25.12.12

You twist so fine II

Πως θα μπορούσε να μην υπάρχει δεύτερο κεφάλαιο; Επιστρέφω σημαίνει θυμάμαι.

Μία μεγάλη, ετερόκλιτη παρέα. Πιο μεγάλη και πιο ετερόκλιτη από άλλοτε, προσθήκη στην προσθήκη.
Μαζί γυρίσαμε τα αγαπημένα μέρη. Paying homage to the past. Είπαμε για τα μέσα και τα έξω κι ύστερα παίξαμε ποδόσφαιρο με πορτοκάλια. Παίξαμε! Η πόλη των παιδικών χρόνων, των τρελών στιγμών. Και μετά χορέψαμε τραγούδια που δεν ήξερα κι άλλα που δεν ήξερα ότι ήξερα. Το ένα τραγούδι μετά το άλλο κι όλα άσχετα μεταξύ τους. Γελάσαμε! Γελούσαμε όλο το βράδυ ή χαμογελούσαμε. Όμορφα χαμόγελα, βλέμματα φωτεινά. Ένας περίπατος στο παρελθόν, μια καλη-σπέρα.

17.12.12

Λόγια για εικόνες

...Και, τώρα που το σκέφτομαι, μπορεί όταν θα γράψω να βάλω και φωτογραφίες. Να ντύσω τα κείμενα, να μην κυκλοφορούν γυμνά. Κάνει κρύο κι η θέρμανση είναι ακριβή, κι εκεί μα κι εδώ. Ο καθένας πρέπει να προσταυτευτεί ως δύναται.
Γι'αυτό τουλάχιστον θα ντύσω τα κείμενά μου, αν καταφέρω να βρω ένα ένδυμα της προκοπής. (Δε χάνουμε ποτέ το αίσθημα της κομψότητας, παρά τις τωρινές κακουχίες.) Ντυμένα, ίσως γίνουν πιο όμορφα: θα μπλέκεται η εικόνα με τη λέξη, θα προσθέτει η μία ένα λιθαράκι στην άλλη και θα φτιάχνουν ένα ψηφιδωτό πολύχρωμο, που όμοιό του η κάθε μία μόνη της δε θα μπορεί να χτίσει.
Η Έκφραση στην έκφραση. Κι ας λέει ο κύριος Λέσσινγκ ό,τι επιθυμεί.

Sunlight garden low, moon tides of the sea

Μία μέρα μπορεί να γράψω τόσα όσα, να γράφω και να γράφω. Κυρίες μου και κύριοι, ορίστε μία υπόσχεση προς εαυτόν για δημοσίευση στους διαδικτυακούς τόπους, τους άνευ συνόρων και (γεωγραφικών) προσδιορισμών.
Κατά τα άλλα, τα πραγματικά, άλλαξε η χωροταξία. Έφτασα. Στην παράσταση που παρακολούθησα χτες ονόμασαν τον τόπο οφθαλμαπάτη: "τόσο κοντά στην ακροθαλασσιά η πόλη μου". Έτσι είναι. Κόσμος μικρός και μέγας, πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη. Κι οι άνθρωποι -κάποιοι γερνούν κι άλλοι ποτέ, γίνονται σωσσυρικοί δείκτες και παραμένουν- κάποτε υποδέχονται κι αποδέχονται (μερικές φορές ίσως το ένα προϋποθέτει το άλλο) κι άλλοτε γυρνούν την πλάτη. Έτσι περνά ο καιρός. Εδώ ο χρόνος βρίσκεται μέσα στο χώρο.
Πόσες αντιθέσεις άραγε ανακατατεύονται ακατάπαυστα μέσα σ'αυτό το χωνευτήρι;
Μάγουλα βαθουλωμένα και μαύροι κύκλοι κάτω από μάτια λαμπερά με το βουβό πανικό του ψαριού που ακόμα σπαρταράει. Κτίρια ερειπωμένα, έργα εγκαταλειμμένα. Και ταυτόχρονα ένα πλήθος κουκουλωμένο με κασκόλ και χοντρά παλτά, να απολαμβάνει το κιτς της πλατείας Αριστοτέλους. Η θάλασσα ενώνεται με τον ουρανό -γκρι στο γκρι- και μόνο η υφή των κυμάτων και των σύννεφων διαφέρει. Να η οφθαλμαπάτη: πού σταματά το τσιμέντο και ξεκινά η αρμύρα; Πού σταματά η αρμύρα κι αρχίζουν οι αιθέρες; Κι αναρωτιέμαι μήπως όλα είναι ένα στην πόλη μου; Σάμπως δεν είναι οι άνθρωποι τα κτίριά τους;
Μέσα στο χωνευτήρι είμαι κι εγώ, όχι μόνο τώρα, μα ακόμα κι όταν βρίσκομαι χιλιόμετρα μακριά. Κι υπάρχει μέσα μου μία μικρή τύψη καταχωνιασμένη, μία θλίψη, που ξεχνώ τελευταία τη συλλογική απογοήτευση (όχι τον αγώνα, την απουσία του) μπροστά στην ατομική Νεφελοκοκκυγία.
Για όλα αυτά μια μέρα μπορεί να γράψω. Θα γράψω τόσα όσα μου είναι μπορετό, κι ας είναι το αποτέλεσμα αμφίβολο.