29.8.11

as small as a world and as large as alone

Αγαπώ τον E.E.Cummings. Κι όσο περισσότερα ποιήματά του διαβάζω, τόσο περισσότερο τον αγαπώ. Κι ας μην καταλαβαίνω (παρά ελάχιστες φορές) τι εννοεί. Κι είναι κυρίως η αρμονική συνύπαρξη αντιθέσεων στο ύφος και την ουσία των ποιημάτων του που με ελκύει, με ωθεί να γυρίσω στην αρχή, να φτάσω εκ νέου στο τέλος και να συνεχίσω μετά την τελεία (ή την απουσία της) την ανάγνωσή μου.
Και μου θυμίζει ο Cummings τις ωραίες μας στιγμές, τα κορίτσια και το μάθημα των Αγγλικών: τις ώρες στο υπόγειο (τα κρυφοκοιτάγματα στο ρολόι, τους δείκτες που έμεναν ακίνητοι παρά το γεγονός ότι -ήταν βέβαιο- η ώρα περνούσε), τις αέναες συζητήσεις που δεν κατέληγαν ποτέ πουθενά (αλλά τόσο ενδιαφέροντα πράματα έφερναν στο προσκήνιο), την υπέροχη Fiona που δε μπορούσε να πει σε κάποιον ότι κάνει λάθος, μα πάντα πλαγίως έδειχνε το σωστό.
Μας είχε ζητήσει κάποια στιγμή να κάνουμε ένα creative exercise εικονοποιώντας ένα ποίημα. Κι είχαμε διαλέξει εγώ κι η Δομ ποιήματα του Cummings. Πήρα το "may i feel said he" και κόλλησα δύο κουτάκια σόδας μεταξύ τους - ιδού το τσίγκινο, το ανακυκλώσιμο, το συμπληρωματικό, το αυτοκόλλητο και το ευκόλως διαλυτό της υπόθεσης. Κι η Δομ, το φωτεινότερο αστέρι, πήρε ένα χαρτί, το γέμισε με λέξεις ασυνάρτητες και το τσαλάκωσε - συνάντησε το πνεύμα του ποιητή και μας το παρουσίασε. Κι ας μην το κατάλαβαν (παρά ελάχιστοι).

Και παρότι έχουμε διασκορπιστεί, νιώθω μια αισιοδοξία. Υποσχέσεις για συναντήσεις τα Χριστούγεννα στο Pierrot που είχαμε πια βαρεθεί ή στην παραλία που καθίσαμε τα χαράματα της αποφοίτησής μας ή στο αγαπημένο Orange Room με τους μποέμ καναπέδες. Πάλι νοσταλγώ, αλλά τώρα τα πράματα είναι διαφορετικά. Νέα Υόρκη, Βοστόνη, Εδιμβούργο, Λονδίνο, Μονπελιέ, Μελβούρνη. Ο γύρος του κόσμου σε 1'. Κι ίσως επειδή τα κορίτσια βρίσκονται ήδη στους καινούριους τόπους, να αποχωριστώ κι εγώ ευκολότερα τους παλιούς. Κι ας μένω στο London Bridge ή στο Big Ben μιας κι οι εστίες επιδεικτικά απαξιούν. Έχουν, άλλωστε, και τα δύο αυτά κτίσματα κάτι το μεγαλειώδες.

9.8.11

Η Ροδιά

Κάτω απ'του Άη-Γιάννη τα πλατάνια τα αιώνια ζούσαμε 22 μέρες. Και το τραγούδι του Παύλου είναι αυτό που στην προκειμένη περίπτωση περιγράφει την κατάστασή μας: "σιγά σιγά μεγάλωσα και έγινα αρχηγός, και όλο περισσότερο με έδενε ο δεσμός". Και τι δεσμός, μάτια μου. Τόσο δυνατό το αίσθημα, που κύλησαν οι μέρες σαν μία και μοναδική, κι εκεί που ήρθαμε φύγαμε με τα ίδια λεωφορεία. Πλατανόφυλλα πεσμένα στο χώμα, στο θεατράκι, στην τραπεζαρία. Έπαιρναν μαζί τους τα τζιζ μπουμ και τα ταξίδευαν από σκηνή σε σκηνή, έπαιρναν τα γέλια και τα σκόρπιζαν στα χείλια όλων, έπαιρναν τις φωνές μας και τις έκρυβαν. Σφυρίχτρα εν δράσει, πειθαρχία μηδέν. "Κορίτσια, σειρά! Η μία πίσω από την άλλη, μην κάνετε δυάδες! Πατάτε στην κίτρινη λωρίδα, οι πετσέτες σας μικρά τετραγωνάκια για να χωρέσουμε". Κι όμως κάθε βράδυ, παρά την κούραση, ξετυλίγονταν οι αστερισμοί, τους εντόπιζαν οι δύο του Τρίο, μας τους έδειχναν κι εμείς απομέναμε να κοιτάζουμε εκστασιασμένοι γιατί είναι γνωστό ότι τα αστέρια στου Άη-Γιάννη το στερέωμα λάμπουν περισσότερο, ειδικά σαν τα χαζεύει κανείς χουχουλιάζοντας στο sleeping bag του. Όπως στη διανυκτέρευση στο Παπά-Νερό, παντού κραυγές και κάστορες. Όπως και στην Ξηρόβρυση μετά από λίγες μέρες. Εκεί η νύχτα πέρασε με γέλια, μπύρες φιξ και (ξερό) ψωμί, περίσσευμα απ'το βραδινό, ενώ μαγνήτιζε τα βλέμματα το κόκκινο φεγγάρι. Και γνώρισα του Πήλιου την κρυφή τη μαγεία / κάτω από τα πλατάνια και τριγύρω απ'την πυρά / και κουβαλώντας πιάτα από τα μαγειρεία / ένιωσα πώς χτυπάει του Πηλίου η καρδιά. Έφυγαν κι άλλες μέρες, κι άλλες, Βραδιά Αρχηγών σε χρόνο μηδέν: στάχυα, κότες, νάνοι, γιαγιάδες, μάγισσες και ξωτικά, highway to hell και pink floyd. Να σε δω να μου χαμογελάς / και του χρόνου εδώ μαζί μου να τραγουδάς / τον ίδιο στίχο / τις τρελές μας στιγμές κρατώ / δεν τις λησμονώ / και περιμένω να σε δω να γελάς. Μακάρι σε μια σκηνή με κόκκινες κουκέτες και φουξ σεντόνια ή στο αγαπημένο μας γήπεδο βόλεϋ των βραδινών συναντήσεων στα κλεφτά ή στις καινούριες βρύσες, πλένοντας τα δόντια μας, να συναντηθούμε και του χρόνου. Γιατί η αγάπη είναι παντού, αυτή η ιδιαίτερη αγάπη που μόνο αυτοί που έχουν ζήσει τόσες μέρες με γκρίνια, φωνές, νεύρα, απελπισία, απόγνωση, κλάματα, στραμπουλήγματα, πόνο, αγωνία, αράχνες, σαύρες, βρωμούσες, απλυσιά, αρμύρα, πανικό, άσθμα, φάρσες, γέλια, ανέκδοτα, παρατσούκλια, μπλε ιστορίες, τραγούδια, αυτοσχεδιασμούς, εμπνεύσεις της στιγμής, πιάνα και κιθάρες, χορούς και πανηγύρια, κρέπες με κασέρι και ζαμπόν, κρασιά Χατζηβαρύτη, Ολυμπιακές Νύχτες, σάπια βερίκοκα, πατάτες, μακαρόνια, καντίνα, ντουζ, αγόρια που κρυφοκοιτούν, πετσέτες που πέφτουν, κουτσομπολιά που μαθαίνονται, Αιματοβαμμένες Νύφες, βουλωμένες τουαλέτες, σπασμένα σαμπουάν, διευθέτηση, μερέντα, αναμμένη πυρά, βραχιολάκια απ'τα σκοινιά των παραπέτων και αιώνια πλατάνια, καταλαβαίνουν. Μπάτο Τσοφρόγκα, λοιπόν σε όλα τα αγανακτισμένα γατάκια... Αφήστε τα πουλιά να πετάν.



Και επιβεβαιώνω στην ουράνια Μυρτού, που τα ίδια γράφει στο "Χάρτινο Τσίρκο" της αλλιώς και πιο ωραία, τα ραντεβού μας εδώ. Και εκεί. Και αλλού, στα μόνιμα της και περιστασιακά μου. Στις αλλαγές δράσης σκηνών μικρών και μεγάλων. Στα άστρα που αχνοφαίνονται πάνω απ'το φιλέ του γηπέδου. :)