12.11.11

Φωτογραφίες

Έρχεται κόσμος και -θες η συστολή, η ανάγκη να κρατήσω το προσωπικό δικό μου και με κανέναν να μην το μοιραστώ ή η σκέψη του πόσο άβολα θα ένιωθα εγώ φιλοξενούμενη σε χώρο γεμάτο στιγμές ξένες τρυφερές- κατέβασα από τον τοίχο μία μία τις φωτογραφίες μας. Με προσοχή τις τοποθέτησα ανάμεσα σε χαρτιά, τις καλόθεκα στο μέρος των σημαντικών εγγράφων και τώρα ο τοίχος είναι κενός, κίτρινος, τοίχος νοσοκομείου, με τα σημάδια του blu tack φρέσκα. Έφυγαν τα πράσινα πάρκα, εξαφανίστηκαν τα κόκκινα μπλουζάκια, χάθηκαν οι ωκεανοί κι ο τοίχος σκοτείνιασε (πρώτη φορά μου φαίνεται τόσο σκοτεινός, τόσο αγριεμένος).
Μόνο τα δέντρα κράτησα, εμάς. Εκείνα τα δέντρα που λουσμένα στο ηλιοβασίλεμα αγναντεύουν ολημερίς κι ολονυχτίς τη θάλασσα που έρχεται και φεύγει, το χορτάρι που μεγαλώνει, την πόλη που φωτίζεται, μικρά φωτάκια εκατομμύρια! Όμως κοιτώ τη φωτογραφία και μου μοιάζει γεμάτη σιωπή. Πουθενά δε φαίνονται οι παφλασμοί και τα γαβγίσματα, οι ομιλίες και τα κορναρίσματα που ακούγαμε όταν την τράβηξα. Δεν απαθανατίστηκε ο θερινός πανζουρλισμός της πόλης (της πόλης μας άραγε;) παρά μόνο η όαση, φαινομενικά μακριά από τα πάντα και πρακτικά τόσο κοντά: δύο δέντρα ξέχωρα από τον κόσμο και κομμάτι του.
Κι έτσι έχω κάτι ακόμα στον τοίχο (σε κοινή θέα αλλά πιο καλά κρυμμένο απ'τα κρυμμένα) για να αναπολώ. Χαμογελάω λοξά, ακούω το "τραγούδι της βροχής" κι ας μη βρέχει και περιμένω.