22.6.13

Γλωσσολογία

H γλώσσα μου είναι ένα καταφύγιο που κανένας εδώ δε μπορεί να πλησιάσει ή να γκρεμίσει. Είναι ένας κόσμος δικός μου και μόνο σε μία πόλη που κανένας δεν έχει τίποτα δικό του. Τίποτα δεν ανήκει, τίποτα δεν κρατάει: όλα είναι περιστασιακά και περιπετειώδη, μαγικά και νοτισμένα από τη βροχή. Όμως εγώ είμαι ασφαλής ανά πάσα στιγμή και οπουδήποτε. Έχω τη γλώσσα μου, που κανείς δεν καταλαβαίνει. Χαμογελώ -κάποτε συγκαταβατικά κι άλλοτε με ενθουσιασμό- όταν κάποιος προσπαθεί να τη μιλήσει, όμως κανένας δε φαίνεται να ανοίγει τις πόρτες και τα παράθυρα του μικρού μου καταφυγίου.
Πες μας μία φράση, οτιδήποτε. Λόγια που μερικές φορές δεν έχουν καν νόημα ξεπηδούν και με τυλίγουν σαν μεταξένιες κορδέλες. Εισπράττω βλέμματα γεμάτα δέος, σα να έχω βγει από τα βάθη της ιστορίας ή από το κέντρο της γης.
Κι όταν εμφανίζονται στην οθόνη τα πρόσωπα που έχουν τα κλειδιά για το καταφύγιό μου, τότε μιλώ. Αρχικά ψάχνω τις λέξεις μία-μία, γιατί είναι πολύ δύσκολο να βρεις τη σωστή μέσα στα σεντούκια που όλο μαζεύουν σκόνη. Μα ύστερα, αφού το μυαλό μου γεμίσει λέξεις, μιλώ τόσο γρήγορα που νομίζω ότι οι υπολογιστές θα βραχυκυκλώσουν, τα γκιγκαμπάιτ θα σκορπίσουν σα χαρτοπόλεμος κι οι λέξεις θα πάρουν φωτιά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου