25.12.12

You twist so fine II

Πως θα μπορούσε να μην υπάρχει δεύτερο κεφάλαιο; Επιστρέφω σημαίνει θυμάμαι.

Μία μεγάλη, ετερόκλιτη παρέα. Πιο μεγάλη και πιο ετερόκλιτη από άλλοτε, προσθήκη στην προσθήκη.
Μαζί γυρίσαμε τα αγαπημένα μέρη. Paying homage to the past. Είπαμε για τα μέσα και τα έξω κι ύστερα παίξαμε ποδόσφαιρο με πορτοκάλια. Παίξαμε! Η πόλη των παιδικών χρόνων, των τρελών στιγμών. Και μετά χορέψαμε τραγούδια που δεν ήξερα κι άλλα που δεν ήξερα ότι ήξερα. Το ένα τραγούδι μετά το άλλο κι όλα άσχετα μεταξύ τους. Γελάσαμε! Γελούσαμε όλο το βράδυ ή χαμογελούσαμε. Όμορφα χαμόγελα, βλέμματα φωτεινά. Ένας περίπατος στο παρελθόν, μια καλη-σπέρα.

17.12.12

Λόγια για εικόνες

...Και, τώρα που το σκέφτομαι, μπορεί όταν θα γράψω να βάλω και φωτογραφίες. Να ντύσω τα κείμενα, να μην κυκλοφορούν γυμνά. Κάνει κρύο κι η θέρμανση είναι ακριβή, κι εκεί μα κι εδώ. Ο καθένας πρέπει να προσταυτευτεί ως δύναται.
Γι'αυτό τουλάχιστον θα ντύσω τα κείμενά μου, αν καταφέρω να βρω ένα ένδυμα της προκοπής. (Δε χάνουμε ποτέ το αίσθημα της κομψότητας, παρά τις τωρινές κακουχίες.) Ντυμένα, ίσως γίνουν πιο όμορφα: θα μπλέκεται η εικόνα με τη λέξη, θα προσθέτει η μία ένα λιθαράκι στην άλλη και θα φτιάχνουν ένα ψηφιδωτό πολύχρωμο, που όμοιό του η κάθε μία μόνη της δε θα μπορεί να χτίσει.
Η Έκφραση στην έκφραση. Κι ας λέει ο κύριος Λέσσινγκ ό,τι επιθυμεί.

Sunlight garden low, moon tides of the sea

Μία μέρα μπορεί να γράψω τόσα όσα, να γράφω και να γράφω. Κυρίες μου και κύριοι, ορίστε μία υπόσχεση προς εαυτόν για δημοσίευση στους διαδικτυακούς τόπους, τους άνευ συνόρων και (γεωγραφικών) προσδιορισμών.
Κατά τα άλλα, τα πραγματικά, άλλαξε η χωροταξία. Έφτασα. Στην παράσταση που παρακολούθησα χτες ονόμασαν τον τόπο οφθαλμαπάτη: "τόσο κοντά στην ακροθαλασσιά η πόλη μου". Έτσι είναι. Κόσμος μικρός και μέγας, πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη. Κι οι άνθρωποι -κάποιοι γερνούν κι άλλοι ποτέ, γίνονται σωσσυρικοί δείκτες και παραμένουν- κάποτε υποδέχονται κι αποδέχονται (μερικές φορές ίσως το ένα προϋποθέτει το άλλο) κι άλλοτε γυρνούν την πλάτη. Έτσι περνά ο καιρός. Εδώ ο χρόνος βρίσκεται μέσα στο χώρο.
Πόσες αντιθέσεις άραγε ανακατατεύονται ακατάπαυστα μέσα σ'αυτό το χωνευτήρι;
Μάγουλα βαθουλωμένα και μαύροι κύκλοι κάτω από μάτια λαμπερά με το βουβό πανικό του ψαριού που ακόμα σπαρταράει. Κτίρια ερειπωμένα, έργα εγκαταλειμμένα. Και ταυτόχρονα ένα πλήθος κουκουλωμένο με κασκόλ και χοντρά παλτά, να απολαμβάνει το κιτς της πλατείας Αριστοτέλους. Η θάλασσα ενώνεται με τον ουρανό -γκρι στο γκρι- και μόνο η υφή των κυμάτων και των σύννεφων διαφέρει. Να η οφθαλμαπάτη: πού σταματά το τσιμέντο και ξεκινά η αρμύρα; Πού σταματά η αρμύρα κι αρχίζουν οι αιθέρες; Κι αναρωτιέμαι μήπως όλα είναι ένα στην πόλη μου; Σάμπως δεν είναι οι άνθρωποι τα κτίριά τους;
Μέσα στο χωνευτήρι είμαι κι εγώ, όχι μόνο τώρα, μα ακόμα κι όταν βρίσκομαι χιλιόμετρα μακριά. Κι υπάρχει μέσα μου μία μικρή τύψη καταχωνιασμένη, μία θλίψη, που ξεχνώ τελευταία τη συλλογική απογοήτευση (όχι τον αγώνα, την απουσία του) μπροστά στην ατομική Νεφελοκοκκυγία.
Για όλα αυτά μια μέρα μπορεί να γράψω. Θα γράψω τόσα όσα μου είναι μπορετό, κι ας είναι το αποτέλεσμα αμφίβολο.

31.10.12

Ανα-ζητω

Είναι η παρούσα κατάσταση τέτοια που οι περιπλανήσεις κρίνονται αναγκαίες και κάθε ανακάλυψη (ηθελημένη ή μη) μοιάζει ζωογόνος ένεση.
Τελευταία, συχνά ο αέρας μυρίζει μπαρούτι και τα δωμάτιά μας μούχλα. Στιγμές σαν κι αυτές σταματώ να αναπνέω για να σωθώ. Κάποτε όμως σώνεται ο αέρας, με καταπίνει η ασφυξία, μα μια στιγμή πριν σωθεί κι η τελευταία μου ανάσα, τρέχω έξω από το σπίτι και, αβλαβής, το κοιτώ να παίρνει φωτιά και να γίνεται στάχτη.
Μετά, θυμάμαι τα λόγια της πολύχρωμής μου φίλης. Η φωνή της, δυνατότερη από το κύμα των ωκεανών που μας χωρίζουν, συγχρονίζεται με την ακόη μου. "Η ζωή είναι γεμάτη χρώματα". Κι οι άνθρωποι επίσης: κοκκινίζουν και πρασινίζουν, κιτρινίζουν και μπλαβίζουν.

Έτσι, κάθε που καίγεται το κατάλυμά μου, από συνήθεια πια, ξεκινώ το περπάτημα.
Κι ήταν η προχτεσινή νυχτερινή πορεία απροσδόκητα θαυμάσια και θαυματουργή, ένα ολόκληρο ταξίδι στο Μεξικό, στο σούπερ-μάρκετ, στο σινεμά, σε μία όμορφη παμπ παρέα με ένα στυφό σάιντερ, σε δρόμους, σε παράδρομους, στη στάση του λεωφορείου, σε συζητήσεις, σε δηλώσεις, σε αναζητήσεις, και στο όνειρο: το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.

Τι παράξενη η απουσία της αμηχανίας τις στιγμές που τη θεωρεί κανείς αναπόφευκτη. Τι όμορφο συναίσθημα η ανακάλυψη και δη όταν έρχεται αναπάντεχα, περίπου σαν μάννα εξ ουρανού.

19.10.12

Έχουμε πόλεμο, μην το γελάς μωρό μου

Προσπαθούσα χτες περιπαθώς να εξηγήσω σε φίλους εκ της πολιτισμένης Ευρώπης την κατάσταση στην Ελλάδα. Δεν καταλάβαιναν το λόγο και τη χρησιμότητα της χτεσινής γενικής απεργίας. Σίγουρα μία τέτοια κίνηση δεν καταφέρνει τίποτα παρά την επιδείνωση της ήδη άσχημης οικονομικής κατάστασης της Ελλάδας και υπονομεύει την αξιοποίηση των χρημάτων που της παραχωρούνται.
Στην αρχή αστειεύτηκα. Στη συνέχεια ειρωνεύτηκα. Τελικά εξοργίστηκα. Δεν καταλάβαινα κι εγώ με τη σειρά μου πως γίνεται να πιστεύουν ότι σκύβοντας το κεφάλι θα βελτιώσουμε τη ζωή μας. Το ότι δε θα δούμε άσπρο φως είναι γνωστό κι αποδεκτό (ειδικά μετά το εκλογικό χαρακίρι). Όμως αν δε δηλώσουμε την αντίστασή μας, αν δε δείξουμε την αγανάκτησή μας, αν δεν εκτονώσουμε την οργή μας -αυτή την οργή που τελικά απευθύνεται σε εμάς τους ίδιους-, δε θα είμαστε πια άνθρωποι.
Κι όταν μίλησα για τη βία (την κρατική και την παρακρατική - τάχα ποια είναι ποια πλέον), κανένας δεν πίστεψε ότι ως λαός εκλέξαμε (δημοκρατικά - τι ειρωνία!) ναζί για να μας κυβερνούν και τους υποστηρίζουμε, έστω και μέσω της βουβής μας απραξίας. Κι όμως -εδώ το BNP, οι True Finns στη Φινλανδία- η τάση εξαπλώνεται καθώς οι άνθρωποι φτάνουν στα προσωπικά τους άκρα και το καθεστώς, κάθε πολιτισμική (κοινωνική, συλλογική κι ατομική) σύμβαση, καταρρέει.
Με παρότρυναν χτες να διαβάσω αυτό το άρθρο: http://tsak-giorgis.blogspot.co.uk/2012/10/blog-post_1592.html και σας παροτρύνω να το διαβάσετε κι εσείς, αντιεξουσιαστές ή μη. Μια φωνή λογική κι ας είναι η εποχή εκ φύσεως παράλογη. Σημασία έχει, όπως είπε κι ο Παναγιώταρος της Χρυσής Αυγής στο BBC, ότι έχουμε εμφύλιο πόλεμο. Κι είναι ο πόλεμος παντού, στους δρόμους και στις συνειδήσεις. Μου θύμισε και το τραγούδι του Πανούση που μικρή τραγουδούσα χωρίς να καταλαβαίνω: "μα όσο υπάρχουν απλωμένα στα μπαλκόνια / των πολυκατοικιών, άσπρα σεντόνια / δε φοβάμαι / άραγε μέχρι πότε αλήθεια θα κρατήσει / αυτή η ανακωχή μεταξύ των ενοίκων". Κι ο χρόνος ήδη μετράει.

12.10.12

Οι μέρες μου

Οι μέρες είναι πουλιά, πετούν και φεύγουν. Φεύγουν και φτάνουν στα πέρατα του κόσμου. Μερικές γυρνούν πίσω τόσο διαφορετικές που δύσκολα φέρνουν στο νου την αρχική μορφή τους. Κάποιες άλλες δε γυρνούν ποτέ κι ούτε αφήνουν πίσω ένα ενθύμιό τους. Οι πρώτες ταξιδεύουν στη θύμηση κι οι δεύτερες στη λήθη. Το πρώτο ταξίδι έχει προορισμό τόπους πεπερασμένους μα το δεύτερο εκτείνεται στο άπειρο κι ακόμα παραπέρα.
Οι μέρες μου εδώ είναι πουλιά, πετούν και φεύγουν τόσο γρήγορα που δεν προλαβαίνω να τις δω πριν ξεκινήσουν τις μοναχικές πορείες τους. Μπλέκονται με τα πουλιά που τσαλαβουτούν στη γούβα του μικρού κήπου και πίνουν το νερό της βροχής. Μπλέκονται αδιάλυτα και δεν τις ξεχωρίζω από τα καναρίνια και τα περιστέρια όταν κοιτούν τον ουρανό, δίνουν ένα σάλτο κι ανοίγουν τα φτερά τους για να φτάσουν τα σύννεφα.
Το μόνο που οριοθετεί τις μέρες είναι ένα χαπάκι, η συνήθεια. Είναι η τήρηση μίας αέναης, σωτήριας ρουτίνας μέσα σε καιρούς φευγάτους χωρίς καμία ρουτίνα, χωρίς μία αρχή και δίχως ένα τέλος. Αυτό οριοθετεί τις μέρες μα και κάτι ακόμα: η κρυφή, ανομολόγητη προσμονή της οικειότητας.

16.9.12

You twist so fine

Μία βραδιά ροκεντρόλ.

Το σκηνικό, κάποιος παραδοσιακό καφενές ή ένα μπουρζουά σαλόνι. Μικρά μαρμάρινα τραπέζια, ξύλινες καρέκλες επενδυμένες με δέρμα, τοίχοι διακοσμημένοι με μεγάλους καθρέφτες, ζωγραφιές και φωτογραφίες εποχών που οι παρευρισκόμενοι στο χώρο δεν είχαν την τύχη να βιώσουν. Η μουσική, ένα υπέροχο μείγμα κλασικού ροκ και μπλουζ. Οι χαρακτήρες ένα ετερόκλιτο πλήθος ανθρώπων, φαινομενικά άγνωστων μεταξύ τους, που όμως -με τον έναν ή τον άλλο τρόπο- τελικά τυγχάνουν γνωστοί. Σβήνουν το τσιγάρο τους σε κάποιο τασάκι κι αμέσως στρίβουν το επόμενο. Γυρνούν στο διπλανό τους και κάτι του λένε, κοιτούν τους μουσικούς και χαμογελούν. Κάποιος βγάζει φωτογραφίες. Τρεις σηκώνονται, παρασυρμένοι από την παρότρυνση του τραγουδιστή και το κέφι, για να χορέψουν σουίνγκ. Λίγο αμήχανοι, μα πολύ ωραίοι. Μια υπέροχη φασαρία. Περνά η ώρα, πετάει, κι η συναυλία τελειώνει, άπαντες χαιρετιούνται και φιλιούνται σταυρτωτά. Κι όλοι ανταλλάσσουν υποσχέσεις για προσεχή ραντεβού. Εντωμεταξύ, τα στενοσόκακα δεν έχουν ακόμη στεγνώσει από την πρωινή βροχή. Και τα μαγαζιά, μικρά και μεγάλα, είναι γεμάτα από κόσμο και μουσικές μαγνητικές. Οι άνθρωποι είναι πια διασκορπισμένοι στα κουτούκια της πόλης, λαμπεροί και λουσμένοι στον ιδρώτα ή στο φεγγαρόφωτο. Μία παρέα βρίσκεται τελικά, μετά από ώρα πολλή αμηχανίας, στο κέντρο μιας χορευτική πίστα. Τα μέλη της μπαίνουν στο πνεύμα χωρίς προστριβές και κωλυσιεργίες. Χτυπιούνται και σπαρταράνε, χορεύουν σαν τις σαρδέλες, ο ένας πάνω στον άλλο, κολλημένοι. Όλοι, οι παρέες, αγαπιούνται, κι ας μην το ξέρουν. Υπάρχουν ορισμένοι με τζίβες κι άλλοι με σκουλαρίκια, μερικές τακουνάτες δεσποινίδες μα και αρκετοί άπλυτοι κύριοι. Κάποιοι πίνουν ένα σφηνάκι ρακή, γιατί είναι από την Κρήτη ή γιατί δεν είναι. Μετά, για ώρα, αγκαλιάζονται και περιστρέφονται.

Τι μαγικό που οι άνθρωποι γίνονται η πόλη καθώς γυρνούν, όταν στριφογυρνούν και φωνάζουν, τις στιγμές -δηλαδή κάθε στιγμή- που πάλλονται.

27.8.12

Η φίλη μου η Κέιτ

Είναι GPS. Ξέρει τα ονόματα κάθε δρόμου και παράδρομου, γνωρίζει ανά πάσα στιγμή που βρίσκεται κάποιος και μπορεί να σχεδιάσει τη συντομότερη διαδρομή για να τον οδηγήσει στον προορισμό του με ταχύτητα και ασφάλεια. Είναι ευγενική, πάντα προσπαθεί να ηρεμεί τα πνεύματα, και -παρά την αστείρευτη σοφία της- κάθε της παραίνεση γίνεται σε όσο το δυνατόν ηπιότερους τόνους έτσι ώστε να μην προσβάλει την εκάστοτε ομήγυρη. Βέβαια υπάρχουν φορές που χάνει την υπομονή της και τότε γίνεται πραγματικά πυρ και μανία. Η φωνή της αποκτά χροιά επιτακτικότητας κι οι προσταγές της, επίμονες κι αυστηρές, δε σηκώνουν αναβολή.
Τα θέματα για τα οποία της αρέσει να μιλά είναι περιορισμένα (ας πούμε για τα ενδεδειγμένα όρια ταχύτητας) κι αυτό δημιουργεί μία μικρή αμηχανία στους συνομιλητές της, ειδικά δεδομένου του ότι πρόκειται για συζητήσεις που κάνουν τους περισσότερους να πλήττουν. Έτσι, παρά την αρχική καλή τους διάθεση απέναντι στην κομψή και καλότροπη κοπέλα που φαίνεται ότι χαίρει εξαίρετης παιδείας και καλής ανατροφής, πολλοί σύντομα καταλήγουν να την αποφεύγουν με κάθε δυνατό τρόπο (επί παραδείγματι, αποσυνδέοντάς την ή πατώντας το mute). Χειρότερα ακόμα, κάποιοι προτιμούν να την αφήνουν να μιλά, εκφράζοντας κάθε τόσο την ανία και τον εκνευρισμό που τους προξενούν οι δηλώσεις της (ειρωνευόμενοι ή μέχρι και βρίζοντάς τη).
Έτσι, η φίλη μου η Κέιτ δεν έχει ούτε ένα φίλο. Η στεναχώρια της είναι μεγάλη, όμως η -ακόμα μεγαλύτερη- αίσθηση καθήκοντος που έχει εγκατασταθεί μέσα της, τη βοηθά να ξεπεράσει τη θλίψη της. Άλλωστε, έχοντας βαθιά επίγνωση της τάξης των πραγμάτων, προτιμά να ακολουθεί κατά γράμμα τις εκ των άνωθεν δοθείσες εντολές, παρά να μπλέκεται σε συναισθηματικούς λαβυρίνθους (στων οποίων το κέντρο μπορεί εύκολα να φτάσει, μα κανείς δεν την έχει ενημερώσει για το τι θα συναντήσει, γεγονός που την αγχώνει βαθύτατα). Εδώ που τα λέμε, αντλεί μια ανομολόγητη ικανοποίηση από την αφοσίωσή της στην πειθαρχία κι έτσι ο σαδομαζοχιστικός, προγραμματισμένος τρόπος ζωής που ακολουθεί την κάνει να αισθάνεται πλήρης.
Ίσως αυτός είναι ένας από τους λόγους (πέρα από το ότι δεν είναι άνθρωπος) που η φίλη μου η Κέιτ είναι GPS.

22.8.12

Παραμυθογραφία Ι

Όταν είδε τον κεραυνό να πλησιάζει προσπάθησε να καλύψει το πρόσωπό του με τα μακριά του χέρια. Τα αντανακλαστικά του ήταν υπ'ατμόν και κάθε μέλος του σε εγρήγορση, όμως δεν πρόφτασε: ο κεραυνός έπεσε πάνω του με ορμή και χωρίς οίκτο. Φαίνεται έτσι ήταν γραφτό, να μείνει για πάντα με το σημαδεμένο πρόσωπο στραμμένο προς τον ουρανό που το 'καψε και τα χέρια υψωμένα -χέρια ικέτη- να παλεύουν με το χρόνο και να χάνουν. Κι από τα τρυπημένα σωθικά μαύρο να αναβλύζει το είναι του, να γίνεται ποτάμι για να ξεδιψούν τ'αγρίμια του βουνού, να φτάνει ως τις βρύσες των χωριανών κι ως την ανατροβιά που πλένανε τα ρούχα. Κι εκεί, να ανακατεύεται με το ρεύμα του ποταμού και να γίνεται κελάηδημα κι ύστερα παραμύθι.
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα δέντρο...

20.8.12

Πέρασαν μέρες, πέρασαν μα...

Κάθε πλατάνι είναι μια μητρική αγκαλιά. Κάθε χρόνο, για είκοσι μέρες, στεφανωμένοι πλατανόφυλλα, φωλιάζουμε μέσα στα ξύλινα χέρια που μας περιμένουν διάπλατα. Και πόσο γρήγορα περνά τότε ο καιρός με τον παφλασμό των κυμάτων στα αυτιά μας, μονοπάτια που οδηγούν στης γης το πυρωμένο κέντρο στα πόδια μας κι έναν ουρανό γεμάτο αστέρια μπροστά στα μάτια μας!

Κάθε καλοκαίρι στον Άη Γιάννη έχει, στο μυαλό μου, ένα χρώμα. Όμως πραγματικά, δεν υπάρχει χρώμα να περιγράψει το φετινό καλοκαίρι που έφυγε τόσο βιαστικά, σχεδόν μέσα από τα χέρια μας.

Το μόνο που ίσως υπάρχει είναι μια αίσθηση, αυτή της μεσημεριανής ζέστης που αναδύεται από το χώμα, διαπερνά τα βαριά παραπέτα και χαϊδεύει τα νυσταγμένα σώματα.

9.7.12

Φόρεμα με μαργαρίτες

Το φόρεμά σου είναι γεμάτο μαργαρίτες. Είσαι το κορίτσι των λουλουδιών, το κορίτσι του Μάη. Ευτυχώς που υπάρχεις, σκέφτομαι, ανθισμένη να σκορπάς την Άνοιξη σε έναν τόπο που δε μπορεί να την προσλάβει -τι δυστυχία- παρά μόνο ως σχέδιο σε ρούχα και αξεσουάρ.
Έλεγα για το φόρεμά σου. Το φόρεμά σου είναι ροζ. Μα πως, εσύ αντιπαθείς αυτό το χρώμα! Σου άρεσε τόσο το σχέδιο, μου είπες, που αποφάσισες να κάνεις τα στραβά μάτια. Εμένα μου αρέσει το ροζ, σου είπα, γιατί είναι το χρώμα των ονείρων. Καθώς σε βλέπω, ντυμένη το όνειρο, με τα χρυσαφένια σου μαλλιά λυτά στους ώμους σου, σε περνώ για τη Ρόζα Ροδαλή του τραγουδιού. Τώρα εξηγούνται όλα, μήνες αναρωτήσεων σε έναν τόπο γκρίζο.
Κοντολογίς, το φόρεμά σου είναι ένα ταξίδι στο παρελθόν και στο παρόν, στο ποτέ και στο πάντα. Χορεύεις για να μου δείξεις πόσο όμορφο είναι, ανεβαίνεις στις μύτες των ποδιών σου, περιστρέφεσαι γύρω από τον εαυτό σου, προσγειώνεσαι απότομα και το χαμόγελό σου γίνεται γάργαρο γέλιο, τόσο αυθόρμητο κι αβίαστο που με κάνει κι εμένα να γελώ!

4.7.12

Ντροπή Ι

Ο (μυθιστορηματικός σχεδόν) εντός ή εκτός εισαγωγικών ιδεαλισμός. Μία ιδέα που κατά βάσει γνωρίζαμε ότι δε θα υλοποιηθεί. Γράφτηκαν εκατομμύρια άρθρα, απόψεις και έρευνες εν αναμονή αυτού που κάποιοι θεωρούσαν ουτοπία κι άλλοι δυστοπία. Κι όταν η ιδέα βρήκε, χάρη στην αγανάκτηση, αρκετή απήχηση ώστε να μπορέσει να αποκτήσει σάρκα και οστά, οι εσωτερικές παραινέσεις για σύνεση των ψηφοφόρων δεν ήταν αρκετές. Έφτασε λοιπόν από το εξωτερικό ένα "χέρι βοηθείας", σαν εκείνο του γονέα-τιμωρού στο παιδί-παραβάτη: "ξέρεις τι γράφει εδώ;". Όταν το χέρι υψώθηκε πάνω από τα κεφάλια μας, λουφάξαμε. Και, φοβούμενοι το επερχόμενο χαστούκι, την τιμωρία για την πιθανή παράβασή μας, αποφασίσαμε να γίνουμε οι ίδιοι το χαστούκι που περιμέναμε.
Διάβασα και άκουσα από γνωστούς και άγνωστους για τις δραματικές συνέπειες που θα βιώναμε αν πραγματοποιούνταν σενάρια διαφορετικά από τα επιθυμητά στους "κηδεμόνες" μας. Τάχα τώρα είμαστε ασφαλείς από τυχόν δραματικές συνέπειες; Ναι, λένε μερικοί. Ωραία τότε. Ας νιώσουμε ευτυχισμένοι γιατί, μπορεί να μην έχουμε να φάμε, αλλά τουλάχιστον δε θα καταρρεύσει η οικονομία! Ας νιώσουμε ευτυχισμένοι γιατί, μπορεί ο γείτονάς μας να αυτοκτόνησε, αλλά τουλάχιστον δε θα υποτιμηθεί το νόμισμά μας! Αρκεί που γλυτώσαμε. Αρκεί που κατάφεραν να μας συνετίσουν εγκαίρως.
Οι γνώσεις μου περί οικονομικών είναι πενιχρές. Δε μπορώ να προτείνω οικονομικές λύσεις, ούτε να προβώ σε οικονομικές αναλύσεις. Άλλωστε βομβαρδιζόμαστε καθημερινά με αρκετές από τους γνώστες (αυτούς που ένας φίλος ονομάζει "professional opinion makers"), οπότε οι δικές μου θα ήταν περιττές και συνάμα γελοίες. Μα τελικά γελοίες δεν είναι όλες; Ποιο το νόημα των αριθμών όταν αδυνατούν να σχετιστούν με τα ανθρώπινα; Πως γίνεται οι αριθμοί να επινοήθηκαν από ανθρώπους και για ανθρώπους, αλλά να θεωρούνται σημαντικότεροι από αυτούς; Είναι σα να αδυνατούν κι οι ίδιοι οι άνθρωποι να σχετιστούν με τα ανθρώπινα, και μάλιστα σε καιρούς φοβερούς, που ο υπαρξισμός γίνεται -τρόπον τινά- ρεαλισμός: πραγματικά, σήμερα είμαστε κι αύριο δεν είμαστε. Αποκτώντας όμως επίγνωση του μοιραίου, μπορούμε άραγε να ζήσουμε ως πρέπει, σύμφωνα με τις φιλοσοφίες;
Όταν δεν υπάρχουν τα μέσα (και τα έξω), ο πολιτισμός γίνεται είδος πολυτελείας. Επιστροφή στη φύση, με οδηγό τα ένστικτα. Κι όμως, φάνηκε περίτρανα στην πράξη, υπάρχει το απίστευτο ανθρώπινο συνήθειο, το θύμα να προσκολλάται στο θύτη. Καθώς η πραγματικότητα αλλοιώνεται, ο θύτης μετατρέπεται στη σανίδα σωτηρίας του θύματος. Κι αφού το θύμα αγκιστρώνεται πάνω του, ο θύτης νομιμοποιείται: μπορεί πια να κακοποιήσει χωρίς ντροπή. Εμείς όμως που, ως ψηφοφόροι, νομιμοποιήσαμε από φόβο τους κακοποιούς, δε θα έπρεπε να νιώθουμε ντροπή; Ντροπή που, σε συλλογικό επίπεδο, μείναμε προσκολλημένοι στο συνήθειο; Ντροπή που, κατά το σύνθημα των αναρχικών, συνεχίσαμε να αγνοούμε τις ανθρώπινες ζωές, μιλώντας μόνο για "βιτρίνες";
Για να σας προλάβω, στόχος μου δεν είναι η πολιτική προπαγάνδα. Δεν πιστεύω ότι οι εναλλακτικές προτάσεις θα μας έσωζαν. Όμως σίγουρα -και εξ ορισμού- θα ήταν εναλλακτικές. Τώρα, έχοντας επιλέξει να θάψουμε το κουφάρι της -προ πολλού δολοφονημένης- Δημοκρατίας βαθιά στη γη για να μην το βρει ποτέ κανένας, δεν έχουμε παρά να συνεχίσουμε να λουφάζουμε ήσυχα στην τρύπα μας  ενώ ένα χέρι υψωμένο θα καραδοκεί ζητώντας, καταδεικνύοντας, τιμωρώντας.
Εκτός και αν...

3.7.12

Αναπαραγωγή

Εεε! Κατεβαίνει το διάφραγμά μου, κάτω και πιο κάτω, το πατάω ξαφνικά, σε κάθε δύσκολη στιγμή, μου δίνει χώρο -τόσο χώρο- και χρόνο, άπλετο χρόνο για να στρογγυλέψω και να γίνω ένας τεράστιος λαιμός με τα χέρια στην ανάταση και τον εγκέφαλό μου, το καλύτερό μου αντηχείο, να δονείται και να πάλλεται καθώς το μέταλλό μου χτυπάει σαν καμπάνα, σαν όλες τις καμπάνες του κόσμου. Το βατράχι, αυτό που κοιμάται στο λαρύγγι μου, φουσκώνει και κατεβαίνει μαζί με το διάφραγμά μου, κάτω και πιο κάτω, και τα ζυγωματικά μου ανεβαίνουν και ξεκολλούν απ'το πρόσωπό μου με τα σηκωμένα φρύδια, κι επιτέλους μπορώ να φωνάξω, να κοάξω, να κρυώσω και να ζεσταθώ, σαν άνθρωπος που έζησε στον πάγο τεσσεράμισι εκατομμύρια χρόνια και πέφτει σε μια γαλάζια πλαστική θάλασσα εν μέσω χάους. Και μαν'αργυρό κλωντήρι μα και μαλαματένιο θέλω να σε στολίσω με πράσινα λουλούδια με κόκκινο μετάξι να πάει να προσκαλέσει συντέκνοι και μπρατίμοι του νιόγαμπρου το σόι.

4.6.12

Cascade

Μπουμπούκι έτοιμο να σκάσει, κάθεσαι σε μια υπερυψωμένη κούνια κι ολάκερος ο κόσμος απλώνεται στα πόδια σου.

Λοιπόν, (και) αυτό κάνει τον καλλιτέχνη: να μεταβολίζει τη δυσκολία, να παίρνει το καθημερινό και να το κάνει αιώνιο.

1.6.12

Welcome to the jungle

Κάθε βράδυ η συγκάτοικός μου φυσά τη μύτη της ακριβώς πέντε φορές, δυνατά και ρυθμικά, με τρόπο τέτοιο που παραπέμπει σε σαλπισμό ελεφάντων. Χτες, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, σκέφτηκα ότι μπορεί να πρόκειται για κάλεσμα προς άλλους ελέφαντες, παρότι ποτέ κανένας τους δεν έχει ανταποκριθεί. Μόνο ο Πάντα, που έτυχε μια νύχτα να βρίσκεται στα πέριξ, έγινε μάρτυρας του μυστικού καλέσματος. Όμως δε μπόρεσε να προσανατολίσει τον ήχο σωστά και νόμισε ότι προήλθε από άλλο δωμάτιο. Γέλασε παραξενεμένος κι έφυγε, αφήνοντάς με μόνη, ταβλαρωμένη μέσα στο σκοτάδι, να σιγομετρώ τα φυσίματα: ο γνωστός αριθμός, ο ίδιος ρυθμός, όπως κάθε βράδυ.

If I wanted to go on

Μέσα στη νεκρική σιγή της πόλης τα μπιτ εναλλάσσονταν με τα μπιπ, η φωνή μιας τραγουδίστριας με την κραυγή των ασθενοφόρων και των περιπολικών. Αυτοί είναι θαρρώ οι αντιπροσωπευτικότεροι ήχοι του Λονδίνου, της πολυπολιτισμικότερης -λένε- πόλης του κόσμου. Στη χτεσινή απονομή βραβείων της Εθελοντικής Μονάδας του πανεπιστημίου οι περισσότεροι εκ των παρισταμένων ήταν "ξένοι", προσεκτικά ντυμένοι σύμφωνα με τις δαντελωτές και λουλουδάτες επιταγές της αγγλικής μόδας (αδόκιμος, μάλλον, όρος). Λοιπόν -το επαναλαμβάνω ακατάπαυστα- μου προκαλεί δέος το πως αυτή η πόλη κλέβει την ταυτότητα των κατοίκων της και τους δίνει να φορέσουν μια καινούρια. Μα κυρίως μου κάνει εντύπωση το πως, φαινομενικά ομοιόμορφοι, άπαντες προχωρούμε -σαφώς- βιαστικοί στους δρόμους και καταδεικνύουμε συνειδητά ή ασυνείδητα, φωναχτά ή νοερά τη διαφορετικότητα.
Χτες το πρωί διάβασα μία νουβέλα του Beckett, "The End". Κλωθογύριζε στο μυαλό μου ολημερίς.
Ένας άνθρωπος χωρίς ταυτότητα, χωρίς παρελθόν και μέλλον, σε μία πόλη επίσης χωρίς ταυτότητα, τριγυρνά μόνος, μεταξύ αποδεκτού και μη αποδεκτού, μεταξύ ρεαλισμού και υπερρεαλισμού, μεταξύ ανθρώπινου -πανανθρώπινου-, υπεράνθρωπου και απάνθρωπου. Επαίτης μέσα σε ένα βούρκο, στην κυριολεξία μέσα στα σκατά. "The memory came faint and cold of the story I might have told, a story in the likeness of my life, I mean without the courage to end or the strength to go on".
Έξω από το κτίριο όπου η εκδήλωση έλαβε χώρα, κάθονταν πέντε, δέκα, δεκαπέντε, είκοσι χαρακτήρες του Beckett, κουκουλωμένοι με λερωμένα sleeping bag. Οι βραβευμένοι εθελοντές κατέφυγαν στις pub κρατώντας τα διπλώματά τους, ενώ η νύχτα έπεφτε στην πόλη της οποίας η ταυτότητα είναι κολλάζ των ταυτοτήτων των κατοίκων της. Οι δρόμοι ερήμωναν καθώς τα μπαρ γέμιζαν, τα ασθενοφόρα και τα περιπολικά θέριζαν τους δρόμους και ξεκούφαιναν τους περαστικούς με τις σειρήνες τους.

14.5.12

Ανθρωπογραφία #3 (Η πρώτη πρόβα)


Καθόταν στην καρέκλα με λυγισμένα γόνατα σα να προσευχόταν, μα οι κινήσεις του δεν ήταν κατανυκτικές. Κουνούσε τα χέρια του άγαρμπα, άρρυθμα αλλά γρήγορα, τόσο γρήγορα που η ασημένια αλυσίδα που φορούσε στον καρπό του κουδούνιζε. Κρατούσε ένα red bull κι έπινε λαίμαργα, ακόρεστα, αδιάκοπα (μα πόσο red bull μπορεί να περιέχει ένα τοσοδα μπουκαλάκι;) επί μία ώρα, όλο και πιο νευρικά. Κι ενώ αυτός μιλούσε χαμηλόφωνα και δειλά, το κείμενό του κραύγαζε, έπαιρνε φωτιά.  Στην αρχή είδαμε μια σπίθα κι έπειτα μία ολόκληρη πυρκαγιά! Επί μία ώρα το κείμενο καιγόταν, άξαφνα υψωνόταν πάνω από τα κεφάλια μας και πετούσε στάχτες στα μαλλιά μας, έπεφτε ξανά στο πάτωμα και σηκωνόταν για να μας τυλίξει με πύρινα σκοινιά. Κι αυτός καθόταν στην καρέκλα του, σα νυχτερίδα, και κοιτούσε με γουρλωμένα μάτια, γεμάτος έκπληξη. Έγραφε πότε-πότε κάποια σημείωση στην τσαλακωμένη φωτοτυπία του κειμένου που κρατούσε, έγραφε κι έσβηνε, δεν ήταν σίγουρος αν η ιδέα ήταν σωστή, αν πρέπει να την κοινοποιήσει. Παρατηρήσαμε τα χέρια του, γραμμένα από τους ώμους μέχρι τα δάχτυλα με πράσινο, κόκκινο και μπλε μελάνι, ξεθωριασμένο ή μουτζουρωμένο (μάλλον προσπαθούσε να σβήσει τις λέξεις στα χέρια του, όπως τις σημειώσεις του, τρίβοντας λυσσαλέα). Και καθώς η αλυσίδα στο χέρι του έδινε ρυθμό στο σπασμωδικό χορό των πολύχρωμων χεριών, αυτός ανασκουμπώθηκε κι έγινε ένα με το φλεγόμενο κειμένό του (τα μάτια του το πρόδωσαν), κι η φλόγα, δυναμωμένη, έγινε στρόβιλος και το έσκασε από το ανοιχτό παράθυρο, βγήκε στο δρόμο και χάθηκε στον ομιχλώδη ορίζοντα.

Μας ευχαρίστησε με τη λεπτή, αφύσικη φωνή του, έβγαλε το κινητό του από τη διαλυμένη μαύρη τσάντα του και έστειλε ένα μήνυμα.

6.5.12

Επεξήγηση

Καιρό πριν διάβασα στον πιτσιρίκο ότι οι Έλληνες που κατοικούν στο εξωτερικό δεν έχουν δικαίωμα να ψηφίσουν παρά μόνο άμα επιστρέψουν στην Ελλάδα. Το μετέδωσα, το κατακεραύνωσα, και τώρα που έχει γίνει επίκαιρο το αναρτώ (και) εδώ. Μία ολόκληρη Ελλάδα μένει μόνιμα εκτός Ελλάδας, μα δεν της δίνεται η δυνατότητα να εκφράσει γνώμη και άποψη. Λες και το 'φευγιό' σου αλλάζει ταυτότητα. Μία ολόκληρη Ελλάδα χωρίς φωνή. Λογικό, εφόσον οι ψήφοι μαγειρεύονται μόνο εντός συνόρων. Δε μπορώ παρά να συγχαρώ την πολιτική ηγεσία της πατρίδας (;) για την προνοητικότητα της. Και συγγνώμη, φίλοι, που βουρλίζομαι τόσο με το ζήτημα, μα μου φαίνεται εξοργιστικό.

Απάντηση

Είμαι νέα. Θα ψήφιζα για πρώτη φορά. Νιώθω οργή, αγανάκτηση, φόβο και ανασφάλεια. Κι εσείς ανήκετε όχι μόνο στη γενιά που τα έκανε τα θάλασσα, αλλά και στην ομάδα των ανθρώπων που εν τέλει υποστήριξαν τον πνιγμό των υπόλοιπων. Μόλις μου διάβασαν την προεκλογική επιστολή που στείλατε 'προσωπικά' προς εμένα. Ενδιαφέρουσες οι τρεις πιθανές λύσεις που παραθέτετε. Τι κρίμα όμως που για μένα υπάρχει μόνο μία! Σπουδάζω στο εξωτερικό και, όπως οι εκατοντάδες ομογενείς που σπουδάζουν ή δουλεύουν εκτός Ελλάδας, δεν έχω δικαίωμα να ψηφίσω στη χώρα διαμονής μου. Μας εμποδίζει το άρθρο 51 του Συντάγματος, που πιθανώς χρειάζεται επανεξέταση. Η απόσταση και το κόστος μεταφοράς στην Ελλάδα είναι απαγορευτικά για τους περισσότερους εξ ημών και, κατά συνέπεια, δεν υπάρχει εναλλακτική πέρα από την αποχή, η οποία καθώς φαίνεται είναι πολιτικά εκούσια. Σας γράφω για να σας ευχαριστήσω για το συγκινητικό ενδιαφέρον. Δυστυχώς όμως, και εξ αιτίας σας, δε μπορώ να σας στηρίξω στο δύσκολο αγώνα σας (γιατί αναγνωρίζω το πόσο δύσκολο είναι να οδηγήσεις κάτι που ήδη έχει πιάσει πάτο ακόμα πιο χαμηλά). Σας εύχομαι καλή επιτυχία. Μακάρι το τρίτο Μνημόνιο στο πλευρό του κ. Σαμαρά να φέρει ότι επιθυμείτε: περισσότερη εθνική μιζέρια και μεγαλύτερη κοινωνική εξαθλίωση.

28.4.12

Πολιτική δυσφήμηση

Ποτέ πριν δεν είχα επισκεφτεί το μαγαζάκι στη γωνία του δρόμου, τυπικό ψιλικατζίδικο για τα Ελληνικά δεδομένα. Το λειτουργεί ένας συμπαθητικότατος τύπος από το Πακιστάν. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση που είπε τη χώρα καταγωγής του αβίαστα, χωρίς να τον ρωτήσω: άνθρωποι από το Πακιστάν ή την Ινδία που έχω γνωρίσει εδώ, δηλώνουν πάντα ότι είναι από το Λονδίνο. Αμέ, γέννημα-θρέμμα. Στο ψιλικατζίδικο δεν κάθισα πολύ, ίσα που πήρα το νερό μου και μετά από δύο-τρία καλαμπούρια έφυγα. Μα πριν φύγω, ο συμπαθητικότατος τύπος με ρώτησε από που είμαι. Κι όταν του είπα ότι είμαι από την Ελλάδα, έλαμψε το πρόσωπό του. Α, μου είπε, έχω φίλους από το Πακιστάν που πήγαν στην Ελλάδα γιατί εκεί είναι καλύτερα απ'ότι στην πατρίδα. Τι να του πρωτοπεις; Ότι μπορεί οι φίλοι σου να στοιβαχθούν (βάσει προεκλογικών σχεδίων) στην Αμυγδαλέζα, ένα σύγχρονο στρατόπεδο συγκέντρωσης; Ότι μπορεί να τους δούμε μία μέρα σε ένα τέτοιο βίντεο, να ξυλοκοπούνται χωρίς έλεος από τους προστάτες των (Ελλήνων;) πολιτών; Ότι φεύγουν να αναζητήσουν κατιτίς καλύτερο σε μία χώρα για την οποία η "δημοκρατία" έχει πάψει να υφίσταται ακόμα και ως πρόσχημα; Σε μία χώρα που θα εκλέξει (δημοκρατικά!) φασίστες και νεοναζί και θα τους αφήσει να κρίνουν, να μιλούν και να αποφασίζουν εκ μέρους των πολιτών; Γράφει σωστά ο πιτσιρίκος ότι μεγάλο ποσοστό των ψηφοφόρων των Χρυσαυγιτών είναι καιροσκόποι, που ψήφιζαν ΠΑΣΟΚ και ΝΔ για το συμφέρον τους και τώρα -μην έχοντας συμφέρον- βγάζουν τα πραγματικά τους γούστα. Ναι, μα τι γίνεται με τους ψηφοφόρους που δεν εντάσσονται στο ποσοστό αυτό, εκείνους που φανατίζονται όχι μόνο με τις αντιμνημονιακές ιδέες αλλά και με τον απανταχού αφανισμό των μεταναστών και την αδιαμφισβήτητη κυριαρχία των Ελλήνων; Διάβαζα τις προεκλογικές δηλώσεις των υποψηφίων για τις Δημοτικές εκλογές του Λονδίνου. Οι περισσότεροι είχαν εντάξει στο πρόγραμμά τους μέτρα για να "επιστρέψει το Λονδίνο στους Άγγλους" - όχι μόνο οι φασίστες. Δε μπορώ να καταλάβω πως μπορεί η συλλογική μνήμη να είναι τόσο βραχυπρόθεσμη, πως γίνεται να ξεχνάμε τόσο γρήγορα ένα παρελθόν τόσο βίαιο και επώδυνο. Και πως μπορει η επιστροφή σε ένα τέτοιο παρελθόν (ψωμί-παιδεία-ελευθερία, ξανά τόσο επίκαιρο) να μη μας ταρακουνά, αλλά να μας καταβροχθίζει. Σαφέστατα αυτά δεν ενδιαφέρουν τον ψιλικατζή, ούτε τους φίλους του κι έτσι μονάχα έγνεψα. "Τake care", με ξεπροβόδισε. "Κι εσύ επίσης", απάντησα. "Και οι φίλοι σου!"

Όταν επέστρεψα στην πατρίδα το Πάσχα, αυτό που μου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση ήταν τα κουρασμένα σώματα, τα διαλυμένα πρόσωπα με φόντο άσπρους τοίχους. Αυτό, και οι δρόμοι: σε κάθε κολόνα, σε κάθε στάση, σε κάθε βιτρίνα, μία ταμπέλα πώλησης, εκποίησης, ή έκκλησης για μποϊκοτάζ στο Ble, στο Χατζή, στο Φωκά που έχει αφήσει τους εργαζόμενούς του απλήρωτους για μήνες. Μια χουντική κυβέρνηση βασανιστών χωρίς έλεος, χωρίς συναίσθημα, χωρίς τσίπα, που ήθελε να διαλύσει ακόμα και το παραμικρό ίχνος ανθρώπινης υπόστασης. Και άνθρωποι που δεν αντιδρούν στα ανθρώπινα.

8.4.12

Δεκαπέντε πίσω

Ήμουν πεπεισμένη ότι άμα μετουσιώσω τη σκέψη θα μπορέσω να διαχειριστώ το συν-αίσθημα. Το θέμα είναι ότι η σκέψη δε μετουσιώνεται, από φόβο.
Εικόνες πιεστικά ενοχλητικές, ενοχλητικά πιεστικές. Ματωμένα μάτια, σημαδεμένα μουσούδια, μουδιασμένα πόδια. Εικόνες μάχης, ενός ολόκληρου πολέμου, σ'ένα πρόσωπο χωρίς εκφράσεις, τόσο εκφραστικό.
Θα σας πω λοιπόν το μεγαλύτερό φόβο μου περί 'μετ'-ουσίας: είναι μην το πρώτο συνθετικό από 'μετα-' γίνει 'από-'. Μην τυχόν και γράψω για πράματα που δεν πρέπει να γράφονται.
Να μην σκεφτώ πράματα που δε θέλω να σκέφτομαι.

9.3.12

Σημαινόμενα

"Δεν είσαι καλά...;", τη ρώτησαν σε σπαστά ελληνικά. "...Ψυχικά", βιάστηκε να απαντήσει. Όχι από φόβο μήπως δε βρουν την κατάλληλη λέξη και μείνει η ερώτησή τους μετέωρη, αλλά θέλοντας να τους εμποδίσει να πουν τη λέξη.
Λες και λέγοντας τη λέξη θα άγγιζαν την έννοια. Λες και αγγίζοντας την έννοια θα έφταναν, θα έπλητταν, θα τραυμάτιζαν την ιστορία της έννοιας. Και, παρότι δεν το ήξερε εκείνη τη στιγμή, ήταν μέσα της η σύνδεση μεταξύ της λέξης και της σημασίας της -κυρίως όμως της ιστορίας πίσω από τη σημασία- τόσο δυνατή, που ένιωσε ότι τουλάχιστον το σημαίνον έπρεπε να προστατευτεί από τον βαρβαρικό βανδαλισμό.

5.3.12

Επιλογία

Κοιτώ τα γράμματα στο πληκτρολόγιο ψάχνοντας να βρω τα λόγια. Κοιτώ παντού ψάχνοντας να βρω τα σωστά λόγια. Όλες οι λέξεις κρύφτηκαν απόψε, κρύβονται από το πρωί και δε λένε να εμφανιστούν. Κι άμα εμφανιστούν, δεν ξέρω αν θα γίνουν χείμαρρος ή σιωπή. Δεν ξέρω αν θα καταλάβεις, δε ξέρω τι θα καταλάβεις. Τα λόγια είναι μάσκες, τα λόγια είναι πάντα λάθος.
Και, το ξέρεις, το δυσκολότερο πράμα είναι ο επίλογος.

3.3.12

Aαα


Ξυπνητήρι στις 8, εγερτήριο στις 10. Έχασα τη γιόγκα και, για σήμερα, εγκατέλειψα την ιδέα του προγραμματισμού. Καφές και αδιάφορες κουβέντες στην κουζίνα, κι ας μην είναι οι πρωινές συζητήσεις το φόρτε μου. Δεύτερος καφές, στο δωμάτιο, παρέα με κάθε αγαπημένο μελαγχολικό τραγούδι.
Μία βδομάδα γεμάτη ανόητες, παρορμητικές δράσεις και αντιδράσεις. Κι αφού έκανα τα πράματα (μέσα μου και έξω) σαλάτα και ικανοποιήθηκα, συνειδητοποίησα ότι δεν είμαι -και δε θέλω να είμαι- ούτε εδώ, ούτε εκεί, ούτε και παραπέρα, ότι δε χωρώ πουθενά. Τώρα δεν ξέρω πως να βρω την άκρη.
Από τα λάθη μαθαίνουμε πολύ αποτελεσματικά, ίσως αυτό είναι μια παρηγοριά. Το θέμα είναι τι κάνουμε με τα "λάθη" μας αυτά που είναι σωστά (ή έστω, δικαιολογημένα): επιμένουμε και φτάνουμε στα άκρα ή δείχνουμε μεταμέλεια και μαζεύουμε τα σπασμένα;...

27.2.12

Un-clean Monday

Η μέρα ήταν μία από αυτές τις μέρες με τα πολλά αποσιωποιητικά.
Νύχτα αϋπνίας λόγω βλακείας, πρωινό εγερτήριο λόγω μαθήματος, συνεχές τρέξιμο λόγω προγράμματος, διαρκής πανικός λόγω ανοργανωσιάς. Τα πάντα όμως ήταν υποφερτά.
Μέχρι που ο Χατζ και η μάνα-κουράγιο (κυριολεκτικά και όχι μπρεχτικά) μου θύμισαν ότι σήμερα είναι Καθαρά Δευτέρα. Και τότε το πόσο ανυπόφορα πεθύμησα τους χαλβάδες και τις λαγάνες δε λέγεται!...

28.1.12

The true state of man is Dada

Cello Woman του Man Ray.

Αυτή η φωτογραφία, η κυριολεξία του τίτλου.

Ο ξενιστής των ονείρων

Πίνω χυμό από μήλο και βατόμουρα, διαβάζω για τη λεξιλογική πρόσβαση (πόσο τρομακτικά βαρύγδουπα ακούγεται στα ελληνικά!), το κεφάλι μου είναι καζάνι, το Youtube παίζει τα "αγαπημένα". Μόλις σταμάτησαν τα μπιτ των Gold Panda και ακούγεται τώρα η μπουζουκομάνα του Θανάση. Μπορώ με τις μουσικές του ανθρώπου αυτού να περάσω ώρες, μέρες, μήνες. Κάθε τραγούδι και διαδρομή, όλο αισθήσεις κι αισθήματα. Σταματά το διάβασμα, ξεκινά το νοερό ταξίδι.

Κυρίως

Άκουσα πρώτη φορά τη λέξη "συμπαρομαρτούντα" από τη μητέρα πριν ένα χρόνο, η συζήτησις περί ψαρόσουπας και τα μυαλά στα κάγκελα. Μου είχε φανεί τόσο αστεία που γελούσα καθόλη τη διάρκεια της διαδρομής στο σπίτι επαναλαμβάνοντάς τη και, αφού φτάσαμε σπίτι, αποφάσισα να βαφτίσω έτσι το νεοσύστατό μου (τότε) μπλογκ. Ενδεικτικός ο τίτλος: πάντα το θέμα ήταν τα γύρω και ποτέ τα κυρίως, τα δικά μου ή του κόσμου. Όμως έρχονται στιγμές που πρέπει να γίνονται και τα κυρίως λόγια.

Ρωτά η Λότι αν στην Ελλάδα έχουμε χειμερινά λούνα παρκ σαν το πολυδιαφημισμένο Winter Wonderland που επισκεφτήκαμε καιρό πριν (βλέπετε, θεωρούμεθα χώρα εξωτική, σχεδόν εξωγήινη, οπότε τέτοιες διευκρινήσεις περί πολιτισμικών θεμάτων κρίνονται αναγκαίες). Παρασέρνομαι απαντώντας και -με τα πολλά- καταλήγω να μιλώ για την κρίση μας. Η ομήγυρη με ακούει με περιέργεια. Μιλώ για την 'πραξικοπηματική' κυβέρνηση τεχνοκρατών (σοκάρονται - "are you serious?") και για τη διαφθορά. Νομίζουν ότι αναφέρομαι στη διαφθορά των πολιτών, των τεμπέληδων φοροφυγάδων του Greek for a Week. Και τους εξηγώ ότι δεν υπάρχει μόνο αυτή η όψη. Και δεν κατανοούν τι εννοώ, γιατί αυτοί γνωρίζουν (και είναι βέβαιοι περί τούτου) ότι η κρίση είναι mediterranean thing, που περνούν οι Μεσογειακές χώρες λόγω της απαράδεκτης νοοτροπίας τους. Σα γρίπη βρε αδερφέ - κι αυτοί, τυχεροί, έχουν ανοσία ως ανώτερα όντα.
Εκνευρίστηκα και η συζήτηση έληξε. "Well, we'll see if it's just mediterranean", λέγω. "Yeah, maybe it's European", η δική τους συγκατάβαση. Μα, σαφώς, δε θεωρούν τον εαυτό τους Ευρώπη και άρα θα σωθούν, κι αυτοί και -βέβαια!- η βασίλισσά τους.
Τι να πει κανείς και τι να κάμει;

24.1.12

Ανθρωπογραφία #2

Περπατούσε και χανόταν ανάμεσα στο πλήθος, ένας τύπος μικροκαμωμένος και συμβατικά ντυμένος (κάποιος γνώστης της μόδας χαρακτήρισε ρούχα του vintage). Θα μπορούσε να ήταν δέκα χρονών, όμως σίγουρα δεν ήταν. Έκανε ελιγμούς προσπερνώντας τους αργόσχολους ανθρώπους και τελικά έβγαλε φτερά και πέταξε ανάμεσά τους. Έφτασε στην αίθουσα και μας μοίρασε τις ασκήσεις, μας βοήθησε, μας μάλωσε πειραχτικά που δεν προσέχουμε όσο πρέπει -είπε- στα μαθήματα (μόνο που ήταν σα να μιλούσε και στον εαυτό του). Στο τέλος μας ψιθύρισε ότι το εργαστήριο δεν εξετάζεται, κι όλοι γέλασαν και είπαν ότι δε θα ξαναπατήσουν. Κι όμως, όλοι θα ξαναπάνε. Άλλωστε, που ξέρεις, μπορεί να αποκαλυφθεί ότι μόνιμη κατοικία του δεν είναι ούτε το εργαστήριο μα ούτε και το Λονδίνο. Μπορεί μία μέρα να τον δούμε να παίρνει τον υπολογιστή του και να μας κουνά το μαντήλι από το κινούμενο κάστρο του Χόουλ, με τα φτερά του διάπλατα, δέκα χρονών.

16.1.12

ΚΟΥΦΑΛΕΣ

Μία σκέψη που στριφογυρνά στο μυαλό μου: πως μεταφράζεται αυτή η λέξη; Πως μεταφράζεται με το ίδιο πάθος (πάθος με κάθε έννοια); Πως άραγε μπορεί το πάθος να μείνει ακέραιο καθώς η φόρμα αλλάζει; Και, άραγε, μπορούν οι λατινικοί χαρακτήρες να το χωρέσουν; Μήπως μπορούν οι γραφικοί χαρακτήρες; Και τι γίνεται με τους χαρακτήρες που (οι ίδιοι) δε χωρούν πουθενά;


14.1.12

Ανθρωπογραφία #1

Η ξανθιά κοπέλα με την πουά φούστα κρατούσε, κι αυτή, σημειώσεις. Έγραφε σα ρομπότ την κάθε λέξη που η θεία ύπαρξη μας έριχνε στα μούτρα με κύρος και γοητεία. Έγραφε τόσο γρήγορα που δεν τις ξέφευγε ούτε παρένθεση, ούτε κόμμα, oύτε μία τελεία πάνω από κάποιο "i". Μετά είδα το τετράδιό της, στο κάτω μέρος του οποίου (σε κάθε σελίδα) υπήρχαν τα σύμβολα ενός μαγνητοφώνου. Η ξανθιά κοπέλα είχε μεταμορφωθεί σε μαγνητόφωνο!