28.6.13

Καλοκαιρινή Νύχτα

Πιο πολύ από οτιδήποτε άλλο, με στεναχωρεί που δε θα μας φωτίσει από κοινού ποτέ κάποια πανσέληνος. Πιο πολύ κι από το ότι δε θα μας ποτίσει ποτέ η αρμύρα της ίδιας θάλασσας ούτε και θα τρίψει το δέρμα μας η άμμος της ίδιας παραλίας. Πιο πολύ ακόμα κι από τις υποσχέσεις, τα πράσινα άλογα και τους μπλε κάβουρες. Αλήθεια, ακόμα περισσότερο κι από το ότι εμείς ποτέ ξανά δε θα βρεθούμε in grove or green, μήτε by fountain clear or spangled starlight sheen.

22.6.13

Γλωσσολογία

H γλώσσα μου είναι ένα καταφύγιο που κανένας εδώ δε μπορεί να πλησιάσει ή να γκρεμίσει. Είναι ένας κόσμος δικός μου και μόνο σε μία πόλη που κανένας δεν έχει τίποτα δικό του. Τίποτα δεν ανήκει, τίποτα δεν κρατάει: όλα είναι περιστασιακά και περιπετειώδη, μαγικά και νοτισμένα από τη βροχή. Όμως εγώ είμαι ασφαλής ανά πάσα στιγμή και οπουδήποτε. Έχω τη γλώσσα μου, που κανείς δεν καταλαβαίνει. Χαμογελώ -κάποτε συγκαταβατικά κι άλλοτε με ενθουσιασμό- όταν κάποιος προσπαθεί να τη μιλήσει, όμως κανένας δε φαίνεται να ανοίγει τις πόρτες και τα παράθυρα του μικρού μου καταφυγίου.
Πες μας μία φράση, οτιδήποτε. Λόγια που μερικές φορές δεν έχουν καν νόημα ξεπηδούν και με τυλίγουν σαν μεταξένιες κορδέλες. Εισπράττω βλέμματα γεμάτα δέος, σα να έχω βγει από τα βάθη της ιστορίας ή από το κέντρο της γης.
Κι όταν εμφανίζονται στην οθόνη τα πρόσωπα που έχουν τα κλειδιά για το καταφύγιό μου, τότε μιλώ. Αρχικά ψάχνω τις λέξεις μία-μία, γιατί είναι πολύ δύσκολο να βρεις τη σωστή μέσα στα σεντούκια που όλο μαζεύουν σκόνη. Μα ύστερα, αφού το μυαλό μου γεμίσει λέξεις, μιλώ τόσο γρήγορα που νομίζω ότι οι υπολογιστές θα βραχυκυκλώσουν, τα γκιγκαμπάιτ θα σκορπίσουν σα χαρτοπόλεμος κι οι λέξεις θα πάρουν φωτιά.

21.6.13

Μέρες

Σταμάτησα το διάβασμα για να έρθω εδώ και να γράψω ότι δε μπορώ πια: τα νέα δεν αντέχονται. Από τη μία είναι οι σοκαριστικές εξελίξεις κι από την άλλη η συνειδητοποίηση ότι, εν ελλείψει των εξελίξεων αυτών, η κατάσταση θα ήταν νεκρικά στάσιμη, στάσιμα νεκρή. Το αντισυνταγματικό και πέρα ως πέρα απάνθρωπο κλείσιμο της ΕΡΤ ήταν το ντόμινο που έπεσε κι έκανε τους κώδωνες να κρούουν. Σάμπως δεν ξέραμε, σάμπως δεν είχαμε ιδέα ότι η κυβέρνησή μας -ανυπόστατη εκ φύσεως- είχε χαρακτήρα φασιστικό. Μάλλον η διαφορά είναι ότι τώρα δε μπορούμε να στρέψουμε αλλού το βλέμμα. Άνθρωποι οργισμένοι, μα φοβισμένοι. Τι κάνουμε;

Καθόμασταν χτες στο σαλόνι. Ο Μαρκ με ρώτησε πόση απήχηση έχουν οι χρυσαυγίτες. Στη φωνή του υπήρχε μία υποψία φόβου. Είναι από την Ουγγαρία, όπου η φαινομενικά δεξιά κυβέρνηση αποδείχτηκε ακροδεξιά. Όχι ότι δεν το ήξεραν, όχι ότι δεν είχαν ιδέα. Ορίστε, μία από τα ίδια: απήχηση και συστημική, συστηματική υποστήριξη, υπό την (αυταρχική) εξουσία μίας κυβέρνησης που, με τις ανόητες κι ανεκδιήγητες αποφάσεις της, προσπαθεί να ξεπεράσει τα άκρα της ακροδεξιάς. Τι μήνυμα να μεταφέρουμε;

Ταυτόχρονα, η φίλη μου η Ίρμακ περνάει κάθε μέρα και κάθε νύχτα στο πάρκο Γκέζι και στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης. Σπάνια επισκέπτεται τους γονείς της που δε μένουν στην πρωτεύουσα, περισσότερο για να τους μεταφέρει τα νέα ζωντανά, παρά για να τους καθησυχάσει. Τα μηνύματα που μου στέλνει είναι ενθουσιώδη και θαρραλέα. "Μέρες παράξενες, θαυμάσιες μέρες".