14.5.12

Ανθρωπογραφία #3 (Η πρώτη πρόβα)


Καθόταν στην καρέκλα με λυγισμένα γόνατα σα να προσευχόταν, μα οι κινήσεις του δεν ήταν κατανυκτικές. Κουνούσε τα χέρια του άγαρμπα, άρρυθμα αλλά γρήγορα, τόσο γρήγορα που η ασημένια αλυσίδα που φορούσε στον καρπό του κουδούνιζε. Κρατούσε ένα red bull κι έπινε λαίμαργα, ακόρεστα, αδιάκοπα (μα πόσο red bull μπορεί να περιέχει ένα τοσοδα μπουκαλάκι;) επί μία ώρα, όλο και πιο νευρικά. Κι ενώ αυτός μιλούσε χαμηλόφωνα και δειλά, το κείμενό του κραύγαζε, έπαιρνε φωτιά.  Στην αρχή είδαμε μια σπίθα κι έπειτα μία ολόκληρη πυρκαγιά! Επί μία ώρα το κείμενο καιγόταν, άξαφνα υψωνόταν πάνω από τα κεφάλια μας και πετούσε στάχτες στα μαλλιά μας, έπεφτε ξανά στο πάτωμα και σηκωνόταν για να μας τυλίξει με πύρινα σκοινιά. Κι αυτός καθόταν στην καρέκλα του, σα νυχτερίδα, και κοιτούσε με γουρλωμένα μάτια, γεμάτος έκπληξη. Έγραφε πότε-πότε κάποια σημείωση στην τσαλακωμένη φωτοτυπία του κειμένου που κρατούσε, έγραφε κι έσβηνε, δεν ήταν σίγουρος αν η ιδέα ήταν σωστή, αν πρέπει να την κοινοποιήσει. Παρατηρήσαμε τα χέρια του, γραμμένα από τους ώμους μέχρι τα δάχτυλα με πράσινο, κόκκινο και μπλε μελάνι, ξεθωριασμένο ή μουτζουρωμένο (μάλλον προσπαθούσε να σβήσει τις λέξεις στα χέρια του, όπως τις σημειώσεις του, τρίβοντας λυσσαλέα). Και καθώς η αλυσίδα στο χέρι του έδινε ρυθμό στο σπασμωδικό χορό των πολύχρωμων χεριών, αυτός ανασκουμπώθηκε κι έγινε ένα με το φλεγόμενο κειμένό του (τα μάτια του το πρόδωσαν), κι η φλόγα, δυναμωμένη, έγινε στρόβιλος και το έσκασε από το ανοιχτό παράθυρο, βγήκε στο δρόμο και χάθηκε στον ομιχλώδη ορίζοντα.

Μας ευχαρίστησε με τη λεπτή, αφύσικη φωνή του, έβγαλε το κινητό του από τη διαλυμένη μαύρη τσάντα του και έστειλε ένα μήνυμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου