31.5.11

Η ξέφρενη ζωή...Που;

Μία κοπέλα που είναι ο ουρανός, τόσο μαγική, έστειλε ένα κατιτίς στο inbox μου. Και διαβάζοντας τα λόγια της, τα θαυμαστικά και τις φατσούλες, μοσχοβόλησε ο τόπος Πήλιο κι άναψε η πυρά κι έφτασε ήδη η Βραδιά Γνωριμίας και η Υποδειγματική αμέσως μετά! Κι ούγκα μπούγκα ντούγκα στη Βραδιά Κραυγής και πορείες με κενταύρους. Τσάρκες στον Άη Γιάννη, και κρέπες και μπύρες στην παραλία, βραδινά μπάνια με τα ρούχα και καμπανάκια-πυρκαγιές.


Η Μαιρού θα μας λείψει φέτος. Την περιμέναμε...

Πέρσι και φέτος

Κατέβηκα άρον άρον από το λεωφορείο, κουβαλώντας το παππουδέ σακ-βουαγιάζ που είχα (εν ελλείψει άλλων) μαζί μου. Βρέθηκα σε ένα μέρος που δε γνώριζα. Καθόλου πρωτότυπο. Μόνο το κέντρο της πόλης ξέρω και κάτιτις από δυτική Θεσσαλονίκη. Τούμπα; Καλαμαριά; Πανόραμα; Παθαίνω πατατράκ, δύσπνοια, ταχυπαλμία και με βρίσκεις νεκρή στο πιτς φυτίλι. Είμαι από αυτούς που "πνίγονται σε μια κουταλιά νερό". Ψυχραιμία σήμερα, παραδόξως. Είπα στον εαυτό μου ότι έτσι κι αλλιώς μ'αρέσει το περπάτημα, τι σε μέρη γνωστά τι σε άγνωστα. Άρχισα να προχωρώ μετά βαλίτσας πάνω κάτω. Με ενοχλούσε αφόρητα η ζέστη και το γρου-γρου που ακουγόταν καθώς έσερνα το σακ βουαγιάζ στο πεζοδρόμιο. Ούτε ψυχή, μαγαζιά κλειστά και σπίτια κλειδαμπαρωμένα. Και, τσουπ, θυμήθηκα το γνωστό "όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη θάλασσα" κι άρχισα να κατηφορίζω. Γρου γρου γρου, γρου γρου γρου. Και ιδού το μεταφυσικό: φτάνω όλως τυχαίως και σχεδόν διά μαγείας, στο μόνο μέρος σε ολάκερη την Καλαμαριά που γνωρίζω: αυτό το όμορφο χορταριασμένο πάρκο δίπλα στη θάλασσα, όπου είχα πρωτοβρεθεί πέρσι τέτοια μέρα...
Χόρευε η θάλασσα όταν έφτασα. Τα αγριόχορτα μού έφταναν πια μέχρι το γόνατο, τόσο είχαν μεγαλώσει. Τρεις-τέσσερις βάρκες στην ακροθαλασσιά κι η αμμουδιά γεμάτη κοχύλια (και μπουκάλια και σακούλες και κουτάκια). Και κάθισα εκεί για λίγο, με τη βαλίτσα και την κόκκινή μου τσάντα και αγνάντευα. Κι ένιωσα όμορφα γιατί είναι 31 του μηνός. Ενθουσιάστηκα με το ξόρκι που με βοήθησε να βρω το μέρος αυτό (και κατά συνέπεια να προσανατολιστώ, να συναντήσω τον πολιτισμό και να φτάσω στην κοντινότερη στάση για να γυρίσω), μα και λόγω του ότι είναι 31 του μηνός, ολαρία ολαρά.
Το δέμα έφτασε την καταλληλότερη στιγμή, τη σωστή μέρα, δίχως καθυστέρηση και ακέραιο, αν εξαιρέσεις την πορτοκαλί πεταλούδα που είχα συρράψει στο περιτύλιγμα, η οποία μάλλον πατσαβούριασε κατά τη μεταφορά. Η κάμερα έδειξε ότι το δώρο χάρισε πλατιά χαμόγελα, κι έτσι χάρηκα κι εγώ, πολύ πολύ.

30.5.11

Όλα είναι φλου

Η πόλη είναι κόκκινη και κίτρινη και πράσινη και μπλε, κυρίως θαλασσί. Οι αγανακτισμένοι στο Λευκό Πύργο είναι εκείνοι που της δίνουν χρώμα, όπως και οι διάφορες εκδηλώσεις, οι διάχυτες μουσικές, οι θεατρικές παραστάσεις και τα πάρτι μας! Ίσως από αύριο ξεκινούν τα μπάνια στις θάλασσες της Νιρβάνας που δείχνουν πανέμορφες. Χαρά διάχυτη, βιβλία σκορπισμένα στο σπίτι - είμαι σε δίλλημα μεταξύ Cummings κι ενός μυθιστορήματος με τον τίτλο "Η Πρώτη Λέξη". Φυσικά θα νικήσει ο Cummings, μα το άλλο μπαίνει στη λίστα των βιβλίων που σύντομα θα διαβαστούν. Ταινίες και έξοδοι, παντού και οπουδήποτε, και τώρα βρίσκω χρόνο και δημοσιεύω αναρτήσεις που μάζευα τόσο καιρό στα πρόχειρα. Μπαμ μπουμ, ίσως και να κουραστείτε - δε λέω τίποτε ενδιαφέρον, μπούρου μπούρου για το τίποτε. Είναι, βλέπετε, όμορφα κι ελεύθερα, με κλειστά πατζούρια μέχρι το μεσημέρι, κολυμβητήρια και φίλους που τόσο καιρό είχαν χαθεί από προσώπου γης λόγω διαβάσματος και τώρα μεταμεσονυκτίως συναντώ εδώ κι εκεί. Κι είναι (γράφω σχόλιο σε φιλικό μπλογκ) ορισμένοι αγανακτισμένοι που προτείνουν όμορφες δράσεις τα απογεύματα, κι είναι άλλοι που αντιπροτείνουν άσχημες αντιδράσεις, μα εν πάση περιπτώσει κάτι γίνεται κι ο κόσμος κινείται. Κι έτσι καθώς βγαίνουμε απ'τα καβούκια μας, βγαίνει κι ο ήλιος. Κι ο Θερμαϊκός είναι βρώμικος όσο ποτέ μα εμείς περπατάμε πάνω-κάτω στην παραλία. Θα συναντηθούμε μου είπαν με τον Παύλο, Πήλιο Πήλιο. Τόσο όμορφα μετά από καιρό και τόσο καλοκαιρινά. Και σε λίγες μέρες όλα θα είναι ομορφότερα ακόμα, υπό το κίτρινο φως.

Ανασκόπηση

Καλοκαίρι. Το τραγούδι του Σαββόπουλου παρόν, αν κι ο Σαββόπουλος (κρίνοντας απ'τις πρόσφατες δηλώσεις του) ίσως θα έπρεπε να απουσιάσει αυτοβούλως. Μα να που το "Καλοκαίρι" του θυμίζει την τελευταία ώρα της Τετάρτης, την πρώτη αίθουσα του διαδρόμου, την Ερόικα του Πολίτη και βέβαια την Γκ. Στην ουσία οι ώρες της είναι που περισσότερο θα πεθυμήσω από τα ενδοσχολικά πράγματα και πεπραγμένα. Όλα αυτά τα αστεία και τα σοβαρά, τα λογοτεχνικά, τα φιλοσοφικά, τα καθημερινά - ο περιπτεράς, η ανιψιά, η συμφοιτήτρια - που μας έλεγε για να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε τα βιβλία και μαζί τους εαυτούς μας.
Αυτές τις ώρες πιο πολύ θα πεθυμήσω, αυτές και τις ώρες στο orange, το πιο αγαπημένο μέρος μας. Και θα θυμάμαι πάντα τις πρόβες για τα duet, κατά τη διάρκεια των οποίων τόσο πολύ γελάσαμε κι άλλο τόσο προσπαθήσαμε - χωρίς επιτυχία - να κλάψουμε για τις ανάγκες των ρόλων. Ήταν κι αυτές οι συζητήσεις κι οι ανεξάντλητες ειρωνίες του Μανίτ, αυτά τα βασανιστικά πρωινά που επέμενε να μας διδάσκει τα θεωρητικά του θεάτρου ενώ εμείς λαγοκοιμόμασταν στους καναπέδες.
Και το dada. Πάντα θα αναπολώ το dada. Όχι φυσικά ότι θα σταματήσει να υφίσταται: το dada είναι αναπόσπαστο πια στοιχείο δικό μας, ανήκει σε όλες και στην καθεμιά ξεχωριστά. Λοιπόν, ναι. Το περπάτημα της Μαιρούς και της Δομ στους διαδρόμους, η παράστασή μας μετά τις πρωινές ανακοινώσεις με τα μουστάκια και τα σουτιέν που τάραξαν τα πλήθη. Ο δύστροπος Marcel Duchamp που συνάντησα στο wac και θα παντρευόμουν, η μοσχαροκεφαλή του Παπακωνσταντίνου και ο Σέλντον, η έκφραση της τελειότητας. Μα ιδίως (τείνω να το ξεχνώ και δεν πρέπει) το dada εκφράζει ο Ελπήνορας, τον οποίο γνωρίσαμε με τη Δομ στη βιβλιοθήκη. Αυτός "μεθυσμένος, αποκοιμήθηκε στη στέγη του ανακτόρου της Κίρκης. Το πρωί όταν τον φώναξαν για να φύγουν, εκείνος ξύπνησε, αλλά ξεχνώντας ότι βρισκόταν στην οροφή, έπεσε κάτω από ψηλά και σκοτώθηκε. Οι άλλοι δεν το πρόσεξαν και απέπλευσαν".
Αυτά θα μου λείψουν. Και το Christmas Show, το περσινό και το φετινό, και τα παγκάκια απ'έξω απ'το κτίριο, και τα λουλούδια και τα δέντρα και τα φυτά. Πόσες συζητήσεις σ'αυτά τα παγκάκια, πόσα ερωτικά διλήμματα της Σίας επιλύθηκαν, πόσες αποφάσεις πάρθηκαν, πόσα brainstorming πραγματοποιήθηκαν, πόσα τραγούδια. Ο Δαλαμπίρας κι ο Αναστασιάδης, η ποίηση του Θανάση και οι νευρικές μουσικές των Arctic Monkeys, όλα εκεί. Και μέσα στο κτίριο, τα ντουλαπάκια ("το ροζ είναι μόνο για άντρες" είχε γράψει ο Χρήστος κι ο Ηλίας) κι απέναντι  το παράθυρο με το γνώριμο πεζούλι.
Η καλοκαιρία -  ο ουρανός σχεδόν πάντα γαλάζιος, το σχολικό που συχνά δεν έπαιρνα μα τόσο αγαπούσα κυρίως λόγω του Λόρκα, όλα αυτά.
Βλέπω τον καιρό όμορφο κι εμένα ξέγνοιαστη και νιώθω ακόμα ότι κάτι εκκρεμεί: μήπως πρέπει να αρχίσω να τακτοποιώ το θέμα του extended - τι εργασία θα κάνω, με τι research question; Μετά θυμάμαι ότι πάει. Ποιο extended. Finito la musica passato la fiesta. Ε, άλλωστε poco dura la festa dei matti, τι περιμένεις. Τρελοί, τρελοί δύο χρόνια. Παλαβοί, τρέχαμε να προλάβουμε, να μη χάσουμε, να μην ξεχάσουμε τίποτα. Τώρα καπούτ.

"Και τώρα που πάτε;"

Λάμπει ο ήλιος και σε λίγο αναχωρώ για το Πλαγιάρι!

Κουάξ (Γ)

Είμαστε στο παρά δέκα (κυριολεκτικά) και φουντώνει η αγωνία.
Και όσο πιο κοντά στο παρά τίποτα βρισκόμαστε, τόσο περισσότερο αγωνιώ.
Με ρώτησε η Μπαμπούσκα χτες καθώς περπατούσαμε ως το Λαογραφικό Μουσείο, πώς περιμένω την πολυπόθητη μέρα. Δεν ήξερα τι να της απαντήσω. Μόνο χαμογέλασα και σκέφτηκα τη στιγμή που τόσες μα τόσες φορές στο παρελθόν έχω σκεφτεί κι έχεις σκεφτεί, και της είπα ότι θα δούμε σύντομα. Της δήλωσα ότι θα πάω μέχρι και στην αποφοίτησή της, εκεί, Διαόλου Κέρατο και Πουθενά γωνία, να τη θαυμάσω - απόφοιτη πλέον - να σαγηνεύει τα πλήθη με το χαμόγελο και το φθαρμένο τζην της.
Τρεις αποφοιτήσεις λοιπόν σημειωμένες στο τεφτέρι εκείνο με το Κουάξ στη μπροστινή σελίδα.
Κι ενώ ακούγονται μουσικές ονειροπαρμένες, κι η τριλογία του Στιγκ Λάρσον (την οποία ανεπιφύλακτα προτείνω σε όποιον συναντώ) στέκεται δίπλα μου και με μαγνητίζει, το Κουάξ μού θυμίζει ότι έχει δύο φίλους παράξενους τοποθετημένους με τάξη σ'ένα ράφι χιλιόμετρα μακριά και φωνάζει ότι θα ήθελε να τους ξαναδεί. Γαμημένες μέρες.
Κουάξ κουάξ κουάξ.

20.5.11

Τα φευγαλέα νιαουρίσματα

Ξεκίνησα από τη μέση του πουθενά και προχώρησα μέχρι το λεωφορείο που σαν να μου φάνηκε ότι πατούσε τους ανθρώπους. Σταμάτησα. Περίμενα. Κατάλαβα ότι προτιμούσα να περπατήσω, ένιωθα ότι έπρεπε να ακούσω, να μυρίσω, να αγγίξω. Λουλουδάκια στις ρίζες των δέντρων, που αρχίζουν πια να πρασινίζουν, να διεκδικούν τη θέση τους στον ήλιο. Λουλουδάκια μωβ, σαν τα περήφανα εκείνα στην είσοδο του σχολείου και δίπλα στα παγκάκια. Προχωρούσα κι έβλεπα κόσμο, κόσμο, κόσμο που έτρεχε, έτρεχε, έτρεχε, κι επιτάχυνα αναπόφευκτα, ασυνείδητα, για να γίνω και γω κομμάτι του συνόλου των τρεχάτων, των φευγάτων και των βαρβάτων φευγαλέων.
Φευγαλέες ματιές στους περαστικούς καθώς περίμενα να ανάψει το πράσινο για να περάσω απέναντι, φευγαλέες σκέψεις καθώς προχωρούσα.
Σκέφτομαι πράγματα που δε θα έπρεπε, κάνω όνειρα που απαγορεύονται, αναλώνομαι σε ιδέες που είναι τρελές. Μα λες; Μιλώ και μιλώ και μιλώ πολύ για διάφορα σχετικά με αυτό που προτάσσω ως το κεντρικό θέμα, μόνο που δεν ασχολούμαι με το κεντρικό θέμα αυτό καθεαυτό, επ'ουδενί. Κι αυτό είναι το μυστήριο του λόγου, ως ικανότητας και ως υπαίτιου, εκεί οι πράξεις εκεί και οι απορίες, σύμφυτες. Συνειδητοποιώ ότι οι τρελές μου ιδέες δεν είναι φύσει τρελές. Και είναι γνωστό ότι όλα μπορούν να παιχτούν σε μία καλύτερα τεκμηριωμένη, συστηματική, τέτοιου είδους παρατήρηση - στην οποία δεν προβαίνω. Κυρίως γιατί δεν προλαβαίνω πια να δράσω, να αντιδράσω, να αποδράσω, μα ούτε και χρειάζεται γιατί, τσουπ, να η σειρά και τα πράγματα μπήκαν. Αμετάβατη η φράση αν αλλάξεις τα συμφραζόμενα. Κι είναι αυτές οι αλλαγές κάτι σαν μεταβάσεις προς άλλες πραγματικότητες.
Ω ναι. Έφτασε σχεδόν η μέρα! Η μοίρα. Οι δύο μοίρες: η πρώτη το τέλος (όχι η πτώση, αλλά θέλοντας και μη η κατάπτωση). Η δεύτερη η ουσία, το είναι. Για την κατάπτωση χαλάλι, κάτι γίνεται. Άλλωστε η διάθεση είναι πλέον ακμαία κι όλα μπορούν να διορθωθούν στο πιτς φιτίλι. Όσο για την ουσία (το αντίθετο της οποίας - πιστεύω - ότι είναι η απουσία), είναι συστατικό στοιχείο της ύπαρξης. Έρχεται να δώσει τα Μενεξεδένια της φώτα, έχουσα πείρα και μια μπύρα ή και δυο. Μάλλον δυο εδώ που τα λέμε, ως το μισό του εικοσι-δυο!

14.5.11

Θα ξαναρθούν μικρές χαρές

Είναι δύο τύπισσες αγαπημένες. Είναι κομμάτια του έναστρου ουρανού, κομήτες και αστέρια. Είναι αναμνήσεις και σχέδια. Η Χαλκιδική που δεν επισκεφτήκαμε κι η Χαλκιδική που θα επισκεφτούμε. Είναι η δίετα που ποτέ δεν άρχισε, οι βάφλες ένα βράδυ του χειμώνα. Είναι το πορτοκαλί κρασί που πίναμε βλέποντας την "Φθινοπωρινή Σονάτα". Είναι η πολύωρη προετοιμασία ενός βίντεο και τα δάκρυα που ακολούθησαν κατά την προβολή του. Είναι ένα ξεχασμένο Χριστουγεννιάτικο δώρο δίπλα στο γραφείο μου. Είναι το Καφωδείο, ειδικά την παραμονή πρωτοχρονιάς. Είναι τα Χριστούγεννα. Είναι η Άνοιξη. Είναι όμορφες, πολύ όμορφες. Η ινδιάνα, η χίπισσα κι εγώ η αρτίστα. Έτσι μας ονόμασε η Τάνια όταν της προσφέραμε τυροπιτάκια στη στάση του λεωφορείου. Είναι το 24, η τρομαχτική ανηφόρα στην Άνω Πόλη. Είναι η βροχή ανεβαίνοντας αυτήν την ανηφόρα, η κόκκινη μπλούζα και τα τοστάκια της κυρίας Κάτιας. Είναι η υστερία, τα νεύρα, οι φωνές και τα τραγούδια. Είναι το καλοκαίρι γιατί είναι το Πήλιο. Είναι αγχωμένες αλλά λίγο πιο χαρούμενες όσο περνάει ο καιρός. Είναι οι Φεγγαρένιες.


9.5.11

Συλλέκτης στιγμών #4

Ετοιμασίες για την πρώτη σου επίσκεψη σε χώρους συναυλιακούς βεληνεκούς μεγάλου, για τα μάτια ενός πιανίστα άγνωστων καταβολών αλλά αδιαμφισβήτητου ταλέντου...
Δύο οι φόβοι: από τη μία το dress code που πρέπει να τηρηθεί και από την άλλη η πιθανότητα του βήχα. Ευτυχώς οι διοργανωτές προνόησαν και έχουν έτοιμο στοκ φαρμάκων για την άμεση αντιμετώπιση του δεύτερου. Άλλωστε τέτοια κρούσματα μπορεί να αποσυγκεντρώσουν τον πιανίστα, γεγονός που - μα το Δία - δε μπορώ καν να σκέφτομαι. Ο πρώτος φόβος στο χέρι σου. Όντως ντύθηκες όσο επισημότερα γινόταν (λαμβάνοντας υπόψη το ιδιαίτερο της κατάστασης) με τα μπεζ και τα ριγέ, τα αθλητικά παπούτσια και το πιο σνομπ βλέμμα που βρήκες στη ντουλάπα σου. Πρόκειται περί αχταρμά, γιατί ξέρουμε κι οι δυο ότι το σνομπ βλέμμα δε συνδυάζεται με τα υπόλοιπα ρούχα και αξεσουάρ σου λόγω των διαθέσεων που πρεσβεύει. Έτσι κατέληξα να πιστεύω ότι μόνο η επίκληση στα θεία μπορεί να σε σώσει, γιατί βλέποντας το βλέμμα σου, οι υπεύθυνοι θα αρνηθούν να σε βάλουν στο κονσερβατουάρ, φοβούμενοι ότι θα βήξεις όσο δυνατότερα, αηδιαστικότερα και πιο παρατεταμένα μπορείς για να γκρεμίσεις το κτίριο ή, ακόμα χειρότερα, να κάνεις τον πιανίστα να σταματήσει τις μουσικές του.
Και δεν ξέρω αν το πιο άσχημο είναι ότι όντως υπάρχει από μέρους σου η διάθεση να κάνεις αυτό που οι υπεύθυνοι θέλουν να αποφύγουν ή ότι τελικά δε θα το κάνεις.
Τι έμεινε; 30 παρά, ένα χαλασμένο στόρι που αντικατάστησες, οι κρίσιμες εξετάσεις που μας γεφυρώνουν και ορισμένες complex γκραβούρες. Και τι έρχεται; Η λύση στα μυστήρια των άνιμε, τα εισιτήρια του ΚΤΕΛ, ορισμένες ταινίες που πρέπει να δούμε (what a pathetic excuse), και η αναπλήρωση μιας σημαντικής ημέρας σε ένα λουλουδάτο εστιατόριο, μωβ σαν τη Μαρί. Στη στάση μας θα φτάνω πρώτη και το γιατί είναι QED. Εσύ χαμογέλα ηλιόλουστα, στους 19 βαθμούς με κατά τόπους συννεφιά.

2.5.11

Λέξεις (Δ)

"When I use a word," Humpty Dumpty said, in a rather scornful tone, "it means just what I choose it to mean - neither more nor less."
"The question is," said Alice, "whether you can make words mean so many different things."
"The question is," said Humpty Dumpty, "which is to be master - that's all."

Τάδε έφη Lewis Carrol.
Και παρατηρώντας τούτο δω το quote αγάπησα την Αλίκη του ακόμα παραπάνω.
Επίσης θεώρησα το πορτρέτο του διά χειρός Λωρίτας για το art exhibition της ακόμα πιο πετυχημένο απ'ότι το νόμιζα πριν.
Λοιπόν, λέξεις. Πόσες και ποιες, τι και γιατί.

Tons of wicked little thoughts merrily appear


Πρωτομαγιά χτες (πραγματικά δεν πήρα χαμπάρι πότε ξεκίνησε και πως πέρασε κοτζάμ Πάσχα), πήγα στους παππούδες για φαγητό. Έφαγα ένα κομμάτι παστίτσιο που ισοδυναμούσε με το μισό ταψί (ο παππούς βέβαια απόρησε όταν σταμάτησα να τρώω σκασμένη: "μα καλά, χόρτασες με τόσο λίγο;"). Ύστερα προσπάθησα - μάταια - να διαβάσω. Κατέληξα να βλέπω καλλιτεχνικό πατινάζ και θυμήθηκα τις μέρες που, ως φιλοξενούμενη Γάλλων, δοκίμασα κι εγώ το άθλημα. Τραγωδία! Στα πρώτα βήματα μακριά απ'την πλαϊνή μπάρα τα 'παιξα και φώναζα "aidez-moi s'il vous plait", κι έτρεχαν οι τριγύρω - γνωστοί και άγνωστοι - να με περιμαζέψουν.
Γύρισα απ'τους παππούδες λίγο μελαγχολική, ίσως γιατί μοσχοβόλησε πολύ παρελθόν και λίγο Πέμπτη (πάντα με στεναχωρούσαν οι Πέμπτες). Μα μετά συνειδητοποίησα ότι σε 17 μέρες θα είμαι αποδεσμευμένη από οποιαδήποτε εκκρεμότητα, χωρίς ταυτότητα χαρακτηριστική της απασχόλησής μου. Θα ταξιδεύω παντού ή πουθενά, λίγο πιο κόκκινη και με γαλάζια όνειρα, κι αργότερα, επιτέλους, με μάτια τέτοια στον περιβάλλοντα χωροχρόνο μου.
Τέλος πάντων, με τούτα και με κείνα έφτιαξε η διάθεσή μου κι άρχισα να ξανατραγουδώ τις επιτυχίες του Camelot, κι ο καημένος Φρεντ τρόμαζε βλέποντάς με στα μεταίχμια. Τι να κάνουμε; Αφού το άσμα που επί σκηνής ξεδιπλώσαμε το δηλώνει καθαρά: Tra-la it's May, the month of "yes you may", the time for every frivolous whim, proper or im.