15.6.11

Grand Finale

Το ρολόι σήμανε μεσάνυχτα, η ώρα πέρασε, οι δείκτες κινήθηκαν, προχώρησαν, προσπέρασαν, πήγε μία και μισή. Kάθισα στο μπαλκόνι. Συνέχισε ο χρόνος να κυλάει, τόσο βασανιστικά αργά, σχεδόν θανατηφόρα. Κοιτούσα ανά ένα λεπτό την ώρα, σκέτη κοροϊδία, αγωνία, ένα στάδιο πριν τον πανικό. Με εκνεύριζαν τα πάντα, κυρίως εγώ. Μέτρησα τα ταξί και τα αυτοκίνητα που περνούσαν από την Εγνατία μετά τις δύο το βράδυ. Πολλά ταξί. Αυτοκίνητα κυρίως μαύρα, κόκκινα και άσπρα (μα ίσως τα χρώματα να φαίνονταν τέτοια λόγω του σκοταδιού και να ήταν διαφορετικά, ποιος ξέρει). Ένα από τα μενεξεδένια φώτα τρεμόπαιζε και τάραζε τα αντανακλαστικά μου. Ήλπιζα ότι μετά το φωτορυθμικό θα γινότανε το θαύμα. Μπαρμπούτσαλα. Ένα αυτοκίνητο σταμάτησε μα πάνω εκεί που πήγε να ξεκινήσει η παράκρουση κατάλαβα ότι, γαμώτο, αρχίδια. Και τότε ενεργοποιήθηκε η Μάρθα Βούρτση που κρύβω μέσα μου και, κλαίουσα, άρχισα να σκέφτομαι ότι συνέβησαν τα δεινά του κόσμου όλου, οι εφτά πληγές του Φαραώ, η κατάρα του κακού ματιού που χτύπησε σαν κεραυνός αεροπλάνα και βαπόρια, οι καταστροφικές συνέπειες του αγνοείν προλήψεις και γούρια. Merde. Και τότε σταμάτησε άλλο αυτοκίνητο, το σωστό αυτή τη φορά. Και κατέβηκε κι έτρεχε. Και μου κοπήκανε τα πόδια. Και χτύπησε το θυροτηλέφωνο (ανοησία, δε χρειαζόταν). Και όλα ομορφύνανε ever since.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου