου στο έδαφος, μία τελευταία, τελειωτική επίθεση στη λάσπη.
Ποδοπατημένη, εγώ, κλαίω, κλαίω στην αρχή κι ύστερα στεγνώνω.

29.8.14

Νυχτερινοί Εισβολείς

Καταδιωκόμενοι μέσα στο ίδιο μας το σπίτι. Περιορισμένοι σε ένα δωμάτιο, το μόνο οχυρωμένο, σκεπασμένοι με τα καλύμματα του καναπέ.
Το φίδι μας, φέρνοντας βόλτες στον τοίχο, μάς προστατεύει: είναι έτοιμο να εκτοξεύσει υπεριώδη ακτινοβολία σε οτιδήποτε πλησιάσει. Νιώθω λίγη σιγουριά κι αποκοιμιέμαι. Μόνο φοβάμαι μήπως ο ζήλος του φιδιού εξολοθρεύσει κάτι σημαντικό, άνευ σημασίας.
Τα κεντητά τραπεζομάντιλα δε νιώθουν το φόβο που (δεν) κρύβουμε, δεν ακούν τις σειρήνες που (δε) σημαίνουν συναγερμό, και λικνίζονται αγέρωχα χαιρετώντας τον περαστικό αέρα.
Μέσα στον ύπνο μου κραυγάζω μία προσευχή.
Αέρα, αεράκι μου, πάρε μακριά τους εισβολείς και εξαφάνισε τους.
Την επαναλαμβάνω δέκα φορές, μετρώντας με τα δάχτυλά μου που δε μπορώ να κουνήσω. Μα τα δάχτυλα δεν είναι ποτέ δέκα - στο ένα μέτρημα γίνονται εννιά και στο επόμενο έντεκα. Όταν είναι εννιά, ο αέρας δεν ακούει την προσευχή. Όταν είναι έντεκα, προσβάλλεται και φεύγει.

Μόνο το φίδι παραμένει ξάγρυπνο κι ακίνητο. Οι υπόλοιποι κοιμόμαστε χωρίς ησυχία.
Οι σειρήνες χτυπούν σε περιοδικούς κύκλους, μας κυκλώνουν σαν κλοιός, μας ψιθυρίζουν ότι μας προστατεύουν και μας φωνάζουν να τρέξουμε μακριά.
Αέρα, αεράκι μου, πάρε μακριά τους εισβολείς και εξαφάνισε τους.
Γινόμαστε ένα με το φλοιό του δέντρου που (δε) φαίνεται δίπλα στο φίδι.
Ο κορμός είναι κούφιος και γεμίζει θάλασσα, αφρισμένη σαν Ολλανδικό λιβάδι.
Στην αρχή πνιγόμαστε, κι ύστερα καταφέρνουμε να επιπλεύσουμε γιατί ξέρουμε κολύμπι (ή - τουλάχιστον - μας διακατέχει το αίσθημα της επιβίωσης).

Ακούμε τις εργασίες στην κουζίνα. Εργάτες κι εργολάβοι προσπαθούν να κατεβάσουν τα ντουλάπια, να σπάσουν τα πλυντήρια, να πλημμυρίσουν το πάτωμα.
Κάνουν ένα διάλειμμα για φαγητό και συνεχίζουν.
Η αστυνομία χτυπά το κουδούνι. Ο αστυνόμος φωνάζει "είναι δυνατόν να διαταράσσεστε την ώρα κοινής ησυχίας;". "Δε φταίω εγώ", ψελλίζω, και του γνέφω προς την κατεύθυνση της κουζίνας. Μπαίνει μέσα και αντικρίζει τον μικροκαμωμένο εργολάβο. Χάνει τη μιλιά του. Ο εργολάβος του λέει μάγκικα, "ρε φίλε, μιας που έκανες τον κόπο να έρθεις, δε βάζεις ένα χεράκι; Αυτός ο τοίχος δεν πέφτει με τίποτα!". Ο αστυνόμος λιποθυμά.
Δίνω σήμα στο φίδι να τον περιμαζέψει. Εγώ δεν έχω ποτέ το σωστό αριθμό δαχτύλων και μπορεί να κάνω καμιά ζημιά. Δεν είναι ώρα για παιχνίδια!
Αέρα, αεράκι μου, πάρε μακριά τους εισβολείς και εξαφάνισε τους.

17.8.14

Alight here for London Underground, National and International Rail Services

Δύο τεράστια δεκάχρονα αγόρια κάθονταν δίπλα μου στο τραίνο. Τα πόδια τους έφταναν δύο θέσεις μακριά κι έβαζαν τρικλοποδιά στους επιβάτες που βάδιζαν προς την έξοδο. Έγερναν πάνω στα παράθυρα, πότε αγναντεύοντας τους αγρούς και πότε παίζοντας με τα κινητά τους.
Απέναντί τους, κάθονταν οι μαμάδες τους: μια ξανθιά, που υποδυόταν το ρόλο της κυρίας τέλειας, και μια μελαχρινή, που διάβαζε την εφημερίδα που είχε απλώσει στα πόδια της χωρίς να σηκώνει τα μάτια της για να κοιτάξει τους επιβάτες ή το τοπίο. Κι οι δυο μαμάδες ήταν ψηλές και, καθώς καθόμουν - μικροσκοπική Κοκκινοσκουφίτσα - απέναντί τους και δίπλα στα παιδιά τους, σκεφτόμουν συνεχώς ότι τα μήλα πέφτουν κάτω από τις μηλιές.
Η ξανθιά μαμά έβγαζε από τη μικροσκοπική της τσάντα σνακ, το ένα μετά το άλλο, και τάιζε τα αγόρια. Προσπαθούσε να κουβεντιάσει με τη μελαχρινή μαμά. Όμως αυτή ήταν ψυχρή, οι απαντήσεις της ήταν κοφτές και επιθετικές και μάλλον έβρισκε την ξανθιά μαμά εντελώς χαζή.
Η συζήτηση των μαμάδων περιστρεφόταν γύρω από τα ποδήλατα, τους αγώνες ποδηλάτων των γιων τους, τις προπονήσεις για τους αγώνες ποδηλάτων των γιων τους και την απρόσεκτη χρήση των ποδηλάτων στην καθημερινότητα από κοινούς ανθρώπους, που δεν ήταν οι γιοι τους. Την πλούσια θεματολογία διάνθιζαν περιστασιακά οι ιαχές των αγοριών που εξακολουθούσαν να παίζουν με τα κινητά τους, ακούγοντας τη συζήτηση με ανία, παρά το αυξανόμενο τέμπο της: η μία μαμά προσπαθούσε να αντικρούσει τα επιχειρήματα της άλλης, αντιπαραθέτοντας τα ίδια επιχειρήματα.
Οι ίδιες ιδέες ειπώνονταν ξανά και ξανά, με διαφορετικές λέξεις καθώς περνούσαμε δίπλα από πράσινους λόφους και κάτω από το γαλάζιο ουρανό. Και θα συνεχίζονταν να ειπώνονται καθώς ο ένας λόφος θα έδινε τη θέση του στον άλλον, μέχρι που το τραίνο θα έφτανε στον προορισμό του...
Με μεγάλη νωθρότητα ένα από τα δύο αγόρια έβγαλε από την τσέπη του δύο πολύχρωμες τσίχλες. Πρόσφερε τη μία στον φίλο του, ο οποίος τον ευχαρίστησε με ένα χαμόγελο. Συγκρατόντας τα νεύρα τους, τα αγόρια άνοιξαν τα μικρά πακέτα. Άρχισαν να μασουλούν τις τσίχλες τους με θόρυβο, προσπαθώντας να σταματήσουν την αντιμαχία των μαμάδων τους. Εκείνες, ακούγοντας τα αγόρια να μασουλούν τις τσίχλες, γύρισαν να τους κοιτάξουν και να τους επιπλήξουν πολιτισμένα (δε μπορεί αγόρια με τρόπους να μασουλούν θορυβωδώς), μα δεν πρόλαβαν: τα πανύψηλα αγόρια είχαν αρχίσει να ψηλώνουν ακόμη παραπάνω. Μάλιστα, ψήλωσαν τόσο που τα κεφάλια τους χτύπησαν το ταβάνι του τραίνου. Με τα τεράστια χέρια τους σήκωσαν την οροφή και την πέταξαν στα ανθόσπαρτα λαγκάδια. Ένας παράξενος θόρυβος ακούστηκε από μακριά, σαν κάτι ογκώδες να σκίζει τον αέρα. Και σύντομα εμφανίστηκαν πάνω από το τραίνο δύο τεράστια ιπτάμενα ποδήλατα. Τα αγόρια, που είχαν γίνει γίγαντες, χαμογέλασαν ο ένας στον άλλο και σκαρφάλωσαν πάνω στα ποδήλατά τους, κλότσησαν το έδαφος και αναχώρησαν προς το άγνωστο.
Οι μαμάδες κοίταξαν η μία την άλλη και αναφώνησαν ομόφωνα, "τα παιδιά στις μέρες μας...".

Η περιπέτεια των τριχών που κόμπιασαν

Δυο Τρίχες εξαιρετικά φλύαρες συζητούσαν μεταξύ τους περί των ανέμων που τις είχαν ανακατέψει και των υδάτων που τις είχαν φουντώσει. Είχαν εκνευριστεί τόσο με τις δυνάμεις τις φύσης που κόντευαν να ασπρίσουν από το κακό τους.
"Θα πέσω φαρδιά-πλατιά", είπε η μία. "Δε μπορώ άλλο, θα ξεφύγω από αυτό το κεφάλι που δε μου έχει φέρει τίποτα παραπάνω πέρα από μία ενοχλητική ξηροδερμία".
"Αχ, χρυσή μου, αδελφή μου, μην πέσεις!", ξεφώνισε η άλλη. "Ταυτόχρονα φυτρώσαμε! Παρέα μεγαλώσαμε! Μη με αφήσεις μόνη, σε ικετεύω!".
"Μα δεν είσαι μόνη! Εδώ γίνεται συνωστισμός... Είμαι σίγουρη ότι θα κάνεις καινούριες παρέες στο πι και φι!", είπε η πρώτη  Τρίχα, κάπως κολακευμένη και αρκετά συγκινημένη. Έκανε ότι σκέφτεται για μισό λεπτό και - προσποιούμενη ότι διστάζει - δήλωσε με αργή φωνή, "αφού όμως δε μπορείς να κάνεις χωρίς εμένα, τότε δε μου αφήνεις άλλη επιλογή. Δε θα πέσω.".
Η δήλωσή της έκανε τη δεύτερη Τρίχα να χοροπηδήσει! Οι δύο Τρίχες αγκαλιάστηκαν τσιρίζοντας από τον ενθουσιασμό. Μα καθώς ήταν μπλεγμένες, η ιδιοκτήτρια του κεφαλιού πάνω στο οποίο διέμεναν, πέρασε τα δάχτυλά της γύρω τους και τις έμπλεξε. Έτσι, οι Τρίχες έγιναν κόμπος.
Έκπληκτες και τρομαγμένες, προσπάθησαν να φωνάξουν για βοήθεια, μα τότε συνειδητοποίησαν ότι δε μπορούσαν να μιλήσουν. Είχαν χάσει τη συνηθισμένη τους ευφράδεια και κόμπιαζαν. Εκείνες, που μπορούσαν να μιλούν με τις ώρες, χωρίς σταματημό! Εκείνες, οι βασίλισσες της ρητορικής, που μπορούσαν με ένα τους λογύδριο να οργανώσουν επαναστάσεις! Εκείνες τώρα τραύλιζαν κι έβγαζαν μικρές άναρθρες κραυγές. Δεν έβρισκαν τα λόγια για να εκφράσουν τη λύπη και τη σύγχυση τους κι οι λέξεις τους δεν έβγαζαν κανένα νόημα. Πάλεψαν αρκετή ώρα να συνέλθουν, μα η κατάσταση ήταν μη αναστρέψιμη, δε μπορούσαν να βγάλουν άχνα! Το είχαν πάρει απόφαση: τα μεγαλεία που βίωναν μέχρι τώρα, λάμβαναν τέλος. Θα έμεναν για πάντα ένας κόμπος που κομπιάζει.
Εντωμεταξύ, η ιδιοκτήτρια του κεφαλιού μία κοντή κοπέλα με είκοσι εφτά διαφορετικές αλλεργίες, κατάλαβε - μετά από επίμονο κι επίπονο χτένισμα - ότι τα μαλλιά της είχαν μπλεχτεί τόσο που δεν ξεμπλέκονταν. Δοκίμασε τρεις διαφορετικές μαλακτικές κρέμες, έξι διαφορετικού μεγέθους βούρτσες και δεκαοχτώ διαφορετικού τύπου χτένες, αλλά δεν κατάφερε τίποτα. Αγανακτισμένη, αποφάσισε να εγκαταλείψει την προσπάθεια και να πάει στο κομμωτήριο.
Έτσι κι έγινε. Ένα ζεστό πρωινό με ήλιο, η Κοπέλα σηκώθηκε κι ετοιμάστηκε για το ραντεβού της. Φτάνοντας στο κομμωτήριο, συνάντησε την κομμώτριά της, μία στρουμπουλή και καλόκαρδη κυρία που, λόγω επαγγέλματος, ήξερε όλα τα κουτσομπολιά της γειτονιάς. Το κομμωτήριο ανέδιδε τη μυρωδιά της λακ, η οποία προκαλούσε αλλεργία στην Κοπέλα που προσπαθούσε χωρίς επιτυχία να συγκρατήσει τα φταρνίσματά της, ενώ η κομμώτρια ξεκίνησε να τη λούζει και να τη βομβαρδίζει με τις πιο σκανδαλιστικές ειδήσεις του τελευταίου έτους.
Η Κοπέλα έβρισκε μικροπρεπές το ενδιαφέρον των ανθρώπων για τέτοια θέματα. Γεννημένη με το λάβαρο της επανάστασης στο χέρι, αρνούνταν να συμμετέχει σε συζητήσεις που ρίχνουν στάχτη στα μάτια της μάζας και την αποπροσανατολίζουν από τον ιερό σκοπό της επανάστασης.  Αντίθετα, οι Τρίχες λάτρευαν τα κουτσομπολιά! Από φύτρες είχαν τα αυτιά και τα μάτια τους ανοιχτά για να ακούν και να βλέπουν τα πάντα. Συγκέντρωναν με ευλάβεια τις ειδήσεις που έπιαναν, και τις μοίραζαν με σύνεση. Άλλωστε, υποστήριζαν θερμά ότι η γνώση είναι δύναμη. Ακούγοντας τα νέα που αποκάλυπτε η κομμώτρια, οι Τρίχες, γεμάτες έξαψη και σοκ, ήθελαν να σηκωθούν όρθιες!
Η κομμώτρια έβαλε την Κοπέλα να καθίσει. Αφηρημένα, της χτένιζε τα μαλλιά με τα χέρια εξιστορώντας τα καθέκαστα μίας ερωτικής περιπέτειας που οδήγησε σε πολιτικό σκάνδαλο. Εκείνη τη στιγμή, μία άλλη κομμώτρια ψέκασε με λακ μία πελάτισσα. Το σύννεφο της λακ σκέπασε την Κοπέλα. Αυτή φταρνίστηκε πολύ δυνατά. Η κομμώτριά τρόμαξε και τράβηξε το χέρι της από τα μαλλιά της κοπέλας, περνώντας με φόρα ανάμεσα από τις Τρίχες, λύνοντας τον κόμπο στον οποίο είχαν δεθεί. Οι Τρίχες ξεμπλέχτηκαν κι άρχισαν να τραγουδούν από τη χαρά τους! Ναι, να τραγουδούν! Μπορούσαν πάλι να μιλήσουν! Άρχισαν να εξιστορούν στην ομήγυρη την περιπέτειά τους, πως βρέθηκαν από ελεύθερες κι ομιλητικές, να γίνουν κόμπος και να κομπιάζουν κάθε φορά που πήγαιναν να αρθρώσουν μία πρόταση. Στο κεφάλι της Κοπέλας γινόταν πάρτι!
"Τι θα κάνουμε στα μαλλιά σου;", ρώτησε η κομμώτρια την Κοπέλα, αφού συνήλθε από την τρομάρα.
"Α, όχι, ξέρετε, δεν ήρθα για κούρεμα! Ήρθα μόνο για να μου τα χτενίσετε...", απάντησε η Κοπέλα.
Η κομμώτρια κοίταξε την Κοπέλα με απορία. "Δε μπορεί να θες μόνο αυτό; Αυτό δεν είναι τίποτα. Κάτσε, θα σου κάνω το σχέδιο που φοριέται φέτος. Όλες έρχονται και μου το ζητούν. Κάτσε, σου λέω! Κάτσε, κι έχω να σου πω ακόμα... ένα σωρό!".
Μη μπορώντας να σηκωθεί, η Κοπέλα αποφάσισε να μείνει. Χρειαζόταν μια αλλαγή, η αλήθεια να λέγεται. Έγνεψε στην κομμώτρια και στρογγυλοκάθισε. Κι η κομμώτρια πλησίασε τα μαλλιά της Κοπέλας με το πιο κοφτερό ψαλίδι του κομμωτηρίου....


15.8.14

Mακροβούτι

Πάρε ανάσα. Έτοιμος;

Βουτήξαμε χωρίς καμία προετοιμασία.

Μπήκαμε μέσα σε λεωφορεία με πυρωμένα καθίσματα, φορτωμένοι παραγεμισμένα σαμάρια. Αντικρίσαμε διστακτικά χαμόγελα - καθρέφτες δικών μας πρωτύτερων προσώπων - κι ανεβήκαμε το φιδογυριστό δρόμο που σφιχταγκαλιάζει το βουνό, έχοντας τον ύμνο και την κραυγή - φωλιασμένα στο ασυνείδητο - στα χείλη μας. Φτάσαμε στον παράδεισο (που, ως είθισται, παντρεύει το οικείο με το ανοίκειο). Βρισκόμασταν πάλι κάτω από τη σκιά των πλατανιών και ανάμεσα στις πλάκες της πυράς. Αγκαλιαζόμασταν χωρίς τον ιδιαίτερο ενθουσιασμό που επιβάλλει ένας χρόνος απόστασης. Οι προσωπικές ιστορίες είχαν εκλείψει και στο προσκήνιο είχε έρθει η συλλογική, εκείνη του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος, εκείνη η αιώνια. Τραγουδήσαμε το 'Ονειρέψου', αρχικά με διαδραστικά σκονάκια να λικνίζονται τριγύρω μας αρθρώνοντας εκφραστικά τα λόγια, κι ύστερα χωρίς βοήθεια, γιατί τα κτήματα της συλλογικής ιστορίας διεισδύουν στις προσωπικές αναμνήσεις και συχνά - όπως τώρα - εκθρονίζουν τα πραγματικά γεγονότα. Παρατηροούσαμε τις αλλαγές στο χώρο, μία προς μία, τις μετρούσαμε, τις επικροτούσαμε ή τις κατακρίναμε. Κι όμως, παρά τις αλλαγές, η ίδια μυρωδιά πλανιόταν στην ατμόσφαιρα, τα ίδια τραγούδια αναδύονταν από την πυρά καθώς οι φωνές τα καλούσαν να εξυψωθούν, η ίδια Αιγαιοπελαγίτικη αρμύρα χάιδευε το δέρμα μας, ο ίδιος ήλιος περνώντας μέσα από τα πλατανόφυλλα μπλεκόταν στα μαλλιά μας, και τ'αστέρια του Άη-Γιάννη, αιώνια, έφτιαχναν γιρλάντες για να στολίσουν τις μέρες και τις νύχτες μας. Κι ένα βράδυ, ενώ ξαπλώναμε στο γήπεδο του βόλλεϋ, κουκουλωμένοι με τα sleeping bag, έβρεξε αστέρια. Έπεσε ένα, κάναμε μια ευχή, κι ύστερα ακόμη ένα, κι ύστερα κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο, ενώ εμείς κοιτούσαμε (όσο μπορούσαμε να κρατήσουμε τα βλέφαρά μας ανοιχτά) το θαύμα μ' ανοιχτό το στόμα. Όσα αστέρια και να 'πεσαν, πάντα έμεναν κάποια να φωτίζουν τη θάλασσα και το βουνό, να μας κοιτούν στη νυχτερινή μας εξόρμηση στο Παπά Νερό, το οποίο καταλάβαμε ως βάρβαροι, τραγουδώντας μελωδίες αγάπης για την κατασκήνωση. Έτσι ήμασταν: χαρούμενοι, αποτρελαμένοι, φλογισμένοι, με τις στάχτες της πυράς στις πατούσες μας, βαμμένοι με μερέντα, κραυγάζοντας ινδιάνικες ιαχές ή τραγούδια Ντίσνεϋ.

Κάθε περίοδος, μου έλεγε κάποιος - δε θυμάμαι ποιος - έχει έναν ήχο κι ένα χρώμα. Ο ήχος της είναι η επιστροφή σ'ένα ποτάμι αναμνήσεων, μία δίνη μέσα στο παρόν και για το μέλλον. Μα το χρώμα της, δεν το ξέρω. Κάποτε γκρι, άλλοτε γαλάζια, συχνά ροζ και πάντα πράσινη.

Εδώ κι ένα μήνα έχουμε βγει απ'το νερό.

Τώρα μπορείς ξανά να ανασάνεις.

7.7.14

Tρύπα στο νερό

Το Ολλανδικό πάρκο δέσποζε τριγύρω μας θεσπέσιο. Τα σιντριβάνια άφριζαν, τα παγόνια λιάζονταν, ο ήλιος ερχόταν κι έφευγε. (Το Λονδίνο, φίλοι μου, είναι μεγάλο. Ο ήλιος έχει μεγάλες αποστάσεις να διανύσει όμως - οι βάρβαροι - του απαγορεύουν να μπει στο μετρό! Όσο γρήγορα και να περπατά, ο καημένος συχνά δεν προλαβαίνει να περάσει από κάθε περιοχή). Το τυρί της Ίντα, τυλιγμένο σε πολύχρωμο χαρτί, φερμένο εξ Ολλανδίας και τα stroopwafels από το corner shop της γειτονιάς, πραγμάτωναν το flashback. Πίσω στην Ουτρέχτη που άφησα με δάκρυα. Και πίσω στο Λονδίνο που μου φαίνεται δεν άφησα ποτέ. (Εξισώνω - κακώς - το Λονδίνο με τους ανθρώπους που σηματοδοτούν την εδώ ζωή μου. Σημειώστε: η εδώ ζωή κι η εκεί ζωή. Μα το 'εκεί' είναι σαν κανόνας Φωνολογίας: the default condition and the elsewhere condition. Έτσι, το Λονδίνο είναι default. Όπως ήρθαν - όπως έφερα - τα πράματα, μάλλον έτσι πρέπει να είναι).
Καθισμένοι στο γρασίδι, τρώγοντας κεράσια, τα μιλήσαμε. Τι είπαμε; Τι θα μπορούσαμε να πούμε παρά ένα σωρό μπούρδες (τι εύηχη λέξη!). If the term started now - μία υπόθεση που δε μπορεί να υλοποιηθεί εξ ορισμού. But the term doesn't start now - μία πραγματικότητα που δε μπορεί ουδείς (ιδίως ένας) να αγνοήσει. What are we now? We are loading.
Ανοίγουμε μια τρύπα στο νερό και προσπαθούμε να την κρατήσουμε ανοιχτή. Είναι το πηγάδι των αναμνήσεων. Προσπαθούμε ο ένας να παρασύρουμε τον άλλο. Πιανόμαστε χέρι-χέρι, σέρνουμε ο ένας τον άλλο εδώ κι εκεί, αραδιάζουμε όλη την πραμάτια που κουβαλάμε στα χαζά κεφάλια μας. Κι αφού θαυμάζουμε τα αντικείμενα (και τα υποκείμενα) αποφασίζουμε ότι σήμερα δεν είναι μέρα για αγορές. Ούτε αύριο. Ούτε τον Αύγουστο. Ίσως το Σεπτέμβρη. Κι αφήνουμε την τρύπα ανοιχτή, αψηφώντας κάθε κανόνα φυσικής που μάθαμε στο σχολείο. Όταν το νερό προσπαθεί να μας καταπιεί, πασχίζουμε - στο μέγιστο των δυνατοτήτων μας - να σφραγίσουμε το άνοιγμα. Όταν το νερό στέκει ατάραχο, αρχίζουμε να πετάμε πετραδάκια και να κάνουμε βουτιές.

13.6.14

What is there to MARVEL at in us?

"On a world not too far removed from your own, Deadpool was driven beyond the brink of madness. Believing himself to be nothing more than a fictional character, he set out on a quest of murder and bloodshed. He believed that the only way to ease his suffering-- and the suffering of all fictional beings-- would be to kill his way across all of existence"

Ο Μπόρις, γοητευμένος από το μετα-έργο μου, στο διάλειμμα της ταινίας, το πρώτο βράδυ του Μουντιάλ, μου πρότεινε να διαβάσω αυτό το κόμιξ. "You won't like the violence but it's so cool". Κι ενώ στην οθόνη μεταλλαγμένοι και μη-μεταλλαγμένοι σφαγιάζονταν ανελέητα και εφευρετικά, ο Μπόρις άρχισε να μου εξιστορεί περιληπτικά την υπόθεση. Η ιδέα με γοήτευσε!
O Πιραντέλλο έπλασε χαρακτήρες, τους εμφύσησε με σώμα και πνεύμα, και μιμούμενος την πραγματική πηγή της Δημιουργίας (όποια και να είναι, όπου και να βρίσκεται), διέπραξε ένα είδος ύβρεως. Όμως η ύβρις του Ντέντπουλ είναι εκ διαμέτρου αντίθετη: ο σκοπός του χαρακτήρα είναι να φέρνει (αέναα) τους χαρακτήρες αντιμέτωπους με την τεχνητή τους φύση και τους να τους σκοτώνει για να τους λυτρώσει από τη ντροπή και την αγωνία της ψευδαίσθησης μίας άνευ τέλους - λόγω του φανταστικού της χαρακτήρα - πραγματικότητας.
Φανταστείτε να είχε πλάσει ο Πιραντέλλο, κι όχι οι δημιουργοί της Μάρβελ, τον Ντεντπουλ! Πόσοι ακόμη χαρακτήρες θα κατέληγαν νεκροί μέσα σ'ένα πλαστικό συντριβάνι;... Ή μάλλον, πόσοι δε θα κατέληγαν; Απελευθερωμένοι, ξέροντας ότι υπάρχουν κι άλλοι με την - υπαρξιστική, ίσως - γνώση του ατέλειωτου, του επαναλήψιμου και του βασανιστικού της πραγματικότητας ενός χαρακτήρα χωρίς ελεύθερη βούληση (αφού κάθε του δράση και αντίδραση είναι εκ των προτέρων καθορισμένη), θα μπορούσαν άραγε οι χαρακτήρες του Πιραντέλλο να υπάρχουν ακόμη, πάντα, χωρίς την τρέλα της μοναχικότητας της πρώτης γραμμής, beyond and above the brink of madness;

9.6.14

Second thoughts (ή post-hoc (re)structuring)

''Καλλιτέχνης''. Βαρύγδουπο. ''Ερασιτέχνης''; Αντικαταστήστε κατά βούληση.

Το philosophise a bit too much

Ένα διαφορετικό, ανοίκειο αίσθημα με πλημμύρισε κατά τη διάρκεια των παραστάσεων. Πρόκειται για την απραγία που αισθάνεται ο καλλιτέχνης έχοντας ολοκληρώσει το έργο που η φαντασία του γεννά, η δημιουργικότητά του πλάθει κι η επιμονή του τελειοποιεί. Ολοκληρωμένο, επιμελώς ραφιναρισμένο, το έργο στέκει. Και τότε, ο καλλιτέχνης το αφήνει να φύγει από τη φωλιά όπου το έκλωθε με περισσή αγάπη κι ανείπωτο μίσος. Βγαίνει το έργο στον κόσμο, μικρό, τυφλωμένο από το φως του ήλιου και μεθυσμένο από τη μυρωδιά του αέρα που για πρώτη φορά μυρίζει. Με τον καιρό, τον έργο μεγαλώνει και ωριμάζει. Κι ο καλλιτέχνης κοιτά και δεν ξέρει - δε μπορεί να ξέρει - αν οι καρποί του θα θεριστούν ή θα σαπίσουν. Σαν το κοινό αποφασίσει υπέρ του θερισμού, ο καλλιτέχνης τρομάζει: το έργο του πωλείται! Όμως σαν το κοινό αποφασίσει να αποχωρήσει με άδεια χέρια, ο καλλιτέχνης τρομάζει διπλά: το έργο του δεν έχει αξία! Κι όταν βλέπει λάθη, πότε ασήμαντα κι άλλοτε ανυπέρβλητα, το αίσθημα της απραγίας αυξάνεται. Όταν το έργο φεύγει, τυφλώνεται, μεθά, μεγαλώνει κι ωριμάζει, τίποτε πια δε διορθώνεται, τίποτε δεν αλλάζει. What wretchedness, αλήθεια!

Πρώτη παράσταση. Εγώ κρυμμένη πίσω από την κονσόλα του ήχου κι ο Έρικ πίσω από το σημειωμένο, γεμάτο στάμπες καφέ κείμενό του. Παρατηρούσαμε τους χαρακτήρες να αποκτούν σάρκα και οστά, να οικειοποιούνται τα σώματα των φίλων μας που, σα δαιμονισμένοι, περπατούσαν στη σκηνή και φώναζαν, έκλαιγαν κι έλεγαν λόγια που δεν ήταν δικά τους. Κι όποτε μπερδεύονταν και σταματούσαν ή έσωζαν την κατάσταση και συνέχιζαν, η καρδιά μας - που χτυπούσε διαρκώς σαν ταμπούρλο - σταματούσε. Κοιτούσαμε ο ένας τον άλλο ενθαρρυντικά κι αναστενάζαμε. Κι ο Πιραντέλλο, χρησιμοποιώντας τη φωνή του Πατέρα, που χρησιμοποιούσε τη φωνή ενός ηθοποιού, δηλαδή ένος Ολλανδού φοιτητή Αγγλικής φιλολογίας, προσπαθούσε να επιβάλλει στο κοινό τις φιλοσοφίες και τις κοσμοθεωρίες του, to quieten the remorse in him.

Κι ήταν οι φιλοσοφίες χαρακτηριστικές του συναισθήματος μου: τελικά ποιος είναι πιο αληθινός, ο χαρακτήρας του θεατρικού κειμένου ή ο ηθοποιός που δανείζει στο χαρακτήρα το σώμα και τη φωνή του; Ο πρώτος πλάθεται από τη φαντασία ενός συγγραφέα. Αλήθεια, a character, sir, may always ask a man who he is. Because a character has really a life of his own, marked with his especial characteristics; for which reason he is always "somebody." But a man—I'm not speaking of you now—may very well be nobody. Όμως ο χαρακτήρας είναι εξ ορισμού no-body. Έτσι, είναι το σώμα ή το πνεύμα που μετρά; Άρα ποιος είναι σημαντικότερος: ο συγγραφέας ή ο σκηνοθέτης; Ο σκηνοθέτης καθοδηγεί μα δε μπορεί να επιβάλλει (η παράσταση εν τέλει έγκειται στην ερμηνεία του ηθοποιού, στη δυνατότητά του να ψυχανεμίζεται το χαρακτήρα). Μην είναι ο ηθοποιός το κέντρο της δράσης;

Now I will stop talking, but I must tell you this: όταν το έργο επιτυγχάνει, γίνεται ανάρπαστο και χειροκροτείται, τότε η χαρά του καλλιτέχνη δεν περιγράφεται. Γίνεται ολόκληρος ένα άλμα ως το ταβάνι κι ένα τραγούδι ως την άκρη του σύμπαντος. Μουδιασμένος, βαδίζει στη σκηνή, ενώνεται με τα λαμπερά του αστέρια κι υποκλίνεται μπροστά στα θηρία, τους θηριοδαμαστές και τα θύματα της φιλοσοφίας. Κι ύστερα, πίσω από τις κλειστές κουρτίνες, πατά μία κραυγή φεγγαρόλουστη, που ακούγεται σε κάθε γαλαξία. Κι ύστερα, σε ένα μπαρ στο κέντρο της πόλης, ρίχνει ένα χορό κι εύχεται να μπορούσαν να κρατήσουν οι χοροί, να μην πάψουν τα πανηγύρια.

6.6.14

Mεταμεσονύκτια

Το σκάσαμε απ'τα σπίτια μας εχτές, τώρα γύρω μας η παγωμένη λίμνη.
Θυμάμαι την πρώτη μέρα εδώ. Μέσα μου ανακατεύονταν ο φόβος του αναπάντεχου κι ο ενθουσιασμός του καινούριου. Θυμάμαι την οικειότητα του φιλικού σπιτιού που με φιλοξένησε, τα ζεστά χαμόγελα και τις καθησυχαστικές εξηγήσεις, τη δανεική κάρτα για τα μέσα μεταφοράς και την υπενθύμιση να μην πατώ στο fietspad. Θυμάμαι την άφιξή μου στο σπίτι, τη γνωριμία μου με την Αλ και τις πρώτες μας απόπειρες να προσανατολιστούμε σε μία μικροσκοπική πόλη που μας φαινόταν λαβύρινθος. Πάνω στα ποδήλατά μας, τη ροζ Λούλου και το λευκό Μπόρις, προσπαθούσαμε να μαρκάρουμε τους μεγάλους αυτοκινητόδρομους και τα στενά σοκάκια, να οικειοποιηθούμε το ξένο.

Σώπα μην κλαις! Ο κόσμος ανοίγει σαν καλειδοσκόπιο με χρώματα σπασμένα, γυαλιά φωσφορικά.
Αυτό λέγαμε άπαντες, ο ένας στον άλλο. Έτσι κι έγινε. Τάχα η επανάληψη; Τάχα η συνθήκη; Ο κόσμος άνοιξε, μεγάλωσε και μίκρυνε ταυτόχρονα: περιορίστηκε χωρικά και καλύφθηκε πλήρως, από τη μία άκρη του ως την άλλη. Η μία καινότυπη συζήτηση διαδεχόταν την άλλη, η μία γνωριμία έφερνε την άλλη, κι έτσι γίναμε ένα κουβάρι, αγκαλιασμένοι σφιχτά για να διατηρήσουμε την απαραίτητη μεταξύ μας συγκόλληση. Δοκιμάσαμε καινούρια, απαγορευμένα, φρούτα. Ταξιδέψαμε στα πέριξ και τα παραπέριξ. Ήπιαμε μπύρες και φτηνά κρασιά αγορασμένα από τον Άλμπερτ κάποιο βροχερό βράδυ.

Στη μέση της νύχτας, στη μέση του τέλους, θυμάμαι και γράφω για μία χρονιά γεμάτη εικόνες και χρώματα: πράσινο, μπλε και γκρι - Van Gogh, Vermeer και πινελιές από Rembrandt. Μία χρονιά γεμάτη φωτογραφίες με χαμόγελα πότε αληθινά και πότε ψεύτικα. Μία χρονιά γεμάτη συναισθήματα που παρασέρνουν ή σέρνουν, που ξεβιδώνουν ή βιδώνουν, που ξεσηκώνουν. Μία χρονιά μαγική σε μια πόλη που οι νεράιδες έχουν πασπαλίσει με χρυσόσκονη. Πάνω στον καθεδρικό, στους πλακόστρωτους δρόμους, στο Λαγό - παντού κατακάθεται η χρυσόσκονη. Κι ανακατεμένη με τις ζεστές ακτίνες του ήλιου, όταν μας τιμά με την παρουσία του, μας κάνει να βλέπουμε και να ακούμε και να νιώθουμε ό,τι δεν είχαμε ματαδεί, ματακούσει και ματανιώσει (ή μετανιώσει).


25.5.14

Kαλοκαιρινό μπουρίνι

Χτες πήγαμε τρεις (η φίλη μου η Αν, η φίλη μου η Αλλού κι εγώ, που τελευταία έχω κάτι από την ταυτότητα και των δύο) στο μπαρ όπου ορισμένους μήνες πριν ο Ebo Taylor έριχνε Αφρικάνικες πενιές.
Χτες το μέρος ήταν διαφορετικό, η μουσική hardcore: ένας εραστής, ένα ξωτικό κι ένας καλικάντζαρος χτυπούσαν επί μία ώρα, με απαράμιλλη οργή, ένα σετ ντραμς, ξερίζωναν τις χορδές των ηλεκτρικών τους κιθάρων, ξεπερνούσαν τις συχνότητες που μπορούσε το μικρόφωνο να καλύψει και πήγαιναν πάνω-κάτω στη σκηνή με το πάθος του σχιζοφρενούς. Μπροστά μας βρισκόταν το απόλυτο μεταίχμιο. Το εσωτερικό και το εξωτερικό γίνονταν ένα κουβάρι, οι ενδόμυχες σκέψεις και οι οι φανταστικές πράξεις γίνονταν λόγια και πραγματικότητα. Είχαμε ομαδικώς παλινδρομήσει σε μία προπολιτισμική κατάσταση. Κι όταν φτάσαμε την κάθαρση, με ψιλές φωνές οι αρχηγοί του ταξιδιού στο παρελθόν μας ευχαρίστησαν ευγενικά, τόσο φυσιολογικά που μας σηκώθηκε η τρίχα.
Έξω, πουλούσαν οι ίδιοι τα σιντί τους. Η Αν αγόρασε ένα και ζήτησε να της το υπογράψουν. Μου άρεσαν πολύ, είπε, έκαναν όλα αυτά που θέλω να κάνω: χτυπούσαν τα ντραμς όπως θέλω να χτυπήσω το κεφάλι του Ρο... Γέλασα και της είπα ότι για τον ίδιο ακριβώς λόγο μου άρεσαν κι εμένα.

Βγαίνοντας έξω, μας έπιασε η βροχή. Διόλου πρωτότυπο στην Παραμυθούπολη. Για πρώτη φορά όμως, δε νιώσαμε ότι θέλαμε να κρυφτούμε, κυνηγημένες από την κακοκαιρία. Είμασταν ακόμα μέσα στο σύννεφο της κάθαρσης, εξαγνισμένες. Ήταν η πρώτη καλοκαιρινή βροχή! Τα βρεγμένα μας ρούχα μας δρόσιζαν καθώς ποδηλατούσαμε πάνω στους γυαλιστερούς δρόμους. Τα φώτα των λεωφορείων και των μαγαζιών αντανακλώνταν, κι έτσι εμείς βαδίζαμε πάνω σε χρυσούς και ασημένιους, πράσινους και κόκκινους διαδρόμους! Μέσα στο πάρκο, η μυρωδιά του νωπού γρασιδιού και των νυχτολούλουδων γέμισε τα ρουθούνια μας. Κι ύστερα, κοντά στο σπίτι, δίπλα στα λιβάδια με τα πρόβατα, οι λαγοί χοροπηδούσαν από τη μία τρύπα που είχαν σκάψει στην άλλη, κι ένα πουλί κελαηδούσε μελωδικά τα τραγούδια του τόπου του.
Μιλούσα στην Αλ-λού για τα donkey pronouns. Άκου, της έλεγα, τι μάθαμε! Της εξήγησα στο πόδι όλη τη θεωρία της Γλωσσολογίας, ντύνοντάς τη με τα τριγύρω χρώματα και μυρωδιές.

Δεν ξέρω αν κι εκείνες, η Αν κι η Αλ-λού, ένιωσαν τη μαγεία ή αν, αποκαρδιωτικά, μόνη εγώ ζω σ'ένα κόσμο με νεράιδες και ξωτικά.

13.5.14

End end END

Some adapted Linguistics: "earlier we [had never actually] discussed how an End and an end can be linked and form an END. The question is, then, how ENDs relate to ends." (σελίδα 0, ημέρα ένα).
Έξι εναπομείνασες βδομάδες μέχρι την αποφασιστική λήξη του ντέρμπι, αυτού του ντέρμπι διαρκείας που δεν τελείωνε, που (το ομολογώ) δεν άφηνα να τελειώσει, που (δεν το ομολογείς) δεν άφηνες να τελειώσει, που δεν αφήναμε να τελειώσει.
Νιώθω πολύ ελεύθερη, σχεδόν χαμένη, πλεουσα σε πελάγη ελευθερίας, κλαίουσα σε πελάγη ελευθερίας. Νιώθω μουδιασμένη, σαν κατάδικος που του αφαιρούν τις χειροπέδες, που τον σηκώνουν από το πάτωμα του βρώμικου κελιού, που τον διώχνουν από τη φυλακή και τον σπρώχνουν στο φως. Τυφλώνομαι από το φως. Μα ήμουν τυφλή. Ήταν απλό, τόσο απλό.
Τα ENDs μου, Εric, και τα ends μου, δεν είναι σαν τα CHAINs και τα chains σου. Τα τέλη κρύβουν πίσω τους ανθρώπους κι όχι feature bundles. Έκρυβαν εμένα, γιατί ήταν ψεύτικα. Αυτή είναι η σχέση τους με τα μεγάλα ENDs: τα μεγάλα είναι αληθινά, και αδυσώπητα, και αιμοβόρα, και υποχθόνια. Τα καβαλώ όπως και τη Λουλού μου και διασχίζω τους πλακόστρωτους δρόμους και τους απέραντους κόσμους και τα αμέτρητα σύμπαντα.

10.5.14

Ψυχογράφημα

Προβαίνω σε ένα ψυχογράφημα. (Πρόκειται για την αρχική υπόθεση μίας φανταστικής πειραματικής έρευνας που δε θα υλοποιηθεί).

Αυτή η περίοδος στην επίπεδη παραμυθοχώρα βρίθει εθνικών εορτών. Πρώτα είχαμε τα γενέθλια του βασιλιά. Ύστερα είχαμε την επέτειο της απελευθέρωσης. Στα γενέθλια, ξεχυθήκαμε στους δρόμους, από την κορφή ως τα νύχια πορτοκαλί (το χρώμα του στέμματος) πίνοντας μέχρι να γυρίσει η μέρα. Στην απελευθέρωση, αμοληθήκαμε σε ένα πάρκο, δίχως χρωματική ομοιομορφία, πίνοντας μέχρι τη λήξη του πανηγυρικού DJ set.
Μα δεν είμασταν μόνο εμείς, οι ξένοι, που γιορτάσαμε ξέφρενα. Όταν ρώτησα το ντόπιο πληθυσμό τι πρέπει να κάνω αυτές τις δύο μέρες για να είμαι μέσα στο πνεύμα, έμαθα ότι αυτό που πάντα κάνουν εκείνοι, οι φίλοι και οι συγγενείς τους, είναι να να πίνουν και να χορεύουν. Αυτές, μου είπαν, είναι οι αργίες που μπορείς, που οφείλεις, να απαλλαγείς από την αυστηρή πειθαρχία, και να το κάψεις. Κανένας δεν ανέφερε τη σημασία των ημερών ως μέσα υπενθύμισης του παρόντος και του παρελθόντος. Κανένας δε μίλησε για το βασιλιά ή για τους σιχαμένους Duitsers.
Πηγαίνοντας στο πάρκο για το Bevrijdingsfestival (τι ειρωνία, το ''φεστιβάλ της απελευθέρωσης'') είδαμε ένα τανκ. Αναρωτιόμασταν περί τίνος πρόκειται. "It's like, let's commemorate the date by repeating what happened", γέλασε ένας Άγγλος φίλος μου. Κι όμως, προερχόμενη από έναν τόπο όπου έτσι -ή κάπως έτσι- γιορτάζονται οι εθνικές επέτειοι, θα έβρισκα τα τανκ πιο λογικά από τους DJ και τις παρελάσεις πιο λογικές από τα πάρτι. Το λέμε -εμείς, και άλλοι τόσοι καλύτερα από εμάς- καιρό τώρα ότι στην Ελλάδα έχουμε μίας μορφής δικτατορία. Μα δεν είναι οι προσωπικές μου προσλαμβάνουσες που με έκαναν να απορήσω. Ήταν οι ζωές των άλλων που με ξένισαν. Δηλαδή, η διακριτή και διατυμπανισμένη έλλειψη εθνικού αισθήματος που διακατέχει τους υπηκόους της παραμυθοχώρας. (Βέβαια οι παρελάσεις δεν υποδηλώνουν την ύπαρξη εθνικού αισθήματος. Σίγουρα όμως υποκρίνονται ότι τη δηλώνουν).
Περνώ κάθε μέρα από το πάρκο της βασίλισσας Wilhelmina. Κρυμμένο πίσω από μία συστάδα περιποιημένων θάμνων βρίσκεται το άγαλμά της. Μου πήρε πέντε μήνες να καταλάβω ότι πρόκεται για το άγαλμα της βασίλισσας και όχι της Μητέρας του Άγνωστου Στρατιώτη, με το χοντρό της παλτό και το τσεμπέρι. Στα αστεία, ανέφερα την παρεξήγησή μου στους Ολλανδούς μου φίλους που με κοίταξαν με έκπληξη: "Χα-χα, όντως! Γι'αυτό το λένε Wilhelminapark! Δεν είχα ιδέα". Σκεφτείτε, στη Θεσσαλονίκη, ο Μέγας Αλέξανδρος ατενίζει το πέλαγο πάνω στο Βουκεφάλα!
Συζητώντας με τη Δομ, είπαμε ότι συχνά η φαινομενική έλλειψη εθνικού αισθήματος καλύπτει έναν αυστηρό (κάποτε βίαιο) εθνικισμό, κι ότι η αδιαφορία που παρατηρούμε είναι τελικά μία πρόσοψη. Όμως δεν πιστεύω ότι κοιτώ μία πρόσοψη εθνικισμού, αλλά κάτι διαφορετικό. Σε μία χώρα που έχει ανοιχτά μάτια, που πουλάει ακριβά τις ιδέες και τον ιδεαλισμό, σε μία χώρα όπου οι άνθρωποι δουλεύουν με πρόγραμμα κι όπου χρόνος διαμοιράζεται με αποτελεσματικότητα, μου φαίνεται ότι, πραγματικά, οι άνθρωποι δε χρειάζονται το έθνος να τους κουρδίσει: κουρδίζονται μόνοι τους. Δηλαδή, η ψευδαίσθηση της ομοιογένειας που μπορεί να δημιουργήσει η πίστη σε μία ιδεατή κοινή ταυτότητα όπως το έθνος, έχει καταρριφθεί. Η κατάρριψη, καθώς και το αυτοκούρδισμα, δημιουργούν μία διαφορετική ομοιογένεια. Αναδύεται η ομοιότητα των ανθρώπων, όχι ως μελών του ξεπερασμένου 'έθνους', αλλά ως προϊόντων, πωλητών και ιδιοκτητών μίας - προσωπικής και συλλογικής - ελεύθερης αγοράς. Δείτε, πάλι ένα βήμα μπροστά, αυτοί οι Ολλανδοί! (Μα, ας κρατάμε και μία πισινή).

5.5.14

Bevrijding

Να, λοιπόν, τι είναι το uncanny (αν-κάνει): όταν οι χαρακτήρες των ιστοριών σου, αυτοί που έπλασες με το νου σου ή με αφορμή την πραγματικότητα, σε πλησιάζουν αυτοβούλως και σου πιάνουν την κουβέντα. Κάτω από το τρεχούμενο νερό. Στον ύπνο.
Τότε ο τρόμος της οικειότητας με το ανοίκειο σε μουδιάζει. Εσύ είχες ακούσει τη φωνή τους, είχες δει τις χειρονομίες τους. Έτσι μπορείς ανά πάσα στιγμή να προβλέψεις τις φράσεις και τις εκφράσεις τους. Και πως να αντιδράσεις με την απαραίτητη έκπληξη μπροστά σε κάτι που ήδη γνωρίζεις; Παραμένεις ανέκφραστος. Τι κι αν σου μιλούν για σεισμούς και πυρκαγιές... Εσύ αυτά τα ξέρεις ήδη. Μπορεί, άλλωστε, να είναι δικά σου δημιουργήματα, δοκιμές για τους χαρακτήρες σου. Και πως να τους εξηγήσεις ότι οι δυσκολίες που περνούν είναι περαστικές; Ότι το κεφάλαιο σύντομα τελειώνει κι ότι στο επόμενο τους επιφυλάσσεις χαρμόσυνες στιγμές;
Τότε η ντροπή σου τρώει τη γλώσσα και σου δένει το στομάχι κόμπο. Και χωρίς γλώσσα, δε μπορείς να μιλήσεις και να τους εξηγήσεις. Και χωρίς στομάχι, δε μπορείς να χωνέψεις την κατάσταση. Δε μπορείς παρά να μπερδεύεις όλο και περισσότερο την πραγματικότητα με τη φαντασία, το Φανταστικό και το Πραγματικό. Μα αν είναι η φαντασία πραγματοποιήσιμη, μήπως τάχα είναι κι η πραγματικότητα; Μήπως ζεις το κενό; Και non. 

16.4.14

Poison d'avril

O Aπρίλης άρχισε με ψάρια.
Κακό σημάδι τα ψάρια, άμα τα δεις στον ύπνο σου. Έτσι λέει η σοφή και μοιρολάτρης γιαγιά. Θα έχεις δυσκολίες. Θα περάσεις πόνο. Μπορεί να έρθει κάποιος θάνατος... Φτου φτου, να χτυπήσω ξύλο, τι πράματα λέω. Κουνήσου, ντε, κι εσύ από τη θέση σου!
Ο Απρίλης συνέχισε με ψάρια.
Τώρα, βρίσκονται στο ψυγείο. Τρία κασόνια ψάρια. Τρία κασόνια, και ένα τάπερ. Παινεύεται η άλλη γιαγιά, η σοφή και μορφωμένη, ότι της τα έφεραν στις δέκα το βράδυ, φρέσκα. Τότε επέστρεψε το καΐκι. Θα τα τηγανήσωμε αύριο, ε; Δε τα τι φρέσκα μου τα εφέρανε. Ελάμπουνε τα μάτια τους, δε τα, δε τα.
Kι είναι τα καημένα στοιβαγμένα, σε τρία κασόνια κι ένα τάπερ, στριμωγμένα στο ψυγείο και την κατάψυξη. Παγωμένα. Φρεσκοπεθαμένα. Με τα μάτια τους να λάμπουν.

Μία βδομάδα σε ένα ψυγείο και η αγάπη. Θαρρώ ακόμη με τα μάτια να λάμπουν και το τρίχωμα να γυαλίζει. Ίσως. Κανείς δε μπορεί να πει με σιγουριά, γιατί εμείς δεν ανοιγοκλείνουμε το ψυγείο που παγώνει την αγάπη, που την κρατάει φρεσκοπεθαμένη. Το ψυγείο εκείνο μένει κλειστό, κι η φωτιά δεν ανάβει. Δεν αλευρώνεται η αγάπη, δεν τηγανίζεται. Δεν τρώγεται όπως τα ψάρια που από τα τρία κασόνια και το τάπερ θα μπουν στο τηγάνι με το καυτό λάδι. Όμως θα ανάψει η φωτιά, κάποτε. Την περιμένουμε να ανάψει. Γιατί όσο τα μάτια λάμπουν και το τρίχωμα γυαλίζει, όσο μένει η αγάπη φρεσκοπεθαμένη, η τάση να ανοίγεις το ψυγείο, να παρατηρείς, να χάσκεις, είναι ανυπέρβλητη. Βάλετε φωτιά. Εμείς δε βρίσκουμε το μέσο. Δε βρίσκουμε το χώρο. Δε βρίσκουμε το χρόνο. Ή δε θέλουμε τίποτε από αυτά να βρούμε.

13.4.14

Θα-αν

Χωρίσαμε.
     Κάποια στιγμή θα γινόταν κι αυτό, όλα μέσα στη ζωή είναι.
Μα μερικά είναι μέσα στο θάνατο. Βουτηγμένα στο θάνατο, βουλιαγμένα.
Βγαίνουν από τη γούβα, και στάζει θάνατος. Τινάζονται, και σκορπίζει θάνατος.

Ο θάνατος γίνεται πάτωμα
και γίνεται ταβάνι
και γίνεται τοίχος
και διχάζει
τα συναισθήματα και τις λέξεις,
                                  τις λέξεις και τις πράξεις,
                                                        τις πράξεις και τα συναισθήματα.

     Ένας κύκλος είναι η ζωή.
Κι ο θάνατος προσθέτει μία τροχιά.
Σαν τη Γη, γύρω από τον εαυτό της και γύρω από τον Ήλιο.
Κι εμείς, έτσι: στον κύκλο μας και γύρω από τους κύκλους των άλλων.

Πολλοί ήλιοι, ένα σωρό ήλιοι, καίνε απλησίαστοι.
Ζεσταίνουν πρώτα. Ύστερα καίνε, τσουρουφλίζουν. Κάνουν τον κόσμο αποκαΐδια.
Μπορούν να καταστρέψουν κάθε τροχιά.
Αλήθεια, δε λυτρώνουν.


9.4.14

Duisternis

Duister.
Er is en duisterde kamer, mijn duisterde kamer.
Erg duister. Zo duister...
Mijn duisterde kamer, duisterder van uur tot uur.
Er is geen licht.
Er zijn net de rode gordijnen.
Rood, als liefde. Rood, als de dood.
Wat heeft je gedaan, waarom heeft je dat gedaan.
Afwachten! Αfwachten... Of - nee.
Off - ναι.

8.4.14

When shall them three meet again

Συναντήθηκαν Εuston Road και Judd Street γωνία. Τρία φουξ, από διαφορετικές κατευθύνσεις και προς διαφορετικούς προορισμούς. Το πρώτο φουξ ήταν ένα παντελόνι, ανεξάρτητο και θαραλλέο. Το δεύτερο, ήταν ένα φουλάρι, ρομαντικό και πρόσχαρο. Το τρίτο, ήταν ένα σακίδιο, με πομπώδη λόγο μα χωρίς άποψη. Τα τρία φουξ γνωρίζονταν καλά, είχαν φτιαχτεί από τα ίδια χέρια. Όμως η μοίρα τα είχε χωρίσει. Είχαν πουληθεί σε άγνωστους μεταξύ τους ανθρώπους, κι έκτοτε είχαν περάσει πολλές περιπέτειες. Όμως να που η μοίρα θέλησε να τα ενώσει πάλι! Εκείνη τη μέρα, βρέθηκαν ξανά το ένα δίπλα στο άλλο, μόνο για ένα δευτερόλεπτο. Δεν αγγίχτηκαν, δεν κοιτάχτηκαν, δε μίλησαν. Μα τη στιγμή που διασταυρώθηκαν, χτύπησαν οι καμπάνες του Saint Pancras. Ο μελωδικός τους σκοπός κράτησε ώρα και, όταν τελείωσε, τα φουξ βρίσκονταν μακριά.
Παρόλ'αυτά κάτι είχε αλλάξει, μπορούσε κανείς να το μυρίσει στον αέρα. Η μυρωδιά που πλανιόταν στο τετράγωνο ήταν πέρα από τις συνηθισμένες. Δε θύμιζε το καμένο λάδι των εστιατορίων, ούτε το καυσαέριο των αυτοκινήτων. Δεν ήταν η σκόνη των οικοδομικών έργων, ούτε ο ιδρώτας των επιβατών του μετρό. Ηταν μία οσμή μεθυστική και αποπνικτική: προκαλούσε τους περαστικούς να εισπνεύσουν πιο βαθιά, να τη ρουφήξουν, κι ύστερα τους έπνιγε. Κανείς δεν άντεχε. Κάποιοι ακουμπούσαν στην κοντινότερη κολώνα για να ξαποστάσουν (να τι κάνει η πολλή δουλειά ή οι κραιπάλες). Άλλοι έμπαιναν στου O'Neils για μία Guinness (να τι συμβαίνει όταν είσαι νηφάλιος). Αυτοί που είχαν περισσότερη διαίσθηση και λιγότερη σύνεση, έβρισκαν καταφύγιο στην εκκλησία και τραγουδούσαν μια προσευχή. Κι οι υπόλοιποι, σαν κυνηγημένοι, έτρεχαν στον κοντινότερο σταθμό, επιβιβάζονταν στο πρώτο τρένο χωρίς καν να δουν τον προορισμό κι έφταναν μέχρι τον τερματικό σταθμό της γραμμής μέχρι να αποφασίσουν, αποκαμωμένοι, να επιστρέψουν σπίτι.
Κανείς δε μπορούσε να καταλάβει τι είχε γίνει. Κανείς δε μπορούσε να προβλέψει τι έμελλε να γίνει. Εκείνη τη μέρα οι τεκτονικές πλάκες, αντί να ολισθαίνουν πλευρικώς, ήρθαν κοντά. Συγκρούστηκαν και προκάλεσαν μία δόνηση τόσο ισχυρή που πέρασε απαρατήρητη. 

2.4.14

Poissons d'avril

Χτες έκανα μπάνιο με ένα νερόφιδο κι ένα χρυσόψαρο.
Το νερόφιδο σερνόταν στον πυθμένα, δεν είχε μήτε χέρια μήτε πόδια. Όμως έστριβε τον κορμό του αριστερά και δεξιά και κινούνταν με μεγάλη ευκολία. Περνούσε κάτω από τους λουόμενους (πάνω απ' τις σκιές τους) και τους έδειχνε τον ήλιο. Τον είχε ζωγραφίσει στην πλάτη του για να τους μπερδεύει, να θαρρούν ότι κοιτούν τον ουρανό και να αναθαρρούν. Ήταν ύπουλο κι ένιωθε σίγουρο για την παντοδυναμία του. Μετά από πενήντα μέτρα δρόμο, πάντα τότε, έβγαζε το κεφάλι του έξω από το νερό, ακουμπούσε στον τοίχο κι ανάσαινε κοιτώντας ολόγυρα με μίσος. Όσοι αντάμωναν το βλέμμα του, τρομοκρατημένοι κοιτούσαν αλλού. Κι η ματιά τους, όλο φόβο, έπεφτε πάντα στο χρυσόψαρο. Αυτό ήταν κόκκινο κι ολοστρόγγυλο. Δεν έκανε καμία κίνηση, καμία προσπάθεια να προχωρήσει, μόνο επέπλεε. Το έπαιρναν τα ρεύματα κι οι πεταλούδες και το πήγαιναν πέρα δώθε. Κι όμως, όταν έφτανε στον προορισμό του, πάντα το πρόσωπό του ήταν σκυθρωπό και καταβεβλημένο. Τότε, το νερόφιδο το αγριοκοιτούσε. Από μακριά ακόμη μπορούσα να ξεχωρίσω τα μικρά και υποχθόνια μάτια του και σκεφτόμουν ότι, τώρα, θα κάνει κακό στο καημένο ψάρι που, αθώο και καταπονημένο, δεν θα μπορούσε να βγάλει άχνα. Κι έτσι έτρεχα, έτρεχα και έφτανα όσο γρηγορότερα μπορούσα κοντά τους. Κι ευτυχώς πάντα πρόφταινα το κακό.

21.3.14

Αλαμπουρνέζικα

Άμα εσύ μιλάς ένα interlanguage, κι αυτός ένα διαφορετικό interlanguage, κι εγώ ένα διαφορετικό κι από τους δυο σας interlanguage, κι αν όλοι μιλάμε ένα inter-language που δε μπορεί, που δε θέλει να καταγραφεί, μία γλώσσα μεταξύ γλωσσών που δεν υπακούει τους κανόνες καμίας εκ των καταβολών της, που δεν υπακούει τους κανόνες της Γενετικής Γραμματικής, διότι οι κανόνες είναι περιττοί σε αχαρτογράφητες περιοχές, αφού οτιδήποτε αχαρτογράφητο είναι ανύπαρκτο αν σκεφτούμε ότι ο άνθρωπος συλλαμβάνει μόνο αυτά που μπορεί να βιώσει αισθητηριακά, οπότε, αν όλα αυτά συμβαίνουν, κι αν μπορώ να γράφω για το υπόλοιπο της ημέρας μία και μοναδική πρόταση τόσο μεγάλη που θα καλύψει την επιφάνεια του μπλογκ και οποιαδήποτε μορφή λογικής, κι αν μπορείς, εσύ ο άτυχος που ξεκίνησες την ανάγνωση κι είχες το θάρρος ή την κουταμάρα να μην τη σταματήσεις, αν εσύ δύνασαι να την καταλάβεις, τι σημαίνει αυτό για εσένα και το interlanguage σου και ειδικά σε σχέση με το δικό μου, δηλαδή, εν ολίγοις, πως εσύ κι εγώ συνεννοούμαστε;

19.3.14

O οδοιπόρος, το μεθυσμένο κορίτσι κι ο Αλκιβιάδης

"Αυτά είπε ο Ζαρατούστρας και καθένας μπορεί να λέει τα δικά του.
Για το Μεθυσμένο Κορίτσι το αίνιγμα παραμένει. Στ’ αλήθεια αναγνώρισε το σώμα του Αλκιβιάδη όταν συνάντησε πρώτη φορά τον Οδοιπόρο, ή τον θυμήθηκε σαν τούκοψε με το μαχαίρι το κεφάλι; Στ’ αλήθεια ήταν ένα κορίτσι λυπημένο που είχε διαλύσει τα όνειρά του και προσπαθούσε τώρα να τα συνδέσει ξανά με λεπτομέρειες ζωντανές ή έκρυβε μέσα του μια πρωτογονική κακία; Ο Αλκιβιάδης ήταν χορευτής ή χόρευε γιατί δεν είχε άλλο τρόπο να εκφραστεί; Τέλος, το Μεθυσμένο Κορίτσι ήταν στ’ αλήθεια μεθυσμένο, ή εμείς το βλέπαμε έτσι, καθώς εκείνο λειτουργούσε φυσικά μέσα στους νόμους τους ονειρικούς; Αυτά δεν τα είπε ο Ζαρατούστρας κι έτσι ο καθένας λέει τα δικά του."

12.3.14

Αχ Μισιρλού

Αχ, Μισιρλού, σε πήρε η Ολλανδέζα και σε χόρεψε. Να σου κάτι grote cirkels, langzaam en sneller, sneller, sneller. Να σου τα hip shimmies. Nα σου και τα shoulder shimmies. Και μετά, αυτό που βαφτίσαμε pannenkoeken met veel stroop en suiker.
Αχ, Μισιρλού, μαγική, ξωτική ομορφιά! Εγώ, αντί να μιμούμαι, αντί να σε χορεύω όπως εκείνη, έκανα δεύτερη φωνή στη Γλυκερία. Παρασυρμένη, μεγάλωνα ή μίκραινα τους κύκλους, ενώ οι γοφοί μου έφευγαν αριστερά και δεξιά στο δωμάτιο κι έτρεχα ξωπίσω τους για να τους μαζέψω και ξεχνούσα να κουνήσω τους ώμους μου κι όταν έφτανα στη θέση μου, αρτιμελής, μου φαίνονταν βαριές οι τηγανίτες, τηγανισμένες στο λάδι, τίγκα στο σιρόπι και τη ζάχαρη, και τις απέφευγα. Ik moet concentreren, πρέπει, πρέπει. Φτου ξανά κι απ'την αρχή. Φτου φτου και βγαίνω.
Αχ, Μισιρλού.

10.3.14

Παρα-τηρήσεις

Πρέπει να τηρήσεις τις παρατηρήσεις: ό,τι δεν τηρούσες κι ό,τι τηρούσες παρά τρίχα, παρά κάτι.

Πρέπει να σκοτώσεις τη Φραγκογιαννού και όχι τα κορίτσια. Πρέπει ο νου σου να σταματήσει να ψηλώνει (σε περνάει τρία κεφάλια, δεν είναι κατάσταση αυτή!). Πρέπει να σκοτώσεις την ανάγκη της επιστροφής στον Ελπήνορα. Πρέπει να βρεις πάλι την Ελένη (η οποία είναι η τέχνη, είναι ο Τάκης, είναι και εσύ). Μα δεν πρέπει να σέρνεις την αλλαγή, τη φυσική και την αφύσικη, εκ φύσεως ή εκ φθίσεως σημαδεμένης. Η αλλαγή έρχεται και παρέρχεται, επέρχεται μοναχικά, συμπτωματικά και δεν εξαναγκάζεται ούτε υπομένεται.

Ιδού τι πρέπει να γίνει: πρέπει να πάψεις να υπομαίνεσαι, να μαίνεσαι κοντά στα σύννεφα. (Λόγω αυτού, σχεδόν πρακτικά, πρέπει ο νους σου να σταματήσει να ψηλώνει: τα σύννεφα οφείλουν να είναι άγνωστα κι άπιαστα). Μπορείς, βέβαια, να μαίνεσαι υπόκωφα. Πρέπει να μένεις, να περιμένεις. Να σιδερώνεις, να πατάς τις γωνίες και να μην αφήνεις ούτε μία τσάκιση.

Κυρίως, εδώ που τα λέμε, πρέπει -μία σκέψη ένθετη μα εγκάθετη, ως περίληψη των παραπάνω- να καταλάβεις, μα τα σύννεφα, ότι δεν είσαι ο Ντερριντά.

6.3.14

Του έρωτα και του θανάτου

Προτάσσω τον έρωτα στο θάνατο. Άμυνα αποτελεσματική.

Λαμβάνω το μήνυμά της κι αναπηδώ. Χοροπηδώ! Ο Μπόρις μου φτιάχνει ένα λουλούδι από μπαλόνια κι είμαι έτοιμη -φτερωτή νεράιδα- να πετάξω. Τα φτερά μου είναι γεμάτα χρυσόσκονη. Πετώ και λάμπω. Λάμπω και πετώ.

Φτάνουμε στο στενό, κάθετοι στο κανάλι. Κλειδώνουμε τους μανδύες μας -κεντημένους με υγρασία και ομίχλη- σε στενά ντουλάπια. Χορεύουμε μασκαρεμένοι. What does wiggle mean, ρωτώ τον Μάρτιν. Κοιτώ τριγύρω με παράλογη αγωνία, με ανυπομονησία, περιμένοντας το άπιαστο. Ανήσυχη, μα λαμπερή, πετούμενη, όρθια στον αέρα, στους ώμους κάποιου φίλου ρωμαλέου.

Κι ύστερα, στο μπαρ, βρίσκομαι εγκλωβισμένη. You are beautiful, I am beautiful. Μία νύχτα, προτείνει. Στραβομουτσουνιάζω, και το κατεβάζει σε μισή. Καλύτερο μου ακούγεται, ωραία τα παζάρια. Έτσι προτάσσω τον έρωτα στο θάνατο, χωρίς προοπτική.

Έτσι πετώ πάνω από τα όρια, τα προσωπικά μα απαράβατα.

Χαμένη, έρμαιο του ανέμου (της παράβασης και του μοναδικού πραγματικά απαράβατου - δεν ξέρετε τι λέτε, μεσιέ Μποντριγιάρ), προτάσσω τον έρωτα και με προοπτική λιγάκι πιο μεγάλη.

Ταυτόχρονα, κυρίως, σκορπώ λίγη χρυσόσκονη και περιμένω.

Κι ελπίζω, εύχομαι, προσεύχομαι, να μη σωθεί η χρυσόσκονη πριν φτάσει εκεί, εκεί που πρέπει.

3.3.14

Κάλτσες

Δε μιλά, θροΐζουν οι κάλτσες της. Δε σταματά να τις ακούει. Έτσι περνούν οι ώρες, περνούν οι μήνες, περνά ο χρόνος, ενώ αυτή τρώγεται με τα ρούχα της, συχνά ανάλατη κι άλλοτε λύσσα (έτσι πιστεύει, αν μη τι άλλο). Κάποτε, απροειδοποίητα, μία φωτογραφία ή ένα τραγούδι κάνει το κόκκινο πάτωμα να ανοίγει, κρακ, και να την καταπίνει. Κι αυτή βυθίζεται -ας πούμε ανήμπορη- μέχρι που τη μαλώνει ένα Υπερεγώ (μερικές φορές και δύο) και τότε, μην έχοντας τι να πει -ψελλίζοντας συγγνώμες και πατερημά-, αναδύεται, σηκώνεται, γδύνεται (δηλαδή, απεκδύεται). Μα οι κάλτσες της θροΐζουν πάντα, δε σταματούν ποτέ, συχνά ο θόρυβος που κάνουν είναι εκκωφαντικός και, παρότι εκείνη κλείνει τα αυτιά της για να μην τις ακούει, τα χέρια της γλιστρούν, τα μέλη της δεν την υπακούν, η ενδοεπικοινωνία καταρρέει, ο κόσμος αποσυναρμολογείται, (ούτε τοίχοι, ούτε τείχη, ούτε τύχη), το σπίτι γίνεται διάφανο, (τι άτυχο, τι άτειχο, τι άτοιχο), δεν υπάρχει σωτηρία. Δεν αντέχει, βάζει τις φωνές (τι άλλο να κάνει;), μα οι κάλτσες της την αγνοούν. Φτφτφτφτφτφτ.


26.2.14

Of age

Θυμάμαι, Λουλουδένια μου, το σπίτι. Ανήκε στη Μάγισσα που είχαν επισκεφτεί (ανυποψίαστοι;) ο Χάνσελ κι η Γκρέτελ. Μα για μία χρονιά, μαγική πέρα ως πέρα, ήταν δικό μας. Κι η Μάγισσα έμενε δίπλα, χωρίς ποτέ να μας ενοχλεί. Ερχόταν μόνο όταν τη φωνάζαμε. Έκανε μαστορέματα φορώντας μια χιλιομπαλωμένη σαλοπέτα, κι όταν τελείωνε έφευγε, αφήνοντας το τσάι της να κρυώνει.

Όταν ανοίξαμε την  ξύλινη πόρτα για πρώτη φορά - οι δυο μας, γιατί οι υπόλοιποι συγκάτοικοι ήταν άφαντοι - είδαμε τη ροζ μοκέτα να απλώνεται παντού, μέχρι και στο μπάνιο. Η φρίκη μου ήταν απερίγραπτη. Η αδιαφορία σου ενδεικτική.
Μετά είδαμε - πως θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητος! - τον τεράστιο δερμάτινο καφέ καναπέ στη μέση του σαλονιού, να μετρά μέρες και νύχτες κοιτώντας έξω από το παράθυρο. Κι ύστερα, με προσοχή, ανοίξαμε το αποθηκευτικό ντουλάπι που ήταν κρυμμένο κάτω από τη σκάλα. Σκονισμένες, καταπίνοντας το βήχα, βγήκαμε στο μικρό κήπο στο πίσω μέρος του σπιτιού. Αναπνεύσαμε βαθιά, και γέμισαν τα πνευμόνια μας Camden. Το βλέμμα μας χάιδεψε κάθε γωνιά του κήπου: τις πρασινάδες που άναρχα ξεπηδούσαν από τα φθαρμένα γκρίζα πλακάκια και το χαμηλοτάβανο υπόστεγο που προστάτευε τα εργαλεία και τα σαλιγκάρια. Στο κέντρο του κήπου δέσποζε ένα σιντριβάνι. Ήταν στεγνό, κατάστεγνο. Κι όμως, ήμουν σίγουρη ότι κάποτε άφηνε το νερό να κυλά γάργαρο, σα γέλιο. Σκέφτηκα ότι το σπίτι ήταν παγωμένο, ότι το σπίτι ήταν η εικόνα του σπιτιού.
Επιστρέψαμε στο εσωτερικό, παραμερίζοντας τις πράσινες κουρτίνες με τα μικρά λευκά άνθη. Περάσαμε στη μικρή κουζίνα και χαζέψαμε άναυδες τα αμέτρητα κατσαρολικά, αρκετά για να φτιάξουν φαγητό για μία μεραρχία. Κι ύστερα, δίπλα στον καταψύκτη, είδαμε για πρώτη φορά τον Χένρι. Ήταν μικρός και κόκκινος. Στεκόταν ακίνητος μα το πονηρό του χαμόγελο μας καλωσόριζε θερμά.
(Έτσι ήταν, είναι και θα είναι ο Χένρι: χαμογελά ακατάπαυστα και δε βγάζει άχνα. Μονάχα όταν δουλεύει αγκομαχά. Είναι παραγωγικός, αλλά δεν του αρέσει η εργασία. Προτιμά να στέκεται και να κοιτά - χωρίς ποτέ να βαριέται -  το άπειρο και το τίποτα. Όταν τον χρειαζόμασταν, έσερνε τα χέρια και τα πόδια του για να ανέβει τη φιδογυριστή σκάλα που οδηγούσε στα φωτεινά μας δωμάτια. Κι όταν τελείωνε τη δουλειά του ήταν τόσο κουρασμένος, που πολλές φορές δε γύριζε στη θέση του, δίπλα στον καταψύκτη, αλλά έμενε στο κεφαλόσκαλο, περιμένοντάς μας να τον πάμε πίσω αγκαλιά.)
Έγινε ο Χένρι αναπόσπαστη παρέα μας την περσινή χρονιά - πως θα μπορούσε να μη γίνει! Δεν πέρασε πολύς καιρός μέχρι να μας συστήσει στις αραχνούλες, που είχαν χτίσει τα μικρά τους σπίτια στους σημαδεμένους τοίχους. Περνούσαν τον καιρό τους κάνοντας ακροβατικά και πάντα κρύβονταν όταν μας έβλεπαν. Μας φοβόντουσαν, γιατί οι συγκάτοικοί μας τις ξεσπίτωναν και τους έδιναν μια, μπαμ,  έξω από το παράθυρο, ενώ εγώ τους έδινα μια με την παντόφλα, μπαμ, και τις έστελνα στον άλλο κόσμο. Παρά τα μπαμ, παρά το φόβο, αυτές επέστρεφαν. Είχαν κάνει συμφωνία με τη Μάγισσα να μας παρατηρούν, να μας προσέχουν και να μας φοβίζουν.

Θυμάμαι, Λουλουδένια μου, το σπίτι γιατί ήταν μία τελετή ενηλικίωσης.

25.2.14

Bell y dancing

Κάθε Δευτέρα στις έξι και μισή, έξι κορίτσια γίνονται δέντρα.
Φτάνουν στο μικρό δωμάτιο με τα μεγάλα παράθυρα και τις αμέτρητες καρέκλες και περιμένουν. Σύντομα ακούν κουδουνίσματα φλουριών κι ένα ξόρκι, μυστικό και παντοδύναμο, να βγαίνει από τους τοίχους, een-twee-drie-vier-vijf-zes-zeven-acht, και να σκορπάει naar de rechts και naar de links. Τότε τα χέρια τους μετατρέπονται σε κλαδιά και αρχίζουν να κουνιούνται ρυθμικά. Τα δάχτυλά τους τεντώνουν κι ύστερα φτιάχνουν μια φωλιά για τα πουλιά που, τιτιβίζοντας, έρχονται από κάθε γωνιά του κόσμου. Η μουσική διαπερνάει την ατμόσφαιρα σαν ανοιξιάτικο αεράκι και τις κάνει να σαλεύουν τα ρυθμικά. Τα κουδουνίσματα συνοδεύουν τη μουσική, από αριστερά και δεξιά, από το πάτωμα και το ταβάνι, από τα παράθυρα και τις καρέκλες. Όλα κουδουνίζουν. Και τα κορίτσια ανοίγουν τα χέρια τους, καλούν το σύμπαν στην αγκαλιά τους, κι ύστερα τα κλείνουν για να κρατήσουν το σύμπαν για πάντα κοντά τους.  Έτσι περνούν μιάμιση ώρα.
Κι όταν πάει οχτώ, σταματούν τα κουδουνίσματα. Τα κορίτσια μεταμορφώνονται ξανά - μικροκαμωμένες Σταχτοπούτες δίχως γοβάκια. Φορούν τα αθλητικά τους παπούτσια, ξεκλειδώνουν τα ποδήλατα, τα καβαλούν και χάνονται στις ατέρμονες πεδιάδες με τα πρόβατα και τα κουνέλια.

17.2.14

Γράμματα αγάπης

Χρόνια πριν, μου είχε γράψει σ'ένα μικρό κομμάτι χαρτί μ'ένα στυλό bic μισοτελειωμένο: "θα ήθελα να τυπώσω όλη μου την αγάπη για σένα σε ένα Α4 και να στη δείξω, αλλά δεν ξέρω κατά πόσο η αγάπη χωράει στα χαρτιά".

Από τότε, γέμισε μελάνι το στυλό και γράφτηκαν καινούριες ιστορίες. Έγραφε η μία, διάβαζε η άλλη, εξ αποστάσεως και in situ ταυτόχρονα. Οξύμωρο, ναι, μα αντιπροσωπευτικό: παρέα ήμασταν πάντα φίλα προσκείμενες στο ασύλληπτο, το άνομο, το πανκ. Τρέχαμε στα βουνά, με το maalox στη τσάντα και τα όνειρα να μας τραβούν, να μας ενώνουν και να μας χωρίζουν.

Αυτήν την αγάπη, τη γραμμένη στο μικρό κομμάτι χαρτί, την εξ αποστάσεως και χαραγμένη in situ, την κουβαλώ από τότε - από πάντα - μαζί μου ανά τον κόσμο.

15.2.14

Aandrijving

Human being. Being human. Η γοητεία του παραλληλισμού έγκειται στο φόβο της ακυρότητάς του, στην κατάργηση της αυθεντίας και της μοναδικότητας του ανθρώπινου είδους. Κι η ειρωνεία του παραλληλισμού έγκειται στην επισταμένη προσπάθεια της επιστήμης να μετατρέψει τις μηχανές σε άνθρωπινα όντα, εξειδικευμένα κι απαραίτητα.

Πέρασα τις τελευταίες μέρες εξερευνώντας την παραμυθοχώρα στην οποία φέτος κατοικώ. Και κάθε ματιά μου επιβεβαίωνε ότι οι μηχανές είναι η βάση κι η απόβαση. Η δράση κι η απόδραση.

Να, ο Vermeer ήταν χημικός και φυσικός κι η camera obscura ήταν το διαβατήριό του για το ταξίδι στην αχαρτογράφητη χώρα του φωτός και της σκιάς. Μπήκα στο εργαστήριό του. Μαγεμένη, χώθηκα μέσα στο κουτί και σκεπάστηκα με το χοντρό παλτό μου. Έβλεπα το βρεγμένο δρόμο, τους ομπρελοφόρους περαστικούς κι ένα αυτοκίνητο παρκαρισμένο. Κοινότυπο θέαμα. Κι όμως, η εμπειρία ήταν μυστικιστική: η φαντασία μου οργίασε, το μυαλό μου γέμισε εικόνες, ήχους, σκέψεις!

Ποιος είναι τελικά ο καλλιτέχνης; Ο άνθρωπος ή το μέσο;

Να, στο μουσείο Speelklok τα όργανα - μουσικά κουτιά σε μέγεθος δωματίου -, κουρδισμένα και σε ετοιμότητα, δεν ήταν παρά ένα συνονθύλευμα μηχανών, επιστημονικά μελετημένων και προσεκτικά τοποθετημένων. Μαγεμένη, γύρισα μία προς μία, ξανά και ξανά, τις μανιβέλες και κοιτούσα σαν υπνωτισμένη τα βαρίδια να πέφτουν, τα γρανάζια να κινούνται, τους τροχούς να γυρίζουν και τις αλυσίδες να ξεδιπλώνονται, κάνοντας τα καμπανάκια να κουδουνίζουν και τις χορδές να πάλλονται. Οι πιο όμορφες μελωδίες έβγαιναν από τα πιο άμορφα όργανα.

Η ημίθεη εικόνα των μηχανών κάλυπτε τη θεϊκή εικόνα του ανθρώπου.

Περί αυτού έγραφε ο Benjamin το 1930, εγκωμιάζοντας τον κινηματογράφο ως το μέσο που μπορεί να αποκαθηλώσει τα έργα τέχνης από την αύρα τους, τον τελετουργικό και μοναδικό χαρακτήρα που τα σημαδεύει με τη σφραγίδα του 'εδώ' και του 'τώρα'. Πίστευε ότι μέσω της αποκαθήλωσης η τέχνη μπορεί να δραπετεύσει από τη σκέπη των φασιστικών ιδεών και πράξεων (που ως κοινό παρονομαστή έχουν την αυθεντικότητα) και να εξερευνήσει τον κόσμο, εκδυόμενη τις χωροταξικές και χρονολογικές υποταγές που φέρουν άλλες τέχνες.

Μα είναι - δεν είναι; - τέχνη οι μηχανές! Μα είναι τάχα κι οι μηχανές καλλιτέχνες;

Κινητικότητα

Πέρασε καιρός που τα συμπαρομαρτούντα ήταν κυρίως και τα κυρίως συμπαρομαρτούντα. Η κατάσταση ήταν ασφυκτική, αχανής, ατέρμονη. Συχνά προσπαθούσα να ανάψω το φως μα δεν έβρισκα το διακόπτη. Οι τοίχοι γκρεμίζονταν και το πάτωμα έκαιγε. Το δωμάτιο στριφογυρνούσε γύρω μου, κίτρινο και κόκκινο, τόσο κίτρινο, τόσο κόκκινο...

Μα τώρα η κατάσταση έχει οριοθετηθεί. Το δωμάτιο παραμένει κίτρινο και κόκκινο, μα φαίνονται καθαρά τα κυρίως και τα συμπαρομαρτούντα κάτω από το αδύναμο φως της μεταλλικής μου λάμπας.

Τριγύρω, διακίνηση ιδεών και κίνηση πολιτισμών. Φεύγουν τα γνώριμα πρόσωπα και τη θέση τους - το δωμάτιό τους, το ποδήλατό τους - παίρνουν καινούρια. Τι λύπη! Τι ανυπομονησία! Πνεύματα ελεύθερα, φιλελεύθερα κι απελευθερωμένα. Ταξιδιώτες. Κοσμοπολίτες.

Αναβοσβήνουν τα φώτα του Winkel van Sinkel πίσω από τα ορθωμένα αγάλματα. Αναβοσβήνουν τα φώτα του Tivolli. Η πόλη πάλλεται, υπό το μηδέν, τόσο θερμή! Αποχαιρετά κι αναμένει, σαγηνεύει με τη γλυκύτητά της, τα ανύποπτα κανάλια, τους κεντημένους καθεδρικούς, τις παραδοσιακές μπυραρίες και τα ξενυχτισμένα φαγάδικα, τις περιποιημένες βιβλιοθήκες και τα εκατομμύρια ποδήλατα να πηγαίνουν και να έρχονται. Ναι, τα ποδήλατα! Δεν είναι οχήματα. Είναι σπίτια (ή κοινόβια). Εκεί οι άνθρωποι τρώνε, καπνίζουν, βγάζουν βόλτα τους σκύλους τους, αγαπιούνται και μισούνται.

Ζωή εν κινήσει.

Η νεράιδα του τρένου

Μπήκα στο μετρό με βιάση, με έπνιγαν οι λυγμοί, με τύφλωναν τα δάκρυα. Η κάπνα του σταθμού κολλούσε στο δέρμα μου, τα χέρια και τα πόδια μου ήταν βαριά. Σύρθηκα στην κοντινότερη θέση, πήρα βαθιά ανάσα, σκούπισα τα δάκρυα. Χαμογέλασα αχνά. Ο άντρας που καθόταν απέναντί μου με κοιτούσε έντονα. Όταν αντιλήφθηκε ότι τον είχα τσακώσει επί τω έργω, ντράπηκε - ένεκα η Αγγλική (αεροστεγώς συγκροτημένη κι απόλυτα συγκρατημένη) του φύση - κι έστρεψε φουρκισμένος το βλέμμα του στα μαύρα, βρώμικα τοιχώματα του τούνελ έξω από το τρένο.

Τουκουτουκ, τουκουτουκ, τουκουτουκ.

Άρχισα κι εγώ να κοιτώ τους επιβάτες στο βαγόνι μου. Ήθελα, όπως πάντα, στα πρόσωπά τους να διαβάσω τις ιστορίες τους, κι έτσι προσωρινά να ξεχάσω τη δική μου. Είχα όμως μεταμορφωθεί σε Sherlock Holmes: τα αυτοματοποιημένα συμπεράσματα διαδέχονταν το ένα το άλλο, κι ούτε ένας εκ των επιβατών δεν έμοιαζε κατάλληλος για να γίνει παράθυρό μου - ή έστω, καθρέφτης.

Μέχρι που ανασκουμπώθηκα κι είδα κουρνιασμένη στο τέρμα της σειράς όπου καθόμουν μία πρώην Νεράιδα - νυν συνταξιούχο. Διάβαζε ένα βιβλίο και μία υποψία χαμόγελου ήταν κρυμμένη στο μικροσκοπικό πρόσωπό της. Τα μαλλιά της ήταν καστανά και κοντά. Η φράντζα της κάλυπτε το μέτωπό της, που ήταν ήδη βυθισμένο για τα καλά στα άδυτα του βιβλίου της. Τα ρούχα της ήταν προσεγμένα, καφέ και πράσινα, και το φουλάρι της ήταν γεμάτο φθινοπωρινά λουλούδια. Κουνούσε τα πόδια της στο ρυθμό του τρένου: δεν έφταναν να ακουμπήσουν το δάπεδο και κρέμονταν. Όμως δεν ήταν βαριά, αλλά όλο ενέργεια και χάρη.

Τουκουτουκ, τουκουτουκ, τουκουτουκ.

Κάθε τουκ, κι ένα πόδι να ξεπερνά το άλλο, να τεντώνεται, κι ύστερα να ενδίδει στη βαρύτητα και, ωπ, να επιστρέφει στην αρχική του θέση. Κι οι σελίδες να συμπληρώνουν τη κιναισθητική συμφωνία. Να στέλνουν, καθώς γυρνούν, τις ειπωμένες ιστορίες στο παρελθόν. Να καλούν, καθώς στέκονται, τις ανείπωτες ιστορίες στο παρόν.

Κι έτσι έφτασα στο Hendon. Η συνταξιούχος νεράιδα σταμάτησε να κουνά τα πόδια της και να γυρίζει τις σελίδες του μαγικού βιβλίου της όταν το τρένο σταμάτησε στη στάση. Το πρόσωπό της αναδύθηκε στην επιφάνεια, και καθώς τεντώθηκε, με κοίταξε με τα μικρά, αμυγδαλένια μάτια της. Το βλέμμα της ήταν διαπεραστικό, κι ένιωθα ότι είχα γίνει εγώ το βιβλίο της. Οι πόρτες άνοιξαν (please, mind the gap between the train and the platform!) και βγήκα με παράλογη φούρια στους άδειους δρόμους δίχως ταυτότητα. Εκείνη δεν κατέβηκε.

Εκείνη, μου φαίνεται, ήταν το τρένο.