17.1.11

Περίπατος

Ο ήλιος βρισκόταν σε τέτοια θέση ώστε η σκιά μου να προπορεύεται (εγώ την κυνηγούσα) ψηλότερη από μένα, κρατώντας όμως την ίδια σακούλα στο χέρι και φορώντας το δικό μου παλτό. Καθώς περπατούσα επί της Ανθέων, από τα κενά διαστήματα μεταξύ των πολυκατοικιών ξεπεταγόταν άτακτα το φως, σαν να το είχαν φυλακισμένο πίσω τους, σα διψασμένο να φτάσει, να αγγίξει.
Και ύστερα έφτασα απέναντι από τη θάλασσα - μας χώριζαν μόνο τα σίδερα μερικών γηπέδων και ορισμένα άσχημα κτίρια. Η θάλασσα, λοιπόν, ήταν κυματώδης, αδέσμευτη, γεμάτη πλοία μεγάλα και μεγαλύτερα. Μα δεν την κοιτούσαν οι άνθρωποι που περνούσαν δίπλα μου: ούτε οι παππούδες με την καμπούρα και τα καφετιά καπέλα, ούτε οι βιαστικοί ποδηλάτες με τα ακουστικά στ'αυτιά. Δεν την πρόσεχαν καν τα δέντρα που χόρευαν ένα χορό παράξενο (κάτι μεταξύ κλασικού μπαλέτου και βαλς), στο τέλος του οποίου έριχναν τα φύλλα τους και γέμιζαν το πεζοδρόμιο.
Στο στενό που βρέθηκα όλα γκρίζα, και το μόνο που διαφοροποιούσε το ένα κτίριο από το άλλο ήταν τα γκράφιτι ή τα συνθήματα που ήταν γραμμένα στους τοίχους του καθενός. Αν και άτεχνα, συχνά πρόκειται για μουντζούρες, μ'αρέσουν τα σχέδια στους τοίχους γιατί φωνάζουν ότι, ναι, εδώ υπάρχει ζωή. Κι η πόλη σαν ένα αεικίνητο γρανάζι γυρνά και μας παρασέρνει, κι έτσι εγώ ολοταχώς πέρασα το στενό και την πόρτα των inspot που πάνω της ήταν ζωγραφισμένο το "the wave" του Hokusai (προφανώς σε μεγέθυνση), και βρέθηκα σε μεγάλο δρόμο, άδειο από αυτοκίνητα και ανθρώπους, γεμάτο από πολυκατοικίες. Και το φόντο, καθώς περπατούσα ακάθεκτη, μία κατάφωτη συστάδα κτιρίων - αυτή που σε λίγο θα περνούσα.
Άλλωστε όλα ήταν το φως. Αυτό το φως η αξία του οποίου δεν είναι χρηστική μονάχα, αλλά και συναισθηματική. Αυτό το φως που λαμπύριζε στην άκρη των κυμάτων, και που έκανε τις πολυκατοικίες χαρούμενες και ομορφότερες απ'ότι συνήθως. Και όλα ήταν επίσης ο ουρανός (κι αυτός κομμάτι του φόντου που όλο και πλησίαζα και που θα έπαυε πια να είναι το φόντο) που ήταν καταγάλανος και, σε αντίθεση με το φως που φαίνεται σε πράγματα μικρά - στο κύμα, το κτίριο, τη σκιά μου που μου γνέφει, αυτός καταλάμβανε τα πάντα!
Μακάρι να ήμουν φωτογράφος για να μπορούσα να απαθανατίσω τις εικόνες. Όχι, μακάρι να ήμουνα ζωγράφος, για να μπορούσα να κρατήσω και τις αισθήσεις. Ή πάλι ας ήμουνα ποιήτρια, να έγραφα ένα ποίημα για το φως, για τον ουρανό και για τη θάλασσα, να κάνω τις αισθήσεις λέξεις και συναισθήματα.

*Κυριακή μεσημέρι, επιστρέφοντας σπίτι. Και το ποστ αφιερωμένο στη Μαιρού μιας και παραθέτω  κι εγώ τώρα urban thoughts, χωρίς βεβαίως να φτάνω την ομορφιά των δικών της σκέψεων και της γραφής της.

4 σχόλια:

  1. ποιήτρια ΕΙΣΑΙ Φαιδρού μου,πίστεψέ το!Αγάπησα τη Θεσσαλονίκη σήμερα...
    :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ευχαριστώ, Μυρτού :) Μακάρι του χρόνου να την περπατάς (κι) εσύ!!! Και νωρίτερα, τώρα, πάντα, είσαι ευπρόσδεκτη!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. φεφέ μου, σ'ευχαριστώ... όπως τα λέει η μυρτώ, ποιήτρια είσαι. δεν χορταίνω να σε διαβάζω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή