29.4.13

Right down to the core

Δύο χέρια γυμνασμένα έκαναν χτες το βράδυ έρωτα με μία κόκκινη κιθάρα, σε κοινή θέα, δίχως συστολή. Τα δάχτυλα χάιδευαν με βία τις χορδές, από το ψηλότερο μέχρι το χαμηλότερο τάστο. Κινούνταν μαλακά μα γρήγορα, τόσο γρήγορα που η απόλυτη ακρίβεια του ήχου προκαλούσε έκπληξη. Με κομμένη την ανάσα, ανάσα κοφτή, παρακολουθούσαμε και σκεφτόμασταν ότι, δε μπορεί, κάποτε θα μπερδευτούν.
Κι όμως, τα ερωτευμένα χέρια δε λάθεψαν.
Κι η κιθάρα τραγουδούσε αγαλιασμένη από την απόλαυση.
Κι εμείς, εμείς οι θεατές, ηδονοβλέπτες, με θράσος να κοιτάμε, να κοιτάμε και να μη μπορούμε να στρέψουμε αλλού το βλέμμα, να μη θέλουμε. Μπροστά μας, η Δημιουργία. Τα πρόσωπά όλων μας ήταν γεμάτα δέος. Πετούσαμε προς τα θεία. Πετούσαμε, κι είμασταν τόσο κοντά στα όρια της ύβρεως, αλήθεια, τόσο κοντά, που όταν τα τραγούδια της κιθάρας σώπασαν, η κάθαρση είχε απλωθεί στο μαγαζί, (είχε σηκώσει τις τζίβες των θεατών) κι όλοι μαζί, σαστισμένοι, χειροκροτήσαμε όχι τον άνθρωπο, μα τον έρωτα.

19.4.13

Machine (head)

Ο Γκόρκι με κρατούσε από το χέρι και προχωρούσαμε παρέα προς τον ήλιο, σκουντουφλώντας που και που. Κάθε κύτταρό μου επαναστατούσε: πρέπει να γίνουμε εμείς η καταστροφή, να ανοίξουμε τις πύλες, να ανοίξουμε πυρ. Γιατί πια δε μπορούμε να δαμάσουμε το μίσος; Με ποιο δικαίωμα μπορούμε να παίρνουμε μια καραμπίνα και να σκοτώνουμε, εν ψυχρώ κι έχοντας πλήρη συναίσθηση των πράξεών μας, ανθρώπους; Πως αγνοούμε (άρα επιτρέπουμε) τη δουλία και την εκμετάλλευση; Η 'Κασσάνδρα' που έπλασε ο Γκόρκι το 1900 θα μπορούσε να είναι το δελτίο των 8 απόψε, αν η δημοσιογραφία δεν ήταν σάπια. Μα άπαντες περιμένουμε. Ποιος ξέρει τι. Ο 'Τρελός' του Ντάριο Φο δε μπορεί να ξεσκεπάσει -σαν από μηχανής θεός- τη διαφθορά μας: η επιλογή είναι δική μας κι η αδικία μπροστά μας και μέσα μας. Μέσα στην απογοήτευση (και την απόστασή) μας, σταυρώνουμε τα χέρια, μπροστά στα ερείπια μίας κοινωνικής δομής και κάθε ελπίδας αποκατάστασης της δικαιοσύνης.

Εν τω μεταξύ, καθόμασταν στο μικροσκοπικό δωμάτιο με την τεράστια τηλεόραση, τους καφέ καναπέδες και τους άσπρους τοίχους. Σου είπα ότι δε ξαναφάω ποτέ φράουλες, κι ας είναι από το Κεντ κι όχι από τη Μανωλάδα. "Υour mind is like a pinball machine". Μπορεί. Το παράθυρο ήταν μισάνοιχτο, όμως η υγρασία του Τάμεση που ήταν ακόμη κολλημένη στο δέρμα μου με οχύρωνε απ'το κρύο. Για πρώτη φορά δεν ακουγόταν μουσική - μόνο κορναρίσματα, σειρήνες και σκέψεις, ένα σωρό σκέψεις που με τη φασαρία τους κάλυπταν κάθε άλλον ήχο.

Κι όταν βράχνιασαν οι σκέψεις και βραχύκλωσε η μηχανή του πινμπολ, μεταξύ γέλιων και δακρύων, ξέχασες να απαντήσεις: τι είναι η αγάπη; Είναι ο Boris ή o Vaguin; Ίσως κανένας. Ίσως κι οι δυο μαζί.

18.4.13

Decap

Απουσία από τα τεκτενόμενα σε αυτό το χώρο αυτό που κάποτε ήταν καταφύγιο. Αποχή οριακά συνειδητή και άνευ λόγου. Αμέτρητες φορές υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι θα γυρίσω σπίτι και θα γράψω, θα κάνω τις αισθήσεις λέξεις, και πάντα το ξεχνούσα.
(Αγόρασα μετά ένα μικρό τετραδιάκι, το έχω μαζί μου για να σημειώνω τις σπουδαίες καθημερινές μου παρατηρήσεις ή τις ιστορίες των ανθρώπων που δε γνωρίζω στο μετρό.)
Κι αποφάσισα να γράφω, εκεί μα κι εδώ, (και) για εκείνους που -άγνωστο γιατί- το περιμένουν.

Και νιώθω κάπως έτσι, μουδιασμένη σαν αλλόκοτη δοξαριά που ξυπνάει από βαθύ ύπνο.