30.1.11

Συλλέκτης στιγμών #3

Η χτεσινή συλλογή δική σου, αν και τίποτα το ιδιαίτερο μπροστά στο πλήθος των προηγούμενων συλλογών που έχουμε ήδη στην κατοχή μας.
Τα ψώνια στο σούπερ μάρκετ καλύπτουν τον χαμένο χρόνο (ο χρόνος χάνεται, ποτέ δεν επιστρέφει), την αργοπορία μου, και πλέον η πολυτελής σου βίλα διαθέτει και μία τιγκαρισμένη με τρόφιμα κουζίνα. Όταν πια επέστρεψα είχες επιδοθεί με ζήλο στη μαγειρική, κι έτσι οι διαθέσεις μας διέφεραν όσο κι αν ήθελες, όσο κι αν προσπάθησες να ταυτιστούν. Τέλος πάντων, εσύ έτρωγες (ήθελα να σε δω να τρως, είναι τόσο ωραία αυτά τα μικρά καθημερινά που χάνουμε εξ αιτίας του χρόνου) μα εμένα γρήγορα με πήρε ο ύπνος μέσα στα ροζ. Παρατηρούσες, λέει, την κίνηση των ώμων μου όταν ανέπνεα - αναρωτιέμαι αν αυτή ήταν η πρώτη φορά που με έβλεπες έτσι. Βέβαια, ίσως η πρώτη υπό αυτές τις αλλόκοτες συνθήκες στις οποίες έχουμε εθιστεί.
Δεν έχει λόγια η συλλογή, εικόνες μόνο. Φυσικά εικόνες δισδιάστατες, γιατί προτιμούμε φανερά τις δισδιάστατες καταστάσεις από οποιεσδήποτε άλλες. Γι'αυτό τώρα ζητώ συγγνώμη που οι στιγμές ήταν μετρημένες κι αυτό που ονόμασα συλλογή δεν ήταν τελικά παρά ελάχιστα (άχρηστα) πλάνα μαζεμένα, χωρίς καθόλου λόγια, χωρίς έργα. Ίσως θα έπρεπε να μου στείλεις κι εμένα ένα hate e-mail για την απερίσκεπτη χρήση φράσεων από το ιερό σου βιβλίο, αφού κι εγώ μετασχηματίζω κατά βούλησην τα νοήματά του για να ταιριάζουν στην περίπτωσή μου. Κάνεις όμως διακρίσεις, και σ'ευχαριστώ.
Κάπου, κάπως, σαν να νιώθω λίγο χαμένη. Σκέφτομαι μόνο ότι να, τρία Σάββατα και προχωράμε, σχεδόν ακάθεκτοι προς το τέλος, προς τον μοναδικό από τους χρόνους που δε θα καταφέρει να χαθεί.

28.1.11

Πόσο μ'αρέσει ν'ακούω τους ανθρώπους

Ο Lancelot σήμερα με διαφώτισε πρωτότυπα. Ο κόσμος του ολόκληρος, αυτό το ξέρουμε, είναι ένα πιατίνι. Το γνωρίζει κι εκείνος, και του αρέσει όσο αρέσει και σε εμάς που παρακολουθούμε εξ αποστάσεως τον ενθουσιασμό του. Λοιπόν, ο Lancelot που τα βλέπει (μάλλον το "ακούει" θα ήταν ορθότερο) όλα ως μουσική, σήμερα προσπάθησε να μου εξηγήσει ότι τα πάντα έχουν ρυθμό: ο τρόπος που μιλώ, ο τρόπος που δρω, οι φωνές των παιδιών μέσα στο λεωφορείο. Εγώ δεν είμαι "κρουστός" σαν αυτόν, δεν παίζω τους ρυθμούς στα δάχτυλα, μα όταν μου έβαλε από το κινητό του έναν ήχο - κελάηδισμα αηδονιού και άρχισε να το συνοδεύει με τυμπανοκρουσίες (το μπουφάν του μεταμορφώθηκε σε ολόκληρο σετ ντραμς) μα ειδικά αφότου μου είπε να μπω κι εγώ στο ηχητικό σύνολο με φωνητικούς αυτοσχεδιασμούς, τότε το ένιωσα: ότι εγώ κι ο Lance, το αηδόνι και το σχολικό έχουμε ρυθμό, ενίοτε τον ίδιο άλλοτε διαφορετικό - δεν έχει σημασία. Η ζωή λοιπόν ένα τραγούδι, οι πολλοί διαφορετικοί ρυθμοί που κατά καιρούς μας κυριεύουν συναθροίζονται και μπλέκονται με τους ρυθμούς των γύρω μας.

Κι αφού έχουμε όλοι ρυθμό, κοινό ρυθμό (γιατί ακόμα και οι εκ διαμέτρου αντίθετοι ρυθμοί συνδυάζονται - ο Lance αυτό το ονόμασε θαρρώ "αντιχρονισμό"), τότε γιατί εγώ να διαφέρω από τον μετανάστη από το Μαγκρέμπ; Και γιατί ο μετανάστης από το Μαγκρέμπ να διαφέρει από τον Έλληνα μετανάστη στη Γερμανία; Κι αφού ο χάρτης έχει γνωρίσει τόσες αλλαγές, κι αφού είναι γνωστό ότι δεν είμαστε απόγονοι των αρχαίων ημών προγόνων μας, πως μπορεί κάποιος να ισχυριστεί την κατοχή μίας ακέραιας εθνικής ταυτότητας; Και γιατί να μη μπορεί όποιος θέλει να απεκδυθεί την ταυτότητά του άμα τον βαραίνει; Γιατί να μη μπορεί να φορέσει μία καινούρια; Αυτό που μετράει, η ταυτότητα, είναι ένας ρυθμός - είμαστε οντότητες, ρυθμικές μονάδες. Και η συχνότητα στην οποία τραγουδώ εγώ δεν είναι μοναδική αφού μπορεί να την "πιάσει" και οποιοσδήποτε άλλος.

Επέστρεψα μόλις από μία ομιλία περί μεταναστών και μεταναστευτικού ζητήματος: το άσυλο, ο νόμος, το τείχος. Η ξανθιά φιγούρα στα αριστερά του πάνελ με αηδίασε, κυρίως όταν άρχισε να μιλάει ο Κούρδος μετανάστης - διδακτορικός φοιτητής στα "δικά μας" εδάφη, γιατί τότε ήταν που η πραγματικότητα αυτού του ανθρώπου, ο οποίος μετά από 15 χρόνια παραμονής στην Ελλάδα και δύο απεργίες πείνας παλεύει ακόμα για ένα πολιτικό άσυλο το οποίο το "κράτος μας" δε φαίνεται πρόθυμο να του παραχωρήσει, ήρθε σε πλήρη αντιδιαστολή με την πολιτική θεατρικότητα σε κάθε της έκφανση. Έχω μία βεβαιότητα ότι ο ρυθμός αυτών των πολιτικών (ή της πλειοψηφίας τους, για να μην είμαστε αφοριστικοί) είναι εγωιστικός: καλύπτει οποιονδήποτε άλλον ήχο ακούγεται γύρω, καταλήγοντας στο να χάνει τη συμφωνία του συνόλου. Και σκέφτομαι ότι αν ο κόσμος που ζούμε είναι ολόκληρος ένα τραγούδι, σίγουρα σήμερα είναι τόσο φάλτσο που θα προτιμούσα, για λίγο μόνο (άλλωστε ο υπαρξισμός έχει, κάπως, ριζώσει μέσα μου), να άλλαζα σταθμό.




24.1.11

Λέξεις (Β)

Στέλλα Άντλερ, μαθήτρια του Στανισλάφσκι, καθηγήτρια του Μάρλον Μπράντο με προλαβαίνει (όπως είπε η Μαιρού, εγώ έχω θέμα με τις λέξεις): "Οι λέξεις είναι αποτέλεσμα μόνο αυτού που έχετε δει. Είναι γελοίο να ξεστομίζετε απλώς τις λέξεις. Οι λέξεις έρχονται μόνο αφού έχετε δει. Γι'αυτό καθόλου δε βοηθάει να μελετάτε ή να απομνημονεύετε λέξεις. Κινδυνεύετε να σκοτώσετε τις ιδέες και τα αντικείμενα που πραγματεύεστε".
Έτσι κι εμείς μαθαίνουμε τώρα τα λόγια του ντουέτου μας, μετά το (αρχικό) στήσιμο. Κι ο Genet (τόσο ποιητική η επανάληψη του ήχου 'g' στο όνομά του), σπουδαίος, ρωτά άμα ο Άμλετ θα ένιωθε την ίδια απολαυστική γοητεία της αυτοκτονίας άμα δεν είχε ένα κοινό και ένα κείμενο να πει...
 

19.1.11

Probs

Οι μαθηματικές σου αϋπνίες, το πρώτο σου ξημέρωμα. Οι δικές μου άλυτες ασκήσεις στοιβαγμένες στο γραφείο μου, το πάτωμα και το κρεβάτι μα δε σε ρωτώ τίποτα κυρίως γιατί είσαι ήδη νευριασμένος, σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και αν σου πω οτιδήποτε μπορεί να εκραγείς. Ένα μήλο για 18 ώρες, κι αναρωτιέμαι αν θα σου φτάσει. Από το μυαλό μου πέρασε μόλις ένα progression  που καταγράφει πάνω-κάτω αυτό που είπα με λόγια. Πανικοβάλλομαι γιατί και χτες καθώς μαγείρευα σκεφτόμουν με ποιον τρόπο η μαγειρική μου θα γίνει πιο efficient (αγγλομαθαίνουμε) σύμφωνα με τα διάφορα που είχα παπαγαλίσει για τη βιολογία. Κι είμαι σίγουρη ότι η Μυρτιά στη Χίο τώρα θα έλεγε αγανακτισμένη το γνωστό της "ωχού", και θα τιναζόταν όρθια απ'το θυμό της.

Ο Φρεντ κάθεται στο κρεβάτι φαρδύς πλατύς, ανακατεύει τα περί τριγωνομετρίας με την ουρά του καθώς τεντώνεται και ξεφυσά πάνω στα functions. Αχ και να ήμουν ο Φρεντ! Βέβαια, θα μου υπενθυμίσεις - όπως πάντα σωστά, αν ήμουν ο Φρεντ και δεν ήμουν εγώ τα probabilities δε θα έκαναν το θαύμα. Λοιπόν με ένα probability εμείς, κι εγώ πάω (εφόσον τώρα έφυγες και ακριβώς λόγω αυτού) να τα διαβάσω, να τα μετρήσω, να τα θαυμάσω. Αμέ, είμαστε εδώ!

18.1.11

Λέξεις (A)

Αυτή η κατάσταση που ο καθείς σκέφτεται τον εαυτό του και κανείς τον εαυτό του διπλανού είναι το λιγότερο υπέροχη! Η χρήση της λέξης "υπέροχη" και του θαυμαστικού δείχνουν ενθουσιασμό, παρ'όλ'αυτά τα semantics και τα pragmatics μας υπενθυμίζουν ότι τα φαινόμενα απατούν, καθώς υπάρχει η ειρωνεία από τη μεριά του πομπού που μπορεί να γίνει αντιληπτή από το δέκτη αλλά μπορεί και όχι. Επομένως καταλήγουμε στο ότι με την ειρωνεία συνυπάρχει άρρηκτα η ανθρώπινη βλακεία (που μπορεί να αφορά τόσο τον πομπό όσο και το δέκτη).
Λοιπόν, γαμώτο. Γαμώ το. Γαμώ το πρόβλημα της διαπροσωπικής και επικοινωνίας, τα απρόσωπα (φανερά θανατηφόρα) deadlines, τα statistics, τα probabilities, τα financial math και τα sequences - που, Μαιρού και Δομνίκη, δεν έχω ακόμα αρχίσει. Επίσης γαμώ και τις λέξεις που το νόημα τους δεν αλλάζει ποτέ κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας του πομπού και του δέκτη γιατί απλά δεν έχουν πια νόημα, το χάνουν "στη μετάφραση" (κατά την ταινία της Σοφίας Κόπολα, άσχετου περιεχομένου αλλά ενδεικτικού τίτλου). Και τελικά γαμώ τις λέξεις που αντιπροσωπεύουν συναισθήματα, γιατί οι λέξεις αυτές προσπαθούν να βάλουν σε ορθολογικά καλούπια το ασυγκράτητο, το μη περιγράψιμο, το χωρίς μνήμη και άρα χωρίς επαναληψιμότητα, αίσθημα της απόλυτης πληρότητας που το εκάστοτε συναίσθημα προσφέρει.

17.1.11

Περίπατος

Ο ήλιος βρισκόταν σε τέτοια θέση ώστε η σκιά μου να προπορεύεται (εγώ την κυνηγούσα) ψηλότερη από μένα, κρατώντας όμως την ίδια σακούλα στο χέρι και φορώντας το δικό μου παλτό. Καθώς περπατούσα επί της Ανθέων, από τα κενά διαστήματα μεταξύ των πολυκατοικιών ξεπεταγόταν άτακτα το φως, σαν να το είχαν φυλακισμένο πίσω τους, σα διψασμένο να φτάσει, να αγγίξει.
Και ύστερα έφτασα απέναντι από τη θάλασσα - μας χώριζαν μόνο τα σίδερα μερικών γηπέδων και ορισμένα άσχημα κτίρια. Η θάλασσα, λοιπόν, ήταν κυματώδης, αδέσμευτη, γεμάτη πλοία μεγάλα και μεγαλύτερα. Μα δεν την κοιτούσαν οι άνθρωποι που περνούσαν δίπλα μου: ούτε οι παππούδες με την καμπούρα και τα καφετιά καπέλα, ούτε οι βιαστικοί ποδηλάτες με τα ακουστικά στ'αυτιά. Δεν την πρόσεχαν καν τα δέντρα που χόρευαν ένα χορό παράξενο (κάτι μεταξύ κλασικού μπαλέτου και βαλς), στο τέλος του οποίου έριχναν τα φύλλα τους και γέμιζαν το πεζοδρόμιο.
Στο στενό που βρέθηκα όλα γκρίζα, και το μόνο που διαφοροποιούσε το ένα κτίριο από το άλλο ήταν τα γκράφιτι ή τα συνθήματα που ήταν γραμμένα στους τοίχους του καθενός. Αν και άτεχνα, συχνά πρόκειται για μουντζούρες, μ'αρέσουν τα σχέδια στους τοίχους γιατί φωνάζουν ότι, ναι, εδώ υπάρχει ζωή. Κι η πόλη σαν ένα αεικίνητο γρανάζι γυρνά και μας παρασέρνει, κι έτσι εγώ ολοταχώς πέρασα το στενό και την πόρτα των inspot που πάνω της ήταν ζωγραφισμένο το "the wave" του Hokusai (προφανώς σε μεγέθυνση), και βρέθηκα σε μεγάλο δρόμο, άδειο από αυτοκίνητα και ανθρώπους, γεμάτο από πολυκατοικίες. Και το φόντο, καθώς περπατούσα ακάθεκτη, μία κατάφωτη συστάδα κτιρίων - αυτή που σε λίγο θα περνούσα.
Άλλωστε όλα ήταν το φως. Αυτό το φως η αξία του οποίου δεν είναι χρηστική μονάχα, αλλά και συναισθηματική. Αυτό το φως που λαμπύριζε στην άκρη των κυμάτων, και που έκανε τις πολυκατοικίες χαρούμενες και ομορφότερες απ'ότι συνήθως. Και όλα ήταν επίσης ο ουρανός (κι αυτός κομμάτι του φόντου που όλο και πλησίαζα και που θα έπαυε πια να είναι το φόντο) που ήταν καταγάλανος και, σε αντίθεση με το φως που φαίνεται σε πράγματα μικρά - στο κύμα, το κτίριο, τη σκιά μου που μου γνέφει, αυτός καταλάμβανε τα πάντα!
Μακάρι να ήμουν φωτογράφος για να μπορούσα να απαθανατίσω τις εικόνες. Όχι, μακάρι να ήμουνα ζωγράφος, για να μπορούσα να κρατήσω και τις αισθήσεις. Ή πάλι ας ήμουνα ποιήτρια, να έγραφα ένα ποίημα για το φως, για τον ουρανό και για τη θάλασσα, να κάνω τις αισθήσεις λέξεις και συναισθήματα.

*Κυριακή μεσημέρι, επιστρέφοντας σπίτι. Και το ποστ αφιερωμένο στη Μαιρού μιας και παραθέτω  κι εγώ τώρα urban thoughts, χωρίς βεβαίως να φτάνω την ομορφιά των δικών της σκέψεων και της γραφής της.

15.1.11

Συλλέκτης στιγμών #2

Φορούσες τα μουντά χρώματα που φορούν οι προγραμματιστές ή κάποιοι εξίσου παράξενοι. Αντιπαθείς αυτή τη μπλούζα λόγω της σύνδεσής της με τους τωρινούς σου τόπους, αλλά σου πάει. Φορούσες και τα γυαλιά (σπάνια, πλέον, σε βλέπω με αυτά) και με ταξίδεψες στο μέλλον και στο παρελθόν, ειδικά πίσω στο καλοκαίρι. Ίσως γιατί χαμογελούσες περίπου όπως τότε που πότιζα τα φυτά: τον Βασίλη, την Έλλη, τον Γιάννη και τη Μαρκέλλα, τη Δάφνη, τον Μάκη και τους υπόλοιπους κατοίκους της βεράντας. Όπως τότε που έφτιαχνα τοστ με πατατάκια και που βλέπαμε μια "κουλτουριάρικη" ταινία την οποία είχες βαρεθεί. Καμία σχέση όμως δεν είχε το σημερινό χαμόγελό σου με αυτό που είχες τη νύχτα εκείνη. Τότε ήταν διαφορετικά και μοναδικά, και το συγκεκριμένο "τότε" δεν έχει ξαναϋπάρξει γιατί μάλλον τέτοιες στιγμές τις ζεις μία φορά.

Ακούω "Εδώ Λιλιπούπολη" (περίπου 30 χρόνια μετά το Τρίτο Πρόγραμμα του Χατζιδάκι εγώ δηλώνω φανατική) και θυμάμαι τότε που απαιτούσες να σου πω άμα τα τραγούδια του δίσκου έχουν βαθύτερο νόημα - έτσι μόνο θα σε έπειθα να τα ακούσεις. Και, φυσικά, εγώ δεν έβρισκα κάτι να πω πέρα από τα ήδη ειπωμένα σχόλια περί των πολιτικών μηνυμάτων και της επαναστατικής διάθεσης του δίσκου και του προγράμματος εν γένει. Τα "παιδικά" μου, λοιπόν, τραγούδια δε σε είχαν τότε πείσει, μα σου είχε αρέσει το "τραγούδι της βροχής" των Portishead. Και το ονομάσαμε "της βροχής" γιατί σου θύμισε κι εσένα κι εμένα τη βροχή που πέφτει πάνω στη λαμαρίνα, εσένα εκ πείρας εμένα λόγω λογοτεχνικού ενδιαφέροντος. Και παρότι όταν μας έπιασε πραγματική βροχή εγώ φοβήθηκα, εσύ δεν ήξερες τι να κάνεις και κατεδαφίσαμε έτσι μία ρομαντική σκηνή παρμένη από ταινία, νιώθω ότι η βροχή έχει κάτι από τη μελαγχολία μας τις στιγμές που σκεφτόμαστε και γινόμαστε δυστυχισμένοι.
Γι'αυτό είμαι σίγουρη ότι για εμάς θα βρέξει, όταν βρεθούμε. Και, άκου, τα καλοκαιρινά μπουρίνια είναι τα καλύτερα! Και τότε, i dashur, θα είμαι προετιμασμένη, πάντα χωρίς ομπρέλα, πιο γεμάτη από τότε και καλύτερα από ποτέ.

11.1.11

Do it like Marcel

Dada is anarchic, nihilistic, disruptive. It mocks all established values, traditional notions of good taste, culture symbols and the death agony of materialism. Dada denies itself since "the true Dadaist is against Dada".

Σήμερα κατέβηκα στο φούρνο για να πάρω ψωμί και τυροπιτάκια φορώντας τις φουξ, πουά πιτζάμες μου. Είμαι πεπεισμένη ότι κανείς δεν το κατάλαβε, γιατί τις είχα συνδυάσει εξαιρετικά με το πράσινο κασκόλ, τις μαύρες μπότες και το χοντρό μπουφάν μου.

Περί έρωτος

Ο Ρολάν Μπαρτ δηλώνει ότι "ιστορικά φορέας του λόγου της απουσίας είναι η Γυναίκα".

Μα είναι τελικά "η συνείδηση του θανάτου που μας επιτρέπει να συνεχίσουμε να ελπίζουμε στον έρωτα". Του "θανάτου", σκέφτομαι εγώ, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Σα να εννοούμε, δηλαδή, "της απουσίας".

10.1.11

Linguistics

Πόσο άβολη είναι η λέξη 'βολικός'! Πόσο ενεργητικό είναι το ρήμα 'βαριέμαι'! Ειδικά αν σκεφτεί κανείς πως απλώνονται άμα σχεδιαστούν στο σύστημα αξόνων, το αντιλαμβάνεται εν ριπή οφθαλμού.
Τέτοια σκεπτόμενοι περνούν οι πειραγμένοι τον χρόνο τους. Δηλαδή, αυτοί (και εγώ) είμαστε ο 'κανείς' που προανέφερα. Ο κανένας και όχι ο κάποιος. Όχι une personne, αλλά personne...Η ασάφεια της ελληνικής: κανείς-κανένας, κάποιος. Και ερωτώ, παποία τώρα η σύνδεση με τους αρχαίους 'ημών' πρόγονους μας, φιλοσόφους και γλωσσομαθείς, που το πιθανότερο είναι ότι αν ήξεραν τα χάλια των επίδοξων συνεχιστών τους θα τραβούσαν τα μαλλιά τους απελπισμένα;
Άλλη σκέψη που ταλανίζει (τι ρήμα!) τον πολύβουο εγκέφαλό μου τώρα: une personne λένε η Γάλλοι. Ιδού ο φεμινισμός: το άτομο θηλυκό! Η Μητέρα Φύση, η Γυναίκα που γεννά τα άτομα, τα άτομα που είτε είναι γυναίκες είτε όχι σχετίζονται άρρηκτα με τη Γυναίκα. Θυμάμαι μια δασκάλα γαλλικών στο δημοτικό να μας λέει στο κλιτικό σύστημα κερδίζουν οι γυναίκες γιατί η θηλυκή πτώση υπερισχύει. Όχι ότι οι Ισπανοί πάνε πίσω επί των φεμινιστικών πραγμάτων βεβαίως. Αυτοί λένε el problema, το πρόβλημα αρσενικό, κατ'εξοχήν γνώρισμα του όποιου άντρα. Έτσι μου είπε ο Ρικάρδο να το θυμάμαι για να μην το κάνω ποτέ λάθος, αν και πάντα το ξεχνούσα.
Και οι Αλβανοί, σε μία υπέροχη απόδειξη του εγωισμού της ύπαρξης, διαχωρίζουν το πρώτο πρόσωπο στην κλίση ενός (ομαλού) ρηματος από το δεύτερο και το τρίτο που είναι ίδια μεταξύ τους. Δηλαδή εγώ διαφέρω από εσένα, αλλά εσύ δε διαφέρεις από αυτόν. Ή πάλι, το "εγώ" διαφορετικό του "εσύ", το "εσύ" στα μάτια μου ίδιο με το "αυτός" εφόσον πρόκειται για κάποιον πέρα από μένα.

Υπάρχει και αυτή η ιδιότυπη πλευρά, βεβαίως (και ευτυχώς)...


9.1.11

Amsterdam Notebook

Έχω ένα υπέροχο κόκκινο τετράδιο με κιτρινοασπροπορτοκαλοκόκκινες, μικρές παπαρούνες στο εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο. Είναι έργο του Jacob Marrel το οποίο αγόρασα από το Rijks Museum του Άμστερνταμ, το οποίο είναι εξαιρετικά προσεγμένο και αρκετά πλούσιο, όπως άλλωστε και κάθε μουσείο αυτής της θεσπέσιας πόλης, όπου η ανοχή δεν είναι έννοια αλλά στάση ζωής. Μίας πόλης που δεν έχει γραφεία ψυχιάτρων ανά γωνία, γιατί τις γωνίες καταλαμβάνουν τα (συνοικιακά) coffee shops. Άλλωστε οι κάτοικοι αυτής της πόλης αποφεύγουν τον πρόωρο θάνατο (όπως γλαφυρότατα αναγράφεται με περισσή αισιοδοξία στα πακέτα των τσιγάρων), γιατί κοιτούν τη ζωή υπό ένα πρίσμα που ο νάρκισσος Πιραντέλλο δεν εξέτασε στο ακατανόητό του κείμενο, πιθανώς γιατί ο ίδιος δε φούμαρε ανά τακτά χρονικά διαστήματα.
Όμως το Άμστερνταμ δεν είναι μόνο το χασίσι. Είναι τα λιθόστρωτα σοκάκια, οι εκατομμύρια γέφυρες, τα κανάλια τα οποία διανθίζουν βαρκόσπιτα με μπαλκόνια γεμάτα λουλούδια (ακόμα και τα μικρότερα παράθυρα των "παρακμιακότερων" πολυκατοικιών έχουν περιποιημένες γλάστρες). Είναι αυτό το φως  που μπορεί να μη συγκρίνεται με το ελληνικό (κακά τα ψέματα), αλλά έχει κάτι το μυστήριο. Είναι οι ανεμόμυλοι και τα λιβάδια με τις παπαρούνες που βρίσκονται σχεδόν δίπλα στην κυρίως πόλη. Είναι, επίσης, ο πολιτισμός των ανθρώπων που έχουν μάθει να βγάζουν τα σκουπίδια τους δύο φορές την εβδομάδα σε προκαθορισμένες ώρες, συνήθεια που άμα δεν τηρήσουν πληρώνουν πρόστιμο. Είναι οι τρομαχτικά οργανωμένες συγκοινωνίες τους, με τα τρένα και τα λεωφορεία για μακρινούς προορισμούς, με τα τραμ και τα μετρώ για τους κοντινούς και με την αγένεια των ποδηλατών που θεωρούν τους εαυτούς τους παντοκράτορες του τόπου. Είναι τα μουσεία της (το Rijks καλή ώρα ή το Van Gogh που με έκανε να αγαπήσω τον Vincent) και είναι η αταξία και η γαλήνη που συνυπάρχουν αρμονικά και ταυτόχρονα.

Και, προσδίδοντας κυκλικότητα σ'αυτό το ποστ που τόσο μου θυμίζει καλοκαίρι (ειδικά αυτήν την υπέροχη βδομάδα που ακολούθησε του ταξιδιού στο Άμστερνταμ που ήταν, φυσικά, καταπληκτικό  αλλά ήθελα να τελειώσει ανυπομονώντας για "τα καλύτερα" που έπονταν, και τα οποία όντως κατέληξαν να είναι από τα καλυτερότερα κομμάτια της ζωής μου), θα πω μόνο το εξής: αυτό το κόκκινο τετράδιο με τις κιτρινοασπροπορτοκαλοκόκκινες, μικρές παπαρούνες έχει πλέον γίνει το αγαπημένο μου.

Μπαμ και μπουμ οι κουμπουριές

Πάντα την τελευταία στιγμή αγχώνομαι. Νευραλγία, λοιπόν, το σύμπτωμα και διάβασμα η αιτία. Εν πάση περιπτώσει, δεν πτοούμεθα παρότι ο Πιραντέλλο είναι ακατανόητος σε βαθμό ναρκισσισμού, και για να αναλύσεις τι είχε στο μυαλό του γράφοντας το κείμενο που σχολιάζουμε πρέπει να μπεις σε κατάσταση trance για ευνόητους λόγους. Ίσως να βοηθούσαν οι Massive Attack, αλλά γαμώτο η χρονομέτρηση θέτει τους δικούς της όρους στη δημιουργική διαδικασία και δεν αφήνει τον εκάστοτε σχολιαστή να αυτενεργήσει.
Γκρινιάζω κι εγώ, σωστά θα μου πείτε, που έχω βάλει τα πράγματα σε ρέγουλα και που - αν μη τι άλλο - δεν είχα παρά ελάχιστα να κάνω κατά τη διάρκεια των διακοπών. Είναι γοητευτική η εγωιστική ικανοποίηση που προσφέρει η γκρίνια. Ενδίδω.

Η Μποφίλιου "χάν[ει] το μέτρημα", μα εγώ ξέρω να μετρώ απταίστως μέχρι το 10 και είμαι ιδιαιτέρως ενθουσιασμένη γιατί πίστευα ότι η γλωσσομάθεια με είχε εγκαταλείψει. Ξέρω να σου εκφράζω την αγάπη μου και να σου λέω "καληνύχτα και όνειρα γλυκά", αν και ο ύπνος δεν είναι το αγαπημένο σου σπορ τελευταία. Ευτυχώς επιμένεις πεισματικά να μιμείσαι τον Χανς, ακόμα και χωρίς τον καφέ που δε σ'αρέσει μα που θα φτιάχνεις μόνο για μένα τα Κυριακάτικα πρωινά.
Έτσι (μέσω Χανς) ξέρω ότι είσαι ακόμα αλώβητος κι ότι δε σε πτόησε η συνειδητοποίηση του "πανεπιστημίου". Το σκέφτηκα σήμερα που το ανέφερε η Μαιρού: καθώς μιλούσες για την ξαφνική συνειδητοποίησή σου σκεφτόμουν ότι ήταν σαν το "παράλογο" του Καμύ αυτή η αυτογνωσία που σε χτύπησε αίφνης και αιφνίδια, παρότι ήταν άσχετη θεματικά με το θάνατο. Ίσως να μην ξέρεις καν τι εστί παράλογο ή και να μη σε ενδιαφέρει, αν και μάλλον θα έπρεπε. Μπορεί πάλι και όχι.

Έφαγα ένα πολύ ιδιότυπο τοστ, χωρίς πατατάκια, συζητώντας τη "Μενεξεδένια Πολιτεία", που αν παλιότερα έλεγα ότι είναι ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία διστακτικά, τώρα πια είμαι σίγουρη ότι είναι. Δε μπορώ όμως, ακόμα, να προσδιορίσω το γιατί μ'αρέσει τόσο. Περιμένω την αγαπημένη Γκ. να με διαφωτίσει και μέχρι τότε θυμάμαι τα αεροπορικά ταξίδια Άμστερνταμ-Ζυρίχη και Ζυρίχη-Θεσσαλονίκη, κατά τη διάρκεια των οποίων το ολοκλήρωσα με μια ανάσα, γέλασα και έκλαψα.

Ήθελα να γράψω κάτι σχετικά με κάτι το οποίο μου διαφεύγει. Νομίζω η σκέψη μου ήρθε κατά τη διάρκεια της πρόβας και πάσχισα να τη συγκρατήσω, αλλά δεν τα κατάφερα. Όταν το θυμηθώ θα σας ενημερώσω το δίχως άλλο. Καλή σας νύχτα!

6.1.11

Ηθοποιός

Στο οπισθόφυλλο του 'Crave' παρατίθεται μία δήλωσή της Sarah Kane που μου έκανε εντύπωση (και  αναπόφευκτα μου έφερε στο νου τη Μαιρού!). Λέει η Sarah το 1998: "Το θέατρο δεν έχει μνήμη κάτι που το καθιστά την πιο υπαρξιακή τέχνη".

Και, νωρίτερα, ο Δημήτρης Χορν δηλώνει ότι "ηθοποιός ό,τι κι αν πεις / είναι καημός πολύ πικρός / και στεναγμός πολύ βαθύς" και γράφει ότι "θέατρο κάνουμε για την ψυχή μας".

Γι'αυτή την τέχνη, που ξεπερνά όλες τις άλλες.

Ακτίς Αελίου στο Καφωδείο

"Μύθοι του Θερμαϊκού - Χτυποκάρδια στο κρανίο" τιτλοφορείται η παράσταση της Ακτίς Αελίου, που παρουσιάζεται κάθε Τετάρτη στη σκηνή του Καφωδείου στα πλαίσια του εορτασμού των 10 χρόνων της ομάδας που - πλέον - επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού (ω, ναι, σοβαρά!) και είναι κατ'εμέ, που ως ένα βαθμό ευλογώ τα γένια μου, μία από τις ελάχιστες σοβαρές και παραγωγικές θεατρικές ομάδες της Θεσσαλονίκης. Ιδού το site τους, το οποίο μπορείτε να επισκεφτείτε για να ενημερωθείτε για τη δουλειά τους.
Και το θέμα είναι ακριβώς αυτό: η Θεσσαλονίκη, γι'αυτό άλλωστε και ο συγκεκριμένος τίτλος. Δεν πρόκειται για θεατρική παράσταση υπό την κλασική έννοια, αλλά για ένα γενικότερο μουσικοθεατρικό θέαμα. Από μουσική άλλο τίποτα, το δηλώνουν και στο πρώτο τους τραγούδι "δε μιλάμε, τραγουδάμε...", αν και οι διάλογοι που ακούγονται είναι ξεκαρδιστικοί - μάλλον όχι λόγω του κειμένου αλλά της εκφοράς του, εξαιρετικής και γεμάτης χιούμορ. Μιλώντας περί κειμένου, υπάρχει μεν (μάλιστα πρόκειται για επιλογή κειμένων συγκεκριμένου συγγραφέα που συνθέτουν την παράσταση), αλλά συχνά θυσιάζεται για χάριν του αυτοσχεδιασμού, που δίνει στην παράσταση στίγμα ξεχωριστό. Αυτό που κάνει την παράσταση ακόμα καλύτερη είναι ότι οι ηθοποιοί καταφέρνουν να μεταδώσουν ένα κλίμα εξαιρετικό και φιλικό, πιάνοντας ο ένας την πάσα του άλλου. Ενδεικτικό: έχω πάει (ήδη) δύο φορές και καμία το αποτέλεσμα ποτέ δεν ήταν ίδιο γιατί όλο και κάτι προσέθεταν ή αφαιρούσαν, όλο και κάποια λόγια ξεχάστηκαν και στη θέση τους ειπώθηκαν άλλα.



Η μουσική όμως είναι το δυνατό χαρτί της παράστασης, πράγμα που συμβαίνει λόγω της ιδιαιτερότητάς της: κινείται μεταξύ ροκ, 'έντεχνου' και λαϊκού (η κατηγοριοποίηση που κάνω ίσως να καταστρέφει τα τραγούδια, πολλά από τα οποία αποκλίνουν από τις ταμπέλες μου). Από ισπανοεβραϊκά μέχρι Μαρινέλλα, ποντιακά και κυπριακά, θα ακούσετε τα πάντα και σε εξαιρετικές διασκευές. Η παράσταση ακροβατεί μεταξύ σοβαρού κι αστείου, χωρίς υπερβολές - ή μάλλον ακριβώς με την ποσότητα υπερβολής που προκαλεί γέλιο χωρίς να γίνεται γελοία.
Θωμάς Βελισσάρης σκηνοθετεί, παίζει, τραγουδά και κλέβει την παράσταση με την καταπληκτική φωνή του (αχ, Θωμά Θωμά!), φοράει "ρέιμπαν γυαλία" και πηγαίνει για "καϊφέδες" με τη Θεανώ Αμοιρίδου που ως επί το πλείστον εξιστορεί τη ζωή της Μαρινέλλας. Μαρίνα Γκούμλα και Δέσποινα Καλπενίδου επίσης παίζουν και τραγουδούν και Γρηγόρης Παπαδόπουλος, Γιώργος Κολοβός και Γιάννης Μόμτσιος βρίσκονται στα όργανα, την ενορχήστρωση και το τραγούδι - παρά το ότι και αυτοί είναι εξαιρετικοί ηθοποιοί!

Αυτήν την παράσταση τη λάτρεψα, όχι γιατί έπαιζαν άνθρωποι που ξέρω και αγαπώ, αλλά μάλλον για το θέμα της. Μιλά για τη Θεσσαλονίκη που εντός ολίγου θα αποχωριστώ, που τελικά θα μου λείψει και με την οποία είμαι περισσότερο δεμένη απ'ότι νόμιζα. Και κατέληξα, εχθές, στο ότι έχω  πατρίδα (ιδέα την οποία απέρριπτα παλιά), μα αυτή η πατρίδα δεν είναι η Ελλάδα αλλά η Θεσσαλονίκη συγκεκριμένα, ειδικά και ολοκληρωμένα.
Η Θεσσαλονίκη που κανείς δεν αγαπά αλλά όλοι λατρεύουν, που σε διώχνει αλλά σε τραβάει πίσω, που την ξέρεις αλλά ποτέ δεν τη γνωρίζεις...

5.1.11

Συλλέκτης στιγμών #1

Συνάντησα μετά από καιρό το κρεβάτι σου και το παράθυρό σου που ακόμα κοιτά παρανοϊκά απαράλλαχτα το απέναντι γκρίζο κτίριο, στο οποίο όμως δεν παρατήρησα καμία αλλαγή. Είδα και τη συρταριέρα και φευγαλέα το ποδήλατό σου. Συνειδητοποίησα (φρικαλέα συνειδητοποίησις ετούτη) ότι τόσες μέρες όλα αυτά μου είχαν λείψει. Γνώρισα και το μπάνιο σου κι η συμπάθεια ήταν αμοιβαία.
Και για όλα ευχαριστώ φυσικά τη Μαντλέν, τη δική μας, κι ας τη λέει η διάνοια 'noob'.

Η τάπα έπιασε τόπο και χάρηκες, χάρηκα κι εγώ. Χάρηκα και μόνο που σε είδα τόσο χαρούμενο, τόσο κατατοπισμένο και άνετο, με την αυτοπεποίθηση του βετεράνου. Χάρηκα και μόνο που μπήκε η λαχανί παπλωματοθήκη που τόσο αγαπώ στο πάπλωμά σου και που με χαρά ανακοίνωσες ότι πρώτη φορά το καταφέρνεις τόσο γρήγορα και χωρίς να ρίξεις μπινελίκια. Χάρηκα και μόνο που μου είπες "επιτέλους ήρθα σπίτι", που άρχισες αμέσως να ταχτοποιείς με συστηματικότητα, μα όχι βαριεστημένα, τα πράγματά σου. Χάρηκα κυρίως γιατί έπινες χυμό με ρόδι και φρούτα του δάσους αγορασμένο από το συνοικιακό μαγαζί όπου μπορούσες να πας με το ποδήλατό σου, παρότι δεν το έκανες λόγω του κρύου. (Τι κρύο δηλαδή, wannabe ήταν. Το αληθινό κρύο στη Θεσσαλονίκη κι εκεί που βρίσκεσαι εσύ ο καύσων-του καύσωνος)
'Η μάλλον όχι. Ξέρεις για ποιο πράμα χάρηκα περισσότερο από όλα; Χάρηκα γιατί ήσουν - το ήθελες καιρό και εν τέλει τα κατάφερες - ο κλόουν μέσα στη μπανιέρα, και το μυαλό σου ήταν γεμάτο από το υπέροχο τίποτα: "ύπαρξη και ανυπαρξία, δημιουργία και χαλασμός".


Και - ας ακουστεί παράξενο - νιώθω ασφάλεια και όχι λύπη επιστρέφοντας στην παλιά μου ασχολία: να υπολογίζω τις ώρες που μας χωρίζουν, να  ψάχνω την τομή εκείνη που η σύμπτωση θα νικήσει το ασύμπτωτο της (γεωγραφικής και χρονικής) διαφοράς μας. Ίσως - ποτέ δεν ξέρεις - να τη βρω. Έχω στη διάθεσή μου πέντε μήνες.

3.1.11

Flutur

Οι Αλβανοί λένε τις πεταλούδες 'flutura'. Και σας ρωτώ: υπάρχει ομορφότερη λέξη, και μάλιστα περισσότερο αντιπροσωπευτική της φύσης της πεταλούδας αυτής καθεαυτής; Το μουσικό 'fl' της δίνει μελωδική φωνή και το αλβανικό 'r', που θυμίζει τον παφλασμό ενός κύματος του ποταμού της Βοβούσας ένα καλοκαιρινό πρωί (και είναι ελαφρύτερο από το ελληνικό 'ρ', το οποίο όσο να πεις ρέει λίγο πιο απατητικά και βάρβαρα), την αφήνει να τσουλίσει στο χωροχρόνο.Υπάρχει, λοιπόν, λέξη πιο αέρινη, πιο γάργαρη;  Υπάρχει λέξη πιο γαλάζια και πιο ροζ; Κι υπάρχει λέξη που όταν προφέρεται καταφέρνει να πετάει, σκορπίζοντας χρυσόσκονη στα πέριξ, όπως τούτη 'δω;

Να είναι λοιπόν το 2011 flutur, τόσο παραμυθικό κι ακόμα παραπάνω, βγαλμένο από όνειρο ή από την πιο τρελή φαντασία! Καλή μας Χρονιά!