31.10.12

Ανα-ζητω

Είναι η παρούσα κατάσταση τέτοια που οι περιπλανήσεις κρίνονται αναγκαίες και κάθε ανακάλυψη (ηθελημένη ή μη) μοιάζει ζωογόνος ένεση.
Τελευταία, συχνά ο αέρας μυρίζει μπαρούτι και τα δωμάτιά μας μούχλα. Στιγμές σαν κι αυτές σταματώ να αναπνέω για να σωθώ. Κάποτε όμως σώνεται ο αέρας, με καταπίνει η ασφυξία, μα μια στιγμή πριν σωθεί κι η τελευταία μου ανάσα, τρέχω έξω από το σπίτι και, αβλαβής, το κοιτώ να παίρνει φωτιά και να γίνεται στάχτη.
Μετά, θυμάμαι τα λόγια της πολύχρωμής μου φίλης. Η φωνή της, δυνατότερη από το κύμα των ωκεανών που μας χωρίζουν, συγχρονίζεται με την ακόη μου. "Η ζωή είναι γεμάτη χρώματα". Κι οι άνθρωποι επίσης: κοκκινίζουν και πρασινίζουν, κιτρινίζουν και μπλαβίζουν.

Έτσι, κάθε που καίγεται το κατάλυμά μου, από συνήθεια πια, ξεκινώ το περπάτημα.
Κι ήταν η προχτεσινή νυχτερινή πορεία απροσδόκητα θαυμάσια και θαυματουργή, ένα ολόκληρο ταξίδι στο Μεξικό, στο σούπερ-μάρκετ, στο σινεμά, σε μία όμορφη παμπ παρέα με ένα στυφό σάιντερ, σε δρόμους, σε παράδρομους, στη στάση του λεωφορείου, σε συζητήσεις, σε δηλώσεις, σε αναζητήσεις, και στο όνειρο: το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.

Τι παράξενη η απουσία της αμηχανίας τις στιγμές που τη θεωρεί κανείς αναπόφευκτη. Τι όμορφο συναίσθημα η ανακάλυψη και δη όταν έρχεται αναπάντεχα, περίπου σαν μάννα εξ ουρανού.

19.10.12

Έχουμε πόλεμο, μην το γελάς μωρό μου

Προσπαθούσα χτες περιπαθώς να εξηγήσω σε φίλους εκ της πολιτισμένης Ευρώπης την κατάσταση στην Ελλάδα. Δεν καταλάβαιναν το λόγο και τη χρησιμότητα της χτεσινής γενικής απεργίας. Σίγουρα μία τέτοια κίνηση δεν καταφέρνει τίποτα παρά την επιδείνωση της ήδη άσχημης οικονομικής κατάστασης της Ελλάδας και υπονομεύει την αξιοποίηση των χρημάτων που της παραχωρούνται.
Στην αρχή αστειεύτηκα. Στη συνέχεια ειρωνεύτηκα. Τελικά εξοργίστηκα. Δεν καταλάβαινα κι εγώ με τη σειρά μου πως γίνεται να πιστεύουν ότι σκύβοντας το κεφάλι θα βελτιώσουμε τη ζωή μας. Το ότι δε θα δούμε άσπρο φως είναι γνωστό κι αποδεκτό (ειδικά μετά το εκλογικό χαρακίρι). Όμως αν δε δηλώσουμε την αντίστασή μας, αν δε δείξουμε την αγανάκτησή μας, αν δεν εκτονώσουμε την οργή μας -αυτή την οργή που τελικά απευθύνεται σε εμάς τους ίδιους-, δε θα είμαστε πια άνθρωποι.
Κι όταν μίλησα για τη βία (την κρατική και την παρακρατική - τάχα ποια είναι ποια πλέον), κανένας δεν πίστεψε ότι ως λαός εκλέξαμε (δημοκρατικά - τι ειρωνία!) ναζί για να μας κυβερνούν και τους υποστηρίζουμε, έστω και μέσω της βουβής μας απραξίας. Κι όμως -εδώ το BNP, οι True Finns στη Φινλανδία- η τάση εξαπλώνεται καθώς οι άνθρωποι φτάνουν στα προσωπικά τους άκρα και το καθεστώς, κάθε πολιτισμική (κοινωνική, συλλογική κι ατομική) σύμβαση, καταρρέει.
Με παρότρυναν χτες να διαβάσω αυτό το άρθρο: http://tsak-giorgis.blogspot.co.uk/2012/10/blog-post_1592.html και σας παροτρύνω να το διαβάσετε κι εσείς, αντιεξουσιαστές ή μη. Μια φωνή λογική κι ας είναι η εποχή εκ φύσεως παράλογη. Σημασία έχει, όπως είπε κι ο Παναγιώταρος της Χρυσής Αυγής στο BBC, ότι έχουμε εμφύλιο πόλεμο. Κι είναι ο πόλεμος παντού, στους δρόμους και στις συνειδήσεις. Μου θύμισε και το τραγούδι του Πανούση που μικρή τραγουδούσα χωρίς να καταλαβαίνω: "μα όσο υπάρχουν απλωμένα στα μπαλκόνια / των πολυκατοικιών, άσπρα σεντόνια / δε φοβάμαι / άραγε μέχρι πότε αλήθεια θα κρατήσει / αυτή η ανακωχή μεταξύ των ενοίκων". Κι ο χρόνος ήδη μετράει.

12.10.12

Οι μέρες μου

Οι μέρες είναι πουλιά, πετούν και φεύγουν. Φεύγουν και φτάνουν στα πέρατα του κόσμου. Μερικές γυρνούν πίσω τόσο διαφορετικές που δύσκολα φέρνουν στο νου την αρχική μορφή τους. Κάποιες άλλες δε γυρνούν ποτέ κι ούτε αφήνουν πίσω ένα ενθύμιό τους. Οι πρώτες ταξιδεύουν στη θύμηση κι οι δεύτερες στη λήθη. Το πρώτο ταξίδι έχει προορισμό τόπους πεπερασμένους μα το δεύτερο εκτείνεται στο άπειρο κι ακόμα παραπέρα.
Οι μέρες μου εδώ είναι πουλιά, πετούν και φεύγουν τόσο γρήγορα που δεν προλαβαίνω να τις δω πριν ξεκινήσουν τις μοναχικές πορείες τους. Μπλέκονται με τα πουλιά που τσαλαβουτούν στη γούβα του μικρού κήπου και πίνουν το νερό της βροχής. Μπλέκονται αδιάλυτα και δεν τις ξεχωρίζω από τα καναρίνια και τα περιστέρια όταν κοιτούν τον ουρανό, δίνουν ένα σάλτο κι ανοίγουν τα φτερά τους για να φτάσουν τα σύννεφα.
Το μόνο που οριοθετεί τις μέρες είναι ένα χαπάκι, η συνήθεια. Είναι η τήρηση μίας αέναης, σωτήριας ρουτίνας μέσα σε καιρούς φευγάτους χωρίς καμία ρουτίνα, χωρίς μία αρχή και δίχως ένα τέλος. Αυτό οριοθετεί τις μέρες μα και κάτι ακόμα: η κρυφή, ανομολόγητη προσμονή της οικειότητας.