26.12.11

Sweet Home

Το σπίτι σκοτεινό, μόνο τα λαμπάκια του Χριστουγεννιάτικου δέντρου αναβοσβήνουν. Περισσότερο από οτιδήποτε είχα πεθυμήσει τη νωθρότητα, τη Χριστουγεννιάτικη νωθρότητα.
Τρεις μήνες δημιουργικής ανησυχίας, κι η επιστροφή στα γνώριμα είναι γλυκιά σα μελομακάρονο.

12.11.11

Φωτογραφίες

Έρχεται κόσμος και -θες η συστολή, η ανάγκη να κρατήσω το προσωπικό δικό μου και με κανέναν να μην το μοιραστώ ή η σκέψη του πόσο άβολα θα ένιωθα εγώ φιλοξενούμενη σε χώρο γεμάτο στιγμές ξένες τρυφερές- κατέβασα από τον τοίχο μία μία τις φωτογραφίες μας. Με προσοχή τις τοποθέτησα ανάμεσα σε χαρτιά, τις καλόθεκα στο μέρος των σημαντικών εγγράφων και τώρα ο τοίχος είναι κενός, κίτρινος, τοίχος νοσοκομείου, με τα σημάδια του blu tack φρέσκα. Έφυγαν τα πράσινα πάρκα, εξαφανίστηκαν τα κόκκινα μπλουζάκια, χάθηκαν οι ωκεανοί κι ο τοίχος σκοτείνιασε (πρώτη φορά μου φαίνεται τόσο σκοτεινός, τόσο αγριεμένος).
Μόνο τα δέντρα κράτησα, εμάς. Εκείνα τα δέντρα που λουσμένα στο ηλιοβασίλεμα αγναντεύουν ολημερίς κι ολονυχτίς τη θάλασσα που έρχεται και φεύγει, το χορτάρι που μεγαλώνει, την πόλη που φωτίζεται, μικρά φωτάκια εκατομμύρια! Όμως κοιτώ τη φωτογραφία και μου μοιάζει γεμάτη σιωπή. Πουθενά δε φαίνονται οι παφλασμοί και τα γαβγίσματα, οι ομιλίες και τα κορναρίσματα που ακούγαμε όταν την τράβηξα. Δεν απαθανατίστηκε ο θερινός πανζουρλισμός της πόλης (της πόλης μας άραγε;) παρά μόνο η όαση, φαινομενικά μακριά από τα πάντα και πρακτικά τόσο κοντά: δύο δέντρα ξέχωρα από τον κόσμο και κομμάτι του.
Κι έτσι έχω κάτι ακόμα στον τοίχο (σε κοινή θέα αλλά πιο καλά κρυμμένο απ'τα κρυμμένα) για να αναπολώ. Χαμογελάω λοξά, ακούω το "τραγούδι της βροχής" κι ας μη βρέχει και περιμένω.

31.10.11

Between the senses

Μιλάμε, μιλάμε και λέμε για χώρους και τόπους, για θάλασσες κι ωκεανούς, για ήλιους και φεγγάρια.
Τις περισσότερες φορές λέμε το παρελθόν.
Και το παρόν λέμε. Μα εκείνες τις στιγμές ίσως εννοούμε (όχι, δε συνεννοούμαστε αλλά ομαδικώς υπονοούμε) το μέλλον. Σαν να κρύβεται πίσω από τις λέξεις μια ελπίδα, μια υπόσχεση. Ίσως γιατί μόνο το παρελθόν μας ενώνει πια κουτσά-στραβά. Ενώνει εμάς, τα κομμάτια (τα ξέχωρα, που λέει τρόπον τινά ο Σεφέρης) αυτού που είμαστε. Μα εκτός απ'το παρελθόν μας ενώνει και το μέλλον, αυτό που κρύβεται πίσω από τις λέξεις μας και τα λεγόμενά μας.

Κι εγώ εδώ δε γράφω παρά ό,τι αγαπώ, ό,τι ερωτεύομαι, ό,τι ταξιδεύω κι ότι ταξιδεύω.

Εργασία στα σκαριά, λίγο πριν τη στείλω κάνω λογοπαίγνια με τους κωδικούς και τα σημαινόμενα, το PLIN γίνεται ΠΛΗΝ και ω, ιδού η χαρά της ύπαρξής μου. Τι ασυναρτησίες. Τι ασυνάρτητη εργασία.
Να, ερώτησις: σε τι κατηγορία ανήκει αυτό το ρήμα; Απαντώ κι ύστερα στο μυαλό μου έρχεται το ρήμα ταξιδεύω κι ας μη ρωτά η άσκηση γι'αυτό. Λοιπόν, το ταξίδι ανήκει σε μια κατηγορία μοναχική. Χωρίς τέλος, με αρχή θολή. Χωρίς προσδοκίες - άμα προσμένεις ξεχνάς να ταξιδεύεις. Έτσι λέω.
Και μετά αυτοαναιρούμαι. Εξαιρούμαι, κολλάω στην κίνηση.


23.10.11

Έχω γυμνώσει το παράλογο

Λοιπόν ο παραλογισμός                                                                                          
είναι η γυμνότερη
καθώς σκιρτάει είναι η γυμνότερη
καρδιά του πόνου --
                              ο αστερόλιθος που ανάφερα.


Τάκης Σινόπουλος

9.10.11

Oh, Sarah

Γράφοντας τον τίτλο, σκέφτηκα πόσο φοβερό είναι να κρύβει το όνομά σου έναν αναστεναγμό. Σάρα. Μας μάθανε ότι δεν υπάρχει καθαρό 'α' στα εγγλέζικα, κι έτσι είναι η προφορά της τελευταίας συλλαβής του Sarah σαν ήπιος αναστεναγμός και σαν κρυμμένο ντέρτι.
Πρώτη παράσταση, λοιπόν, στο Λονδίνο (εξαιρώντας την κωμωδία της Τρίτης) ήταν το Phaedra's Love της Sarah Kane, σε μια υπόγα που τόσο μακριά φαινόταν και τόσο κοντά ήταν στα μέρη μου, underground και overground. Πήγαμε νωρίτερα, ήπιαμε το τσάι μας, καθίσαμε κατά βούλησιν πρώτη σειρά, και είχαμε ήδη το θέαμα στο πιάτο, ηθοποιός επί σκηνής και black box theatre, οι θεατές εν δράσει. Αχ, Μανίτ, αν μας άκουγες σίγουρα θα ήσουν περήφανος για την κριτική που, σε χρόνο μηδέν, ξεκινήσαμε να γράφουμε στο μυαλό μας. Βέβαια εσύ, ως γνωστόν, κατατάσσεις τη Σάρα (και τη Μάρα) στην κατηγορία "το κακό συναπάντημα", οπότε δε θα ήθελες να μας ακούς. Αναμνήσεις, πόσες αναμνήσεις!
Ωραία στημένο έργο, κι ας είδαμε τη βια σε κάθε της μορφή. Μετά ήπιαμε μια μπύρα στο αγαπημένο πλέον 'στέκι' για να μας φύγει η ένταση, και γυρίσαμε σπίτι. Και τώρα μόλις θυμήθηκα μία φράση της παράστασης που, κουφό μεν, αλλά μου έμεινε αυτούσια. Είπε ο Ιππόλυτος στον Ιερέα που τον επισκέφτηκε ότι, εφόσον ο Ιερέας αγαπά τον Θεό, έχει τον χειρότερο εραστή, έναν που όχι μόνο πιστεύει ότι είναι τέλειος αλλά και είναι.

5.10.11

Λαϊκή σοφία

Αυτό που αγαπώ μέχρι στιγμής περισσότερο απ'όλα σε τούτο το μέρος, είναι η λαϊκή δίπλα στην εστία. Chapel Market, το μέρος όπου μπορείς να βρεις τα πάντα. Χτες, λοιπόν, πήγα μετά το μάθημα να αγοράσω τυριά. Και πιάνω κουβέντα με τον άνθρωπο στον οποίο ανήκε η τέντα, ο πάγκος και τα νοστιμότατα εδέσματα, Τούρκος στην καταγωγή, μεγάλος στην ηλικία. Με ρώτησε από που είμαι, παραξενεύτηκε που το επίθετό μου δεν τελειώνει σε -όγλου ή -όπουλος, γιατί όλοι οι Έλληνες συμφοιτητές του είχαν ονόματα με τέτοιες καταλήξεις. Εφκαρίστο μου είπε, όλο χαρά, τεσεκιουρ εντερέμ του απάντησα.  Αφού με μάλωσε γιατί δεν ήξερα αν το τυρί που μου έδωσε να δοκιμάσω ήταν αγελαδινό ή πρόβιο ("what kind of Greek are you?"), μου είπε ότι καλά έκανα που έφυγα, γιατί τα πράματα θα καλυτερεύσουν και τουλάχιστον θα έχω ένα πτυχίο. Μακάρι, λέω κι εγώ, τι να πω. Και η συζήτησή μας κατέληξε ως εξής: έσκυψε πάνω απ'τον πάγκο (μη και μας ακούσει κανένας, περαστικός ή πωλητής) και είπε: μα καλά, τόσα εκατομμύρια είστε στην Ελλάδα, δε μπορούσατε να βρείτε κανέναν πιο έξυπνο για πρωθυπουργό; Γέλασα. Αμ δε!

Και ιδού μια σελίδα που πρόσφατα ανακάλυψα και τακτικά τσεκάρω: http://pitsirikos.net/

Απόφθεγμα του χτες

Ακριβέστερα, του προχτές.

"Ο χειρότερος πόνος είναι ο βουβός πόνος".


Bang bang, she shot me down.

Σήμερα θα γράψω τα πάντα. Οτιδήποτε σκεφτόμουν όλον ετούτο τον καιρό ότι θα γράψω

Σήμερα η μέρα είναι επετειακή: δύο βδομάδες σε τόπους ξένους. Ξένους, μα που τη νύχτα φαίνονται οικείοι. Οικείοι τη νύχτα, παρότι τη μέρα δεν ανήκουν σε κανέναν. Τριγυρνώ στους δρόμους και τα μικρότερα σοκάκια, προσπαθώ να ανακαλύψω τον τόπο μου, να οριοθετήσω το χώρο μου. Πόσο δύσκολο είναι να ανακαλύψεις τον τόπο που φαινομενικά σου ανήκει και θα σου ανήκει για καιρό ακόμα! Δε μπορείς να βγεις με τη φωτογραφική μηχανή στο χέρι απαθανατίζοντας τοπία. Τα τοπία είναι ο χώρος σου. Μα, μη φανταστείτε, δεν έχω ανακαλύψει πολλά. Έχω κάνει όμως. Βήματα. Ορισμένες στιγμές νιώθω μοναξιά, μόνη σ'ένα μέρος τόσο μεγάλο, σ'έναν αυθύπαρκτο κόσμο. Πόσο δύσκολο είναι να γίνεις κομμάτι ενός αυθύπαρκτου κόσμου! Και πόσο δυσκολότερο ακόμα όταν ξέρεις ότι είναι ο κόσμος σου και θα είναι για καιρό ακόμα. Ευτυχώς υπάρχει κι αυτό, "δε θα σ'αφήσω να νιώσεις ποτέ μόνη σου", η σανίδα σωτηρίας στα δύσκολα.

Σήμερα ήταν η πρώτη συννεφιασμένη εξ ολοκλήρου μέρα. Και έχω την εντύπωση ότι τα κτίρια εδώ δείχνουν τόσο ομορφότερα όταν έχει συννεφιά!

21.9.11

Γάτα εξ ουρανού

Μια γάτα, στρουμπουλή και παρδαλή, στα χρώματα του φθινοπώρου, πήδηξε από ένα δέντρο στη διασταύρωση των οδών Ανατολικής Θράκης και Τενέδου και βρέθηκε πάνω στο κεφάλι μου. Με αξιοθαύμαστη ισορροπία στάθηκε όρθια για ένα δευτερόλεπτο, ύστερα μ'ένα σάλτο προσγειώθηκε στο έδαφος και έγινε καπνός με ελαφρά πηδηματάκια.
Η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι με πέτυχε στο δόξα πατρί κάποιο κούτσουρο. Η δεύτερη ότι ο ουρανός έπεσε στο κεφάλι μου. Μετά είδα το τρισκατάρατο ον να απομακρύνεται και κατάλαβα ότι οι θεωρίες μου και οι φόβοι των Γαλατών δεν έστεκαν. Κι αν νομίζετε ότι σας κοροϊδεύω και περιγράφω καμιά σκηνή από ταινία του Γούντι Άλεν, σπεύδω να σας διαψεύσω: πρόκειται για την καθημερινότητά μου που, τελευταία, είναι επεισοδιακότερη από ταινία και άκρως γουντιαλενική.
Κι έτσι, χάρη στη γάτα εξ ουρανού, μία μέρα σκέτο χάλι, μαύρη κι άραχνη απ'την κορφή ως τα νύχια, πήρε λίγο χρώμα. Κι έτσι σας λέγω καλό φθινόπωρο.

17.9.11

Da magic

Ο Vygotsky επισημαίνει ότι: "η σκέψη μοιάζει με ένα σύννεφο που βρέχει λέξεις" καθώς και ότι "η λέξη δεν είναι απλά ένα σύμβολο για μια έννοια, αλλά μάλλον μια παράσταση, μια εικόνα, ένα νοητικό ιχνογράφημα μιας έννοιας, ένας μικρός μύθος γύρω από την έννοια, ένα μικρό έργο τέχνης".
Το πιο μαγικό (όπως επισημαίνει ο Χρηστίδης στη μελέτη του) είναι ότι ο Vygotsky μιλά για τη γλώσσα μεταφορικά, χρησιμοποιώντας δηλαδή έναν από τους κατ'ουσίαν δικούς της τρόπους για να την περιγράψει. Λένε οι παλιοί ότι "η μεταφορά είναι αυτό που ενώνει τη γλώσσα με το μύθο", γι'αυτό κι η γλώσσα (γεμάτη μεταφορές, τόσο γεμάτη που δεν τις διακρίνουμε στον καθημερινό μας λόγο) είναι μια "ξεχασμένη μυθολογία".
Τελικά, κατά τον Heidegger, "η ποίηση δεν είναι απλά και μόνο ένας ανώτερος 'τρόπος'...της καθημερινής γλώσσας. Συμβαίνει μάλλον το αντίθετο: η καθημερινή γλώσσα είναι ένα ξεχασμένο και, επομένως, εξαντλημένο ποίημα".

29.8.11

as small as a world and as large as alone

Αγαπώ τον E.E.Cummings. Κι όσο περισσότερα ποιήματά του διαβάζω, τόσο περισσότερο τον αγαπώ. Κι ας μην καταλαβαίνω (παρά ελάχιστες φορές) τι εννοεί. Κι είναι κυρίως η αρμονική συνύπαρξη αντιθέσεων στο ύφος και την ουσία των ποιημάτων του που με ελκύει, με ωθεί να γυρίσω στην αρχή, να φτάσω εκ νέου στο τέλος και να συνεχίσω μετά την τελεία (ή την απουσία της) την ανάγνωσή μου.
Και μου θυμίζει ο Cummings τις ωραίες μας στιγμές, τα κορίτσια και το μάθημα των Αγγλικών: τις ώρες στο υπόγειο (τα κρυφοκοιτάγματα στο ρολόι, τους δείκτες που έμεναν ακίνητοι παρά το γεγονός ότι -ήταν βέβαιο- η ώρα περνούσε), τις αέναες συζητήσεις που δεν κατέληγαν ποτέ πουθενά (αλλά τόσο ενδιαφέροντα πράματα έφερναν στο προσκήνιο), την υπέροχη Fiona που δε μπορούσε να πει σε κάποιον ότι κάνει λάθος, μα πάντα πλαγίως έδειχνε το σωστό.
Μας είχε ζητήσει κάποια στιγμή να κάνουμε ένα creative exercise εικονοποιώντας ένα ποίημα. Κι είχαμε διαλέξει εγώ κι η Δομ ποιήματα του Cummings. Πήρα το "may i feel said he" και κόλλησα δύο κουτάκια σόδας μεταξύ τους - ιδού το τσίγκινο, το ανακυκλώσιμο, το συμπληρωματικό, το αυτοκόλλητο και το ευκόλως διαλυτό της υπόθεσης. Κι η Δομ, το φωτεινότερο αστέρι, πήρε ένα χαρτί, το γέμισε με λέξεις ασυνάρτητες και το τσαλάκωσε - συνάντησε το πνεύμα του ποιητή και μας το παρουσίασε. Κι ας μην το κατάλαβαν (παρά ελάχιστοι).

Και παρότι έχουμε διασκορπιστεί, νιώθω μια αισιοδοξία. Υποσχέσεις για συναντήσεις τα Χριστούγεννα στο Pierrot που είχαμε πια βαρεθεί ή στην παραλία που καθίσαμε τα χαράματα της αποφοίτησής μας ή στο αγαπημένο Orange Room με τους μποέμ καναπέδες. Πάλι νοσταλγώ, αλλά τώρα τα πράματα είναι διαφορετικά. Νέα Υόρκη, Βοστόνη, Εδιμβούργο, Λονδίνο, Μονπελιέ, Μελβούρνη. Ο γύρος του κόσμου σε 1'. Κι ίσως επειδή τα κορίτσια βρίσκονται ήδη στους καινούριους τόπους, να αποχωριστώ κι εγώ ευκολότερα τους παλιούς. Κι ας μένω στο London Bridge ή στο Big Ben μιας κι οι εστίες επιδεικτικά απαξιούν. Έχουν, άλλωστε, και τα δύο αυτά κτίσματα κάτι το μεγαλειώδες.

9.8.11

Η Ροδιά

Κάτω απ'του Άη-Γιάννη τα πλατάνια τα αιώνια ζούσαμε 22 μέρες. Και το τραγούδι του Παύλου είναι αυτό που στην προκειμένη περίπτωση περιγράφει την κατάστασή μας: "σιγά σιγά μεγάλωσα και έγινα αρχηγός, και όλο περισσότερο με έδενε ο δεσμός". Και τι δεσμός, μάτια μου. Τόσο δυνατό το αίσθημα, που κύλησαν οι μέρες σαν μία και μοναδική, κι εκεί που ήρθαμε φύγαμε με τα ίδια λεωφορεία. Πλατανόφυλλα πεσμένα στο χώμα, στο θεατράκι, στην τραπεζαρία. Έπαιρναν μαζί τους τα τζιζ μπουμ και τα ταξίδευαν από σκηνή σε σκηνή, έπαιρναν τα γέλια και τα σκόρπιζαν στα χείλια όλων, έπαιρναν τις φωνές μας και τις έκρυβαν. Σφυρίχτρα εν δράσει, πειθαρχία μηδέν. "Κορίτσια, σειρά! Η μία πίσω από την άλλη, μην κάνετε δυάδες! Πατάτε στην κίτρινη λωρίδα, οι πετσέτες σας μικρά τετραγωνάκια για να χωρέσουμε". Κι όμως κάθε βράδυ, παρά την κούραση, ξετυλίγονταν οι αστερισμοί, τους εντόπιζαν οι δύο του Τρίο, μας τους έδειχναν κι εμείς απομέναμε να κοιτάζουμε εκστασιασμένοι γιατί είναι γνωστό ότι τα αστέρια στου Άη-Γιάννη το στερέωμα λάμπουν περισσότερο, ειδικά σαν τα χαζεύει κανείς χουχουλιάζοντας στο sleeping bag του. Όπως στη διανυκτέρευση στο Παπά-Νερό, παντού κραυγές και κάστορες. Όπως και στην Ξηρόβρυση μετά από λίγες μέρες. Εκεί η νύχτα πέρασε με γέλια, μπύρες φιξ και (ξερό) ψωμί, περίσσευμα απ'το βραδινό, ενώ μαγνήτιζε τα βλέμματα το κόκκινο φεγγάρι. Και γνώρισα του Πήλιου την κρυφή τη μαγεία / κάτω από τα πλατάνια και τριγύρω απ'την πυρά / και κουβαλώντας πιάτα από τα μαγειρεία / ένιωσα πώς χτυπάει του Πηλίου η καρδιά. Έφυγαν κι άλλες μέρες, κι άλλες, Βραδιά Αρχηγών σε χρόνο μηδέν: στάχυα, κότες, νάνοι, γιαγιάδες, μάγισσες και ξωτικά, highway to hell και pink floyd. Να σε δω να μου χαμογελάς / και του χρόνου εδώ μαζί μου να τραγουδάς / τον ίδιο στίχο / τις τρελές μας στιγμές κρατώ / δεν τις λησμονώ / και περιμένω να σε δω να γελάς. Μακάρι σε μια σκηνή με κόκκινες κουκέτες και φουξ σεντόνια ή στο αγαπημένο μας γήπεδο βόλεϋ των βραδινών συναντήσεων στα κλεφτά ή στις καινούριες βρύσες, πλένοντας τα δόντια μας, να συναντηθούμε και του χρόνου. Γιατί η αγάπη είναι παντού, αυτή η ιδιαίτερη αγάπη που μόνο αυτοί που έχουν ζήσει τόσες μέρες με γκρίνια, φωνές, νεύρα, απελπισία, απόγνωση, κλάματα, στραμπουλήγματα, πόνο, αγωνία, αράχνες, σαύρες, βρωμούσες, απλυσιά, αρμύρα, πανικό, άσθμα, φάρσες, γέλια, ανέκδοτα, παρατσούκλια, μπλε ιστορίες, τραγούδια, αυτοσχεδιασμούς, εμπνεύσεις της στιγμής, πιάνα και κιθάρες, χορούς και πανηγύρια, κρέπες με κασέρι και ζαμπόν, κρασιά Χατζηβαρύτη, Ολυμπιακές Νύχτες, σάπια βερίκοκα, πατάτες, μακαρόνια, καντίνα, ντουζ, αγόρια που κρυφοκοιτούν, πετσέτες που πέφτουν, κουτσομπολιά που μαθαίνονται, Αιματοβαμμένες Νύφες, βουλωμένες τουαλέτες, σπασμένα σαμπουάν, διευθέτηση, μερέντα, αναμμένη πυρά, βραχιολάκια απ'τα σκοινιά των παραπέτων και αιώνια πλατάνια, καταλαβαίνουν. Μπάτο Τσοφρόγκα, λοιπόν σε όλα τα αγανακτισμένα γατάκια... Αφήστε τα πουλιά να πετάν.



Και επιβεβαιώνω στην ουράνια Μυρτού, που τα ίδια γράφει στο "Χάρτινο Τσίρκο" της αλλιώς και πιο ωραία, τα ραντεβού μας εδώ. Και εκεί. Και αλλού, στα μόνιμα της και περιστασιακά μου. Στις αλλαγές δράσης σκηνών μικρών και μεγάλων. Στα άστρα που αχνοφαίνονται πάνω απ'το φιλέ του γηπέδου. :)

15.6.11

Grand Finale

Το ρολόι σήμανε μεσάνυχτα, η ώρα πέρασε, οι δείκτες κινήθηκαν, προχώρησαν, προσπέρασαν, πήγε μία και μισή. Kάθισα στο μπαλκόνι. Συνέχισε ο χρόνος να κυλάει, τόσο βασανιστικά αργά, σχεδόν θανατηφόρα. Κοιτούσα ανά ένα λεπτό την ώρα, σκέτη κοροϊδία, αγωνία, ένα στάδιο πριν τον πανικό. Με εκνεύριζαν τα πάντα, κυρίως εγώ. Μέτρησα τα ταξί και τα αυτοκίνητα που περνούσαν από την Εγνατία μετά τις δύο το βράδυ. Πολλά ταξί. Αυτοκίνητα κυρίως μαύρα, κόκκινα και άσπρα (μα ίσως τα χρώματα να φαίνονταν τέτοια λόγω του σκοταδιού και να ήταν διαφορετικά, ποιος ξέρει). Ένα από τα μενεξεδένια φώτα τρεμόπαιζε και τάραζε τα αντανακλαστικά μου. Ήλπιζα ότι μετά το φωτορυθμικό θα γινότανε το θαύμα. Μπαρμπούτσαλα. Ένα αυτοκίνητο σταμάτησε μα πάνω εκεί που πήγε να ξεκινήσει η παράκρουση κατάλαβα ότι, γαμώτο, αρχίδια. Και τότε ενεργοποιήθηκε η Μάρθα Βούρτση που κρύβω μέσα μου και, κλαίουσα, άρχισα να σκέφτομαι ότι συνέβησαν τα δεινά του κόσμου όλου, οι εφτά πληγές του Φαραώ, η κατάρα του κακού ματιού που χτύπησε σαν κεραυνός αεροπλάνα και βαπόρια, οι καταστροφικές συνέπειες του αγνοείν προλήψεις και γούρια. Merde. Και τότε σταμάτησε άλλο αυτοκίνητο, το σωστό αυτή τη φορά. Και κατέβηκε κι έτρεχε. Και μου κοπήκανε τα πόδια. Και χτύπησε το θυροτηλέφωνο (ανοησία, δε χρειαζόταν). Και όλα ομορφύνανε ever since.

4.6.11

Grekiska Polisen

Ο Χανς Φάστε (ομοφοβικός, βίαιος, μισογύνης, παλαιολιθικών απόψεων αστυνομικός, μέλος της ομάδας που συστήνεται για την εξιχνίαση μιας υπόθεσης τριπλής δολοφονίας στο δεύτερο βιβλίο της τριλογίας Μillenium) ανακρίνει τη Σίλα Νορέν (αρχηγό ενός ροκ γκρουπ, τις "Evil Fingers"), αναζητώντας την νούμερο ένα ύποπτη για τους φόνους, Λίσμπετ Σαλάντερ:

"Ο Χανς Φάστε μισόκλεισε τα μάτια του και σκέφτηκε μία επίσκεψη που είχε κάνει πριν από δύο χρόνια στην ελληνική αστυνομία, στο πλαίσιο ενός εκπαιδευτικού ταξιδιού που το είχε συνδυάσει με διακοπές. Παρ'όλα τα προβλήματα που υπήρχαν, η ελληνική αστυνομία είχε ένα μεγάλο πλεονέκτημα σε σχέση με τη σουηδική. Αν βρίσκονταν στην Ελλάδα και η Σίλα Νορέν κρατούσε την ίδια στάση, εκείνος θα της περνούσε χειροπέδες και θα της έριχνε δυο-τρεις με το κλομπ."

Yes, Stieg.

31.5.11

Η ξέφρενη ζωή...Που;

Μία κοπέλα που είναι ο ουρανός, τόσο μαγική, έστειλε ένα κατιτίς στο inbox μου. Και διαβάζοντας τα λόγια της, τα θαυμαστικά και τις φατσούλες, μοσχοβόλησε ο τόπος Πήλιο κι άναψε η πυρά κι έφτασε ήδη η Βραδιά Γνωριμίας και η Υποδειγματική αμέσως μετά! Κι ούγκα μπούγκα ντούγκα στη Βραδιά Κραυγής και πορείες με κενταύρους. Τσάρκες στον Άη Γιάννη, και κρέπες και μπύρες στην παραλία, βραδινά μπάνια με τα ρούχα και καμπανάκια-πυρκαγιές.


Η Μαιρού θα μας λείψει φέτος. Την περιμέναμε...

Πέρσι και φέτος

Κατέβηκα άρον άρον από το λεωφορείο, κουβαλώντας το παππουδέ σακ-βουαγιάζ που είχα (εν ελλείψει άλλων) μαζί μου. Βρέθηκα σε ένα μέρος που δε γνώριζα. Καθόλου πρωτότυπο. Μόνο το κέντρο της πόλης ξέρω και κάτιτις από δυτική Θεσσαλονίκη. Τούμπα; Καλαμαριά; Πανόραμα; Παθαίνω πατατράκ, δύσπνοια, ταχυπαλμία και με βρίσκεις νεκρή στο πιτς φυτίλι. Είμαι από αυτούς που "πνίγονται σε μια κουταλιά νερό". Ψυχραιμία σήμερα, παραδόξως. Είπα στον εαυτό μου ότι έτσι κι αλλιώς μ'αρέσει το περπάτημα, τι σε μέρη γνωστά τι σε άγνωστα. Άρχισα να προχωρώ μετά βαλίτσας πάνω κάτω. Με ενοχλούσε αφόρητα η ζέστη και το γρου-γρου που ακουγόταν καθώς έσερνα το σακ βουαγιάζ στο πεζοδρόμιο. Ούτε ψυχή, μαγαζιά κλειστά και σπίτια κλειδαμπαρωμένα. Και, τσουπ, θυμήθηκα το γνωστό "όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη θάλασσα" κι άρχισα να κατηφορίζω. Γρου γρου γρου, γρου γρου γρου. Και ιδού το μεταφυσικό: φτάνω όλως τυχαίως και σχεδόν διά μαγείας, στο μόνο μέρος σε ολάκερη την Καλαμαριά που γνωρίζω: αυτό το όμορφο χορταριασμένο πάρκο δίπλα στη θάλασσα, όπου είχα πρωτοβρεθεί πέρσι τέτοια μέρα...
Χόρευε η θάλασσα όταν έφτασα. Τα αγριόχορτα μού έφταναν πια μέχρι το γόνατο, τόσο είχαν μεγαλώσει. Τρεις-τέσσερις βάρκες στην ακροθαλασσιά κι η αμμουδιά γεμάτη κοχύλια (και μπουκάλια και σακούλες και κουτάκια). Και κάθισα εκεί για λίγο, με τη βαλίτσα και την κόκκινή μου τσάντα και αγνάντευα. Κι ένιωσα όμορφα γιατί είναι 31 του μηνός. Ενθουσιάστηκα με το ξόρκι που με βοήθησε να βρω το μέρος αυτό (και κατά συνέπεια να προσανατολιστώ, να συναντήσω τον πολιτισμό και να φτάσω στην κοντινότερη στάση για να γυρίσω), μα και λόγω του ότι είναι 31 του μηνός, ολαρία ολαρά.
Το δέμα έφτασε την καταλληλότερη στιγμή, τη σωστή μέρα, δίχως καθυστέρηση και ακέραιο, αν εξαιρέσεις την πορτοκαλί πεταλούδα που είχα συρράψει στο περιτύλιγμα, η οποία μάλλον πατσαβούριασε κατά τη μεταφορά. Η κάμερα έδειξε ότι το δώρο χάρισε πλατιά χαμόγελα, κι έτσι χάρηκα κι εγώ, πολύ πολύ.

30.5.11

Όλα είναι φλου

Η πόλη είναι κόκκινη και κίτρινη και πράσινη και μπλε, κυρίως θαλασσί. Οι αγανακτισμένοι στο Λευκό Πύργο είναι εκείνοι που της δίνουν χρώμα, όπως και οι διάφορες εκδηλώσεις, οι διάχυτες μουσικές, οι θεατρικές παραστάσεις και τα πάρτι μας! Ίσως από αύριο ξεκινούν τα μπάνια στις θάλασσες της Νιρβάνας που δείχνουν πανέμορφες. Χαρά διάχυτη, βιβλία σκορπισμένα στο σπίτι - είμαι σε δίλλημα μεταξύ Cummings κι ενός μυθιστορήματος με τον τίτλο "Η Πρώτη Λέξη". Φυσικά θα νικήσει ο Cummings, μα το άλλο μπαίνει στη λίστα των βιβλίων που σύντομα θα διαβαστούν. Ταινίες και έξοδοι, παντού και οπουδήποτε, και τώρα βρίσκω χρόνο και δημοσιεύω αναρτήσεις που μάζευα τόσο καιρό στα πρόχειρα. Μπαμ μπουμ, ίσως και να κουραστείτε - δε λέω τίποτε ενδιαφέρον, μπούρου μπούρου για το τίποτε. Είναι, βλέπετε, όμορφα κι ελεύθερα, με κλειστά πατζούρια μέχρι το μεσημέρι, κολυμβητήρια και φίλους που τόσο καιρό είχαν χαθεί από προσώπου γης λόγω διαβάσματος και τώρα μεταμεσονυκτίως συναντώ εδώ κι εκεί. Κι είναι (γράφω σχόλιο σε φιλικό μπλογκ) ορισμένοι αγανακτισμένοι που προτείνουν όμορφες δράσεις τα απογεύματα, κι είναι άλλοι που αντιπροτείνουν άσχημες αντιδράσεις, μα εν πάση περιπτώσει κάτι γίνεται κι ο κόσμος κινείται. Κι έτσι καθώς βγαίνουμε απ'τα καβούκια μας, βγαίνει κι ο ήλιος. Κι ο Θερμαϊκός είναι βρώμικος όσο ποτέ μα εμείς περπατάμε πάνω-κάτω στην παραλία. Θα συναντηθούμε μου είπαν με τον Παύλο, Πήλιο Πήλιο. Τόσο όμορφα μετά από καιρό και τόσο καλοκαιρινά. Και σε λίγες μέρες όλα θα είναι ομορφότερα ακόμα, υπό το κίτρινο φως.

Ανασκόπηση

Καλοκαίρι. Το τραγούδι του Σαββόπουλου παρόν, αν κι ο Σαββόπουλος (κρίνοντας απ'τις πρόσφατες δηλώσεις του) ίσως θα έπρεπε να απουσιάσει αυτοβούλως. Μα να που το "Καλοκαίρι" του θυμίζει την τελευταία ώρα της Τετάρτης, την πρώτη αίθουσα του διαδρόμου, την Ερόικα του Πολίτη και βέβαια την Γκ. Στην ουσία οι ώρες της είναι που περισσότερο θα πεθυμήσω από τα ενδοσχολικά πράγματα και πεπραγμένα. Όλα αυτά τα αστεία και τα σοβαρά, τα λογοτεχνικά, τα φιλοσοφικά, τα καθημερινά - ο περιπτεράς, η ανιψιά, η συμφοιτήτρια - που μας έλεγε για να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε τα βιβλία και μαζί τους εαυτούς μας.
Αυτές τις ώρες πιο πολύ θα πεθυμήσω, αυτές και τις ώρες στο orange, το πιο αγαπημένο μέρος μας. Και θα θυμάμαι πάντα τις πρόβες για τα duet, κατά τη διάρκεια των οποίων τόσο πολύ γελάσαμε κι άλλο τόσο προσπαθήσαμε - χωρίς επιτυχία - να κλάψουμε για τις ανάγκες των ρόλων. Ήταν κι αυτές οι συζητήσεις κι οι ανεξάντλητες ειρωνίες του Μανίτ, αυτά τα βασανιστικά πρωινά που επέμενε να μας διδάσκει τα θεωρητικά του θεάτρου ενώ εμείς λαγοκοιμόμασταν στους καναπέδες.
Και το dada. Πάντα θα αναπολώ το dada. Όχι φυσικά ότι θα σταματήσει να υφίσταται: το dada είναι αναπόσπαστο πια στοιχείο δικό μας, ανήκει σε όλες και στην καθεμιά ξεχωριστά. Λοιπόν, ναι. Το περπάτημα της Μαιρούς και της Δομ στους διαδρόμους, η παράστασή μας μετά τις πρωινές ανακοινώσεις με τα μουστάκια και τα σουτιέν που τάραξαν τα πλήθη. Ο δύστροπος Marcel Duchamp που συνάντησα στο wac και θα παντρευόμουν, η μοσχαροκεφαλή του Παπακωνσταντίνου και ο Σέλντον, η έκφραση της τελειότητας. Μα ιδίως (τείνω να το ξεχνώ και δεν πρέπει) το dada εκφράζει ο Ελπήνορας, τον οποίο γνωρίσαμε με τη Δομ στη βιβλιοθήκη. Αυτός "μεθυσμένος, αποκοιμήθηκε στη στέγη του ανακτόρου της Κίρκης. Το πρωί όταν τον φώναξαν για να φύγουν, εκείνος ξύπνησε, αλλά ξεχνώντας ότι βρισκόταν στην οροφή, έπεσε κάτω από ψηλά και σκοτώθηκε. Οι άλλοι δεν το πρόσεξαν και απέπλευσαν".
Αυτά θα μου λείψουν. Και το Christmas Show, το περσινό και το φετινό, και τα παγκάκια απ'έξω απ'το κτίριο, και τα λουλούδια και τα δέντρα και τα φυτά. Πόσες συζητήσεις σ'αυτά τα παγκάκια, πόσα ερωτικά διλήμματα της Σίας επιλύθηκαν, πόσες αποφάσεις πάρθηκαν, πόσα brainstorming πραγματοποιήθηκαν, πόσα τραγούδια. Ο Δαλαμπίρας κι ο Αναστασιάδης, η ποίηση του Θανάση και οι νευρικές μουσικές των Arctic Monkeys, όλα εκεί. Και μέσα στο κτίριο, τα ντουλαπάκια ("το ροζ είναι μόνο για άντρες" είχε γράψει ο Χρήστος κι ο Ηλίας) κι απέναντι  το παράθυρο με το γνώριμο πεζούλι.
Η καλοκαιρία -  ο ουρανός σχεδόν πάντα γαλάζιος, το σχολικό που συχνά δεν έπαιρνα μα τόσο αγαπούσα κυρίως λόγω του Λόρκα, όλα αυτά.
Βλέπω τον καιρό όμορφο κι εμένα ξέγνοιαστη και νιώθω ακόμα ότι κάτι εκκρεμεί: μήπως πρέπει να αρχίσω να τακτοποιώ το θέμα του extended - τι εργασία θα κάνω, με τι research question; Μετά θυμάμαι ότι πάει. Ποιο extended. Finito la musica passato la fiesta. Ε, άλλωστε poco dura la festa dei matti, τι περιμένεις. Τρελοί, τρελοί δύο χρόνια. Παλαβοί, τρέχαμε να προλάβουμε, να μη χάσουμε, να μην ξεχάσουμε τίποτα. Τώρα καπούτ.

"Και τώρα που πάτε;"

Λάμπει ο ήλιος και σε λίγο αναχωρώ για το Πλαγιάρι!

Κουάξ (Γ)

Είμαστε στο παρά δέκα (κυριολεκτικά) και φουντώνει η αγωνία.
Και όσο πιο κοντά στο παρά τίποτα βρισκόμαστε, τόσο περισσότερο αγωνιώ.
Με ρώτησε η Μπαμπούσκα χτες καθώς περπατούσαμε ως το Λαογραφικό Μουσείο, πώς περιμένω την πολυπόθητη μέρα. Δεν ήξερα τι να της απαντήσω. Μόνο χαμογέλασα και σκέφτηκα τη στιγμή που τόσες μα τόσες φορές στο παρελθόν έχω σκεφτεί κι έχεις σκεφτεί, και της είπα ότι θα δούμε σύντομα. Της δήλωσα ότι θα πάω μέχρι και στην αποφοίτησή της, εκεί, Διαόλου Κέρατο και Πουθενά γωνία, να τη θαυμάσω - απόφοιτη πλέον - να σαγηνεύει τα πλήθη με το χαμόγελο και το φθαρμένο τζην της.
Τρεις αποφοιτήσεις λοιπόν σημειωμένες στο τεφτέρι εκείνο με το Κουάξ στη μπροστινή σελίδα.
Κι ενώ ακούγονται μουσικές ονειροπαρμένες, κι η τριλογία του Στιγκ Λάρσον (την οποία ανεπιφύλακτα προτείνω σε όποιον συναντώ) στέκεται δίπλα μου και με μαγνητίζει, το Κουάξ μού θυμίζει ότι έχει δύο φίλους παράξενους τοποθετημένους με τάξη σ'ένα ράφι χιλιόμετρα μακριά και φωνάζει ότι θα ήθελε να τους ξαναδεί. Γαμημένες μέρες.
Κουάξ κουάξ κουάξ.

20.5.11

Τα φευγαλέα νιαουρίσματα

Ξεκίνησα από τη μέση του πουθενά και προχώρησα μέχρι το λεωφορείο που σαν να μου φάνηκε ότι πατούσε τους ανθρώπους. Σταμάτησα. Περίμενα. Κατάλαβα ότι προτιμούσα να περπατήσω, ένιωθα ότι έπρεπε να ακούσω, να μυρίσω, να αγγίξω. Λουλουδάκια στις ρίζες των δέντρων, που αρχίζουν πια να πρασινίζουν, να διεκδικούν τη θέση τους στον ήλιο. Λουλουδάκια μωβ, σαν τα περήφανα εκείνα στην είσοδο του σχολείου και δίπλα στα παγκάκια. Προχωρούσα κι έβλεπα κόσμο, κόσμο, κόσμο που έτρεχε, έτρεχε, έτρεχε, κι επιτάχυνα αναπόφευκτα, ασυνείδητα, για να γίνω και γω κομμάτι του συνόλου των τρεχάτων, των φευγάτων και των βαρβάτων φευγαλέων.
Φευγαλέες ματιές στους περαστικούς καθώς περίμενα να ανάψει το πράσινο για να περάσω απέναντι, φευγαλέες σκέψεις καθώς προχωρούσα.
Σκέφτομαι πράγματα που δε θα έπρεπε, κάνω όνειρα που απαγορεύονται, αναλώνομαι σε ιδέες που είναι τρελές. Μα λες; Μιλώ και μιλώ και μιλώ πολύ για διάφορα σχετικά με αυτό που προτάσσω ως το κεντρικό θέμα, μόνο που δεν ασχολούμαι με το κεντρικό θέμα αυτό καθεαυτό, επ'ουδενί. Κι αυτό είναι το μυστήριο του λόγου, ως ικανότητας και ως υπαίτιου, εκεί οι πράξεις εκεί και οι απορίες, σύμφυτες. Συνειδητοποιώ ότι οι τρελές μου ιδέες δεν είναι φύσει τρελές. Και είναι γνωστό ότι όλα μπορούν να παιχτούν σε μία καλύτερα τεκμηριωμένη, συστηματική, τέτοιου είδους παρατήρηση - στην οποία δεν προβαίνω. Κυρίως γιατί δεν προλαβαίνω πια να δράσω, να αντιδράσω, να αποδράσω, μα ούτε και χρειάζεται γιατί, τσουπ, να η σειρά και τα πράγματα μπήκαν. Αμετάβατη η φράση αν αλλάξεις τα συμφραζόμενα. Κι είναι αυτές οι αλλαγές κάτι σαν μεταβάσεις προς άλλες πραγματικότητες.
Ω ναι. Έφτασε σχεδόν η μέρα! Η μοίρα. Οι δύο μοίρες: η πρώτη το τέλος (όχι η πτώση, αλλά θέλοντας και μη η κατάπτωση). Η δεύτερη η ουσία, το είναι. Για την κατάπτωση χαλάλι, κάτι γίνεται. Άλλωστε η διάθεση είναι πλέον ακμαία κι όλα μπορούν να διορθωθούν στο πιτς φιτίλι. Όσο για την ουσία (το αντίθετο της οποίας - πιστεύω - ότι είναι η απουσία), είναι συστατικό στοιχείο της ύπαρξης. Έρχεται να δώσει τα Μενεξεδένια της φώτα, έχουσα πείρα και μια μπύρα ή και δυο. Μάλλον δυο εδώ που τα λέμε, ως το μισό του εικοσι-δυο!

14.5.11

Θα ξαναρθούν μικρές χαρές

Είναι δύο τύπισσες αγαπημένες. Είναι κομμάτια του έναστρου ουρανού, κομήτες και αστέρια. Είναι αναμνήσεις και σχέδια. Η Χαλκιδική που δεν επισκεφτήκαμε κι η Χαλκιδική που θα επισκεφτούμε. Είναι η δίετα που ποτέ δεν άρχισε, οι βάφλες ένα βράδυ του χειμώνα. Είναι το πορτοκαλί κρασί που πίναμε βλέποντας την "Φθινοπωρινή Σονάτα". Είναι η πολύωρη προετοιμασία ενός βίντεο και τα δάκρυα που ακολούθησαν κατά την προβολή του. Είναι ένα ξεχασμένο Χριστουγεννιάτικο δώρο δίπλα στο γραφείο μου. Είναι το Καφωδείο, ειδικά την παραμονή πρωτοχρονιάς. Είναι τα Χριστούγεννα. Είναι η Άνοιξη. Είναι όμορφες, πολύ όμορφες. Η ινδιάνα, η χίπισσα κι εγώ η αρτίστα. Έτσι μας ονόμασε η Τάνια όταν της προσφέραμε τυροπιτάκια στη στάση του λεωφορείου. Είναι το 24, η τρομαχτική ανηφόρα στην Άνω Πόλη. Είναι η βροχή ανεβαίνοντας αυτήν την ανηφόρα, η κόκκινη μπλούζα και τα τοστάκια της κυρίας Κάτιας. Είναι η υστερία, τα νεύρα, οι φωνές και τα τραγούδια. Είναι το καλοκαίρι γιατί είναι το Πήλιο. Είναι αγχωμένες αλλά λίγο πιο χαρούμενες όσο περνάει ο καιρός. Είναι οι Φεγγαρένιες.


9.5.11

Συλλέκτης στιγμών #4

Ετοιμασίες για την πρώτη σου επίσκεψη σε χώρους συναυλιακούς βεληνεκούς μεγάλου, για τα μάτια ενός πιανίστα άγνωστων καταβολών αλλά αδιαμφισβήτητου ταλέντου...
Δύο οι φόβοι: από τη μία το dress code που πρέπει να τηρηθεί και από την άλλη η πιθανότητα του βήχα. Ευτυχώς οι διοργανωτές προνόησαν και έχουν έτοιμο στοκ φαρμάκων για την άμεση αντιμετώπιση του δεύτερου. Άλλωστε τέτοια κρούσματα μπορεί να αποσυγκεντρώσουν τον πιανίστα, γεγονός που - μα το Δία - δε μπορώ καν να σκέφτομαι. Ο πρώτος φόβος στο χέρι σου. Όντως ντύθηκες όσο επισημότερα γινόταν (λαμβάνοντας υπόψη το ιδιαίτερο της κατάστασης) με τα μπεζ και τα ριγέ, τα αθλητικά παπούτσια και το πιο σνομπ βλέμμα που βρήκες στη ντουλάπα σου. Πρόκειται περί αχταρμά, γιατί ξέρουμε κι οι δυο ότι το σνομπ βλέμμα δε συνδυάζεται με τα υπόλοιπα ρούχα και αξεσουάρ σου λόγω των διαθέσεων που πρεσβεύει. Έτσι κατέληξα να πιστεύω ότι μόνο η επίκληση στα θεία μπορεί να σε σώσει, γιατί βλέποντας το βλέμμα σου, οι υπεύθυνοι θα αρνηθούν να σε βάλουν στο κονσερβατουάρ, φοβούμενοι ότι θα βήξεις όσο δυνατότερα, αηδιαστικότερα και πιο παρατεταμένα μπορείς για να γκρεμίσεις το κτίριο ή, ακόμα χειρότερα, να κάνεις τον πιανίστα να σταματήσει τις μουσικές του.
Και δεν ξέρω αν το πιο άσχημο είναι ότι όντως υπάρχει από μέρους σου η διάθεση να κάνεις αυτό που οι υπεύθυνοι θέλουν να αποφύγουν ή ότι τελικά δε θα το κάνεις.
Τι έμεινε; 30 παρά, ένα χαλασμένο στόρι που αντικατάστησες, οι κρίσιμες εξετάσεις που μας γεφυρώνουν και ορισμένες complex γκραβούρες. Και τι έρχεται; Η λύση στα μυστήρια των άνιμε, τα εισιτήρια του ΚΤΕΛ, ορισμένες ταινίες που πρέπει να δούμε (what a pathetic excuse), και η αναπλήρωση μιας σημαντικής ημέρας σε ένα λουλουδάτο εστιατόριο, μωβ σαν τη Μαρί. Στη στάση μας θα φτάνω πρώτη και το γιατί είναι QED. Εσύ χαμογέλα ηλιόλουστα, στους 19 βαθμούς με κατά τόπους συννεφιά.

2.5.11

Λέξεις (Δ)

"When I use a word," Humpty Dumpty said, in a rather scornful tone, "it means just what I choose it to mean - neither more nor less."
"The question is," said Alice, "whether you can make words mean so many different things."
"The question is," said Humpty Dumpty, "which is to be master - that's all."

Τάδε έφη Lewis Carrol.
Και παρατηρώντας τούτο δω το quote αγάπησα την Αλίκη του ακόμα παραπάνω.
Επίσης θεώρησα το πορτρέτο του διά χειρός Λωρίτας για το art exhibition της ακόμα πιο πετυχημένο απ'ότι το νόμιζα πριν.
Λοιπόν, λέξεις. Πόσες και ποιες, τι και γιατί.

Tons of wicked little thoughts merrily appear


Πρωτομαγιά χτες (πραγματικά δεν πήρα χαμπάρι πότε ξεκίνησε και πως πέρασε κοτζάμ Πάσχα), πήγα στους παππούδες για φαγητό. Έφαγα ένα κομμάτι παστίτσιο που ισοδυναμούσε με το μισό ταψί (ο παππούς βέβαια απόρησε όταν σταμάτησα να τρώω σκασμένη: "μα καλά, χόρτασες με τόσο λίγο;"). Ύστερα προσπάθησα - μάταια - να διαβάσω. Κατέληξα να βλέπω καλλιτεχνικό πατινάζ και θυμήθηκα τις μέρες που, ως φιλοξενούμενη Γάλλων, δοκίμασα κι εγώ το άθλημα. Τραγωδία! Στα πρώτα βήματα μακριά απ'την πλαϊνή μπάρα τα 'παιξα και φώναζα "aidez-moi s'il vous plait", κι έτρεχαν οι τριγύρω - γνωστοί και άγνωστοι - να με περιμαζέψουν.
Γύρισα απ'τους παππούδες λίγο μελαγχολική, ίσως γιατί μοσχοβόλησε πολύ παρελθόν και λίγο Πέμπτη (πάντα με στεναχωρούσαν οι Πέμπτες). Μα μετά συνειδητοποίησα ότι σε 17 μέρες θα είμαι αποδεσμευμένη από οποιαδήποτε εκκρεμότητα, χωρίς ταυτότητα χαρακτηριστική της απασχόλησής μου. Θα ταξιδεύω παντού ή πουθενά, λίγο πιο κόκκινη και με γαλάζια όνειρα, κι αργότερα, επιτέλους, με μάτια τέτοια στον περιβάλλοντα χωροχρόνο μου.
Τέλος πάντων, με τούτα και με κείνα έφτιαξε η διάθεσή μου κι άρχισα να ξανατραγουδώ τις επιτυχίες του Camelot, κι ο καημένος Φρεντ τρόμαζε βλέποντάς με στα μεταίχμια. Τι να κάνουμε; Αφού το άσμα που επί σκηνής ξεδιπλώσαμε το δηλώνει καθαρά: Tra-la it's May, the month of "yes you may", the time for every frivolous whim, proper or im.

28.4.11

Οι ιππόται

Στις κακές επιρροές της Ντίσνεϋ συγκαταλέγω την πρόσφατη τάση μου να ψάχνω το  ρομαντισμό σε πράγματα απίθανα, κινηματογραφικές πράξεις και θεατρικές ατάκες. Πίστεψα ότι έτσι εκφράζονται τα συναισθήματα, εξέφρασα ανάλογες απαιτήσεις και τώρα νιώθω υπερανόητη.

Λένε διάφορα, ότι η γενιά μας δε σκέφτεται, ότι η γενιά μας είναι αποχαυνωμένη, ότι η γενιά μας είναι αδύνατο να καταλάβει πράγματα που οι προηγούμενες θεωρούσαν δεδομένα. Fiddlesticks. Το ότι ο κόσμος αλλάζει, και κατά συνέπεια προϋπάρχουσες έννοιες και αξίες μεταβάλλονται, είναι φυσιολογικό και αναμενόμενο. Άλλωστε η  πραγματικότητα αυτή καθεαυτή είναι αντικείμενο αντίληψης και προσωπικής διαχείρισης, όπως πιστεύουν πολλοί σοφοί.
Λένε διάφορα, και το χειρότερο είναι αυτοί που τα λένε είναι (και) οι άνθρωποι που θα έπρεπε να τα αντιμάχονται. Φυσικά κανένας πρίγκιπας δε θα βρεθεί ποτέ με το άσπρο άλογό του κάτω από το παράθυρό καμιάς πριγκίπισσας για να της κάνει καντάδα. Μα πιστεύω ότι πάντα, σε κάθε εποχή και παρά τις μεταβαλλόμενες έννοιες και αξίες, έρωτας και αγάπη υπάρχουν παρότι τα πράματα είναι εξ ορισμού διαφορετικά από τότε που ο Σέξπιρ έγραφε το Ρωμαίος και Ιουλιέτα. Ένα mail ή ένα μήνυμα στο κινητό μπορούν να κάνουν κάποιον τόσο ευτυχισμένο όσο κατάφερνε και ένα αντίστοιχης θεματολογίας (ίσως διαφορετικού ύφους) γράμμα τότε. Και μπορεί καντάδες να μη γίνονται πια, αλλά τραγούδια ακόμα αφιερώνονται.
Και εν τέλει, εδώ που τα λέμε, τα ρομαντικά αριστουργήματα του Σέξπιρ δεν είναι καθρέφτης της τότε πραγματικότητας. Αμ δε, τα όργια του Βυζαντίου υπό το άγρυπνο βλέμμα του Κυρίου (που κανένα σχολικό βιβλίο ιστορίας δεν αναφέρει) που τα βάζουμε; Πως συμπεραίνουμε ότι παλιά όλα ήταν ρόδινα και τώρα ο κόσμος χαλάει; Δεν ξέρω γιατί τόσος πόλεμος και καθόλου συμβιβασμός με τα σύγχρονα δεδομένα. Και επίσης δεν καταλαβαίνω γιατί να θεωρούμε μόνο ορισμένες πεπαλαιωμένες κλισέ καταστάσεις, εκφράσεις και δράσεις αντιπροσωπευτικές του έρωτα και της (αληθινής) αγάπης, ενώ πραγματικό συναίσθημα υπάρχει αρκετό και τώρα.
Αυτά προς όσους ψάχνουν ιππότες.Οι ιππόται, οι ιππόται κουτσοπίναν πότε πότε, κι απ'το πότε πότε πότε καταντήσανε όλοι πόται. Αλλά έτσι κι αλλιώς, πότε οι ιππότες αποτελούσαν την πλειοψηφία;


Επ'ευκαιρίας και παρόλο που έχει περάσει καιρός, συγγνώμη για τότε.

22.4.11

I just want to see the floating latterns gleem

Περνάω (βρήκα κι εγώ την καταλληλότερη στιγμή) μία φάση απόλυτης ελαφρομυαλίασης. Μέσα σε τέσσερις μέρες έχω δει ό,τι animation κυκλοφόρησε στο πρόσφατο παρελθόν και δεν πρόλαβα στους σινεμάδες. Σήμερα "Up", χτες "Tangled", προχτές "The Princess and the Frog"- στο τέλος των οποίων ρίχνω πάντα ένα γοερό κλάμα, για το γαμώτο και την κάθαρση. 


Και καταλήγω μεταξύ λυγμών στο ότι θέλω κι εγώ ένα πολύχρωμο σπίτι με ένα κάρο μπαλόνια να το σηκώνουν και να το πηγαίνουν στα πέρατα του κόσμου και του χρόνου.

18.4.11

Το τραγούδι αυτό είναι ευχαριστώ

Τότε σε γράψαμε cakeboy γιατί είχες φτιάξει ένα κέικ για την επιτροπή μας το οποίο εξαφανίστηκε σε χρόνο ντε-τε από τις καλοντυμένες συνέδρους και συντονίστριες. Ίσως το έκανες για να με τουμπάρεις μετά το μαραθώνιο καβγά μας ή για να εξιλεωθείς. Όποιος όμως και να ήταν ο λόγος δεν έχει σημασία: το κέικ ήταν υπέρτατα νόστιμο - περίτρανη απόδειξη του ότι μπορείς ακόμα να παρατήσεις τους μηχανολόγους και να συνταχθείς με τους ζαχαροπλάστες, όπου θα διέπρεπες μόνο και μόνο προσφέροντάς τους τα καραμελωμένα φρούτα που σερβίρεις με λιωμένη σοκολάτα και δείχνοντας τους αυτό το σούπερ κόλπο που θα έκαιγε ένα άστατο φεγγάρι τη δική μου κουζίνα.
Και τόσο αντιπροσωπευτικό ήταν το όνομα που μεταξύ αστείου και σοβαρού σκεφτήκαμε (άκους εκεί cakeboy!) γιατί είσαι κι εσύ κάτι σαν καραμέλα.

Εγώ σε γράφω cakeman γιατί τώρα μεγάλωσες και δε μπορεί το όνομά σου να περιέχει υποκοριστικά και μικρές λέξεις. Επίσης, γιατί έτσι θυμάμαι τι περάσαμε μέχρι να επισκεφτούμε παρέα τους μεσοβδόμαδους σινεμάδες και τους Ιταλούς παγωτατζίδες για το καθημερινό μεσημεριανό παγωτό βύσσινο μα και για να καταλήξουμε αχτύπητο δίδυμο για κατασκηνωτικά τραγούδια κι ανόητα παιχνίδια στο φατσοβιβλίο σου. Κυρίως όμως, μπορεί αυτό να συμβαίνει επειδή είσαι κάτι σαν καραμέλα, το cakeman το προτιμώ γιατί κάπως θυμίζει ότι αυτήν τη μεγάλη μαυρισμένη περίοδο ήσουν η μόνη μου παλιά συντροφιά που ποτέ δε σταμάτησε να δίνει το παρόν, η καλύτερη παρέα μου.

Και το τραγούδι αυτό γιατί ξέρω ότι πολύ πολύ σ'αρέσει, C-Em-Am-F...
"...σας λέμε τώρα 'γεια' και χανόμαστε ξανά μες στα σκοτάδια"

12.4.11

Reflection

Υποτίθεται κάνω εργασία. Την τελευταία της χρονιάς και της σχολικής πραγματικότητας.
Αρχαίο Ελληνικό Θέατρο προσαρμοσμένο στο σύγχρονο κόσμο - η παράσταση που προτείνω είναι ένα μπάχαλο (ευτυχώς που η πρόταση θα μείνει στα χαρτιά). Ζωγραφίζω τη σκηνή και τα κοστούμια. Κόβω ξανά εφημερίδες (δεν ξέρω ποιος θα διαβάσει τις εργασίες μας αλλά βεβαιώνω ότι αν μη τι άλλο μέσω της δικής μου θα ενημερωθεί από-κομμένα για τα νέα της Ελλάδας). Ακούω καθόλη τη διάρκεια του διαβάσματος Anna Calvi, μουσικό την οποία προσφάτως ανακάλυψα μέσω του αγαπημένου μου Nick Cave ο οποίος, διάβασα, την επέλεξε ως support artist στην τουρνέ του. Ωραίες οι διασκευές της, οι συνθέσεις και κυρίως το βιμπράτο της - ποτέ δε μπόρεσα να το καταφέρω ούτε και τρέφω πια ελπίδες. Είναι, θαρρώ, χάρισμα.

Με πειράζει που δεν είναι εδώ ο Κωνσταντίνος με τις ανοησίες του αν και χαίρομαι που περνάει καλά, εκνευρίζομαι που οδηγώ τον εαυτό μου σε παράξενες καταστάσεις που σίγουρα δε θέλω να βιώσω αλλά θα αναγκαστώ, ενθουσιάζομαι που μόνο 8 βδομάδες απομένουν μέχρι και μετά στεναχωριέμαι γιατί, τσουπ, μου φαίνονται πολλές. 
Αστείο, εδώ δε μπορώ να αιτιολογήσω τα του εαυτού μου και προσδοκώ να γράψω rationale εξηγώντας τις θεατρικές επιλογές μου, πω πω πω.

10.4.11

Κυριακής μελαγχολία

Της είπα να πάμε σινεμά. Ήθελα να ξεφύγω από τη μελαγχολία της ημέρας που από το πρωί ξεκίνησε μουντά και συνέχισε εξίσου παράξενα, αν όχι περισσότερο. Πέρασα όλο το απόγευμα κοιτώντας προορισμούς και δρομολόγια (πλοίων και αεροπλάνων), καταλύματα και προσφορές - φυσικά χωρίς άμεσες σκοπιμότητες: η φαντασία είναι ωραιότερη. Προτίμησα απ'όλους τους ξενώνες που είδα έναν ονειρικό, με όνομα που στα δικά μου μάτια φάνηκε λυρικότερο και συμβολικότερο απ'ότι μάλλον το προόριζε ο ιδιοκτήτης. Είναι φαίνεται τα πολλά διαβάσματα που με κάνουν να συσχετίζω τα πάντα με πράγματα γνωστά, εξεταστέα ή όχι. 
Και μιας που ξανά αναφέρω τα διαβάσματα (ελπίζω σε ένα μήνα να έχω ξεπεράσει αυτές τις κακές συνήθειες)...Είναι συγκλονιστικό το ότι μόνο μία βδομάδα μαθημάτων απομένει ακόμα. Με χτύπησε σήμερα, τόσο απροσδόκητα, η συνειδητοποίηση του πόσο λίγο απέμεινε μέχρι το τέλος, του πόσο πολύ πέρασε από την αρχή και κυρίως του πόσο γρήγορη ήταν η πορεία. Εν ριπή οφθαλμού κύλησαν τόσα χρόνια -  κύλησαν όμορφα - και δε θα επαναληφθούν ποτέ.
Έτρεξα αργότερα, μέσα στην κατσουφιά, στα Ποιήματα της Δημουλά να βρω φράσεις που να δένουν με τις σκέψεις μου. Παρήγορο το ότι υπάρχουν τέτοιες φράσεις, κι ας είναι γραμμένες με άλλους σκοπούς ή αναφερόμενες σε πράματα διαφορετικά από αυτά που σκέφτομαι εγώ διαβάζοντάς τες.

Τώρα δε θέλω σινεμάδες, μόνιμο χαρακτηριστικό μου η αμφιθυμία. Θα κάτσω να αποβλακωθώ βλέποντας τηλεόραση (τόσο καιρό έχω να ανοίξω την τηλεόραση!) μπας και ξεχαστώ. Έτσι θα θυμηθώ κι αυτά τα Κυριακάτικα απογεύματα, μικρή, που χασομερούσα με ανοιχτή τη συσκευή μόνο και μόνο γιατί μ'άρεσε να κάνω τα μαθήματά μου ακούγοντας τις φωνές των ανόητων παρουσιών και παρουσιαστών, κι ας μη με ενδιέφεραν οι εκπομπές. Είναι μάλλον αποτέλεσμα της συνειδητοποίησης αυτή η νοσταλγία που με κάνει τελευταία να δρω παρορμητικά και μετά να χτυπώ το κεφάλι μου στον τοίχο. 
Αλλά τέλος πάντων είναι ωραίο να ανατρέχεις στις αναμνήσεις, να εξερευνείς τα πεπραγμένα, να συγκρίνεις και να εξηγείς, να ταξινομείς και να αναπολείς, να αποφεύγεις (όπως απέφευγες και τότε) ή να αντιμετωπίζεις καταστάσεις. Και νιώθω ότι είναι ωραίο κυρίως γιατί αντιλαμβάνεσαι έτσι την προοπτική και την ύπαρξη του παρόντος και τη δυνατότητα του μέλλοντος.

6.4.11

Ποιος φόβος

...Και δε συνεννοούμαστε. Εσύ στο δικό σου κόσμο κι εγώ στο δικό μου, έχουμε κατανοήσει την ύπαρξη της διαχωριστικής γραμμής τόσο που δε μπαίνουμε καν στον κόπο να την προσπεράσουμε. Πλέον δε βρίσκω παρηγοριά ούτε καν στο να ερευνώ τα γιατί, με κούρασαν και άλλωστε ποτέ δε θυμάμαι να με βοήθησαν στην απόδοση ελαφρυντικών. Άραγε το μόνο που  μετρά στην τελική είναι το αποτέλεσμα, ο φαινότυπος, κι ας μην είναι καθοριστικός της ταυτότητας; Επιμένω στην ιδέα ότι τα σημερινοχτεσινά με ξενίζουν γιατί εγώ ξέρω μόνο τα κρυμμένα, αυτά που αγνοούν εκείνοι που δεν έφτασαν στο παραπέρα επίπεδο ανάγνωσης. Νομίζω ότι εγώ ποτέ δεν πέρασα από το πρώτο επίπεδο, εγώ έπεσα κατευθείαν, με τα μούτρα, στα βαθιά. Γι'αυτό αρνούμαι να πιστέψω ότι τόσο καιρό ήμουν μέσα σε μια φούσκα, κεκλεισμένων των θυρών, και τώρα βλέπω τον έξω κόσμο όπως πραγματικά είναι. Αρνούμαι απλούστατα γιατί δεν ισχύει, γιατί πάντα ήταν αλλιώς.
Τουλάχιστον συνεννοούμαστε ως προς ένα, το χρόνο, παρά τη συστολή και τη διαστολή του κατά καιρούς. Κάτι είναι κι αυτό και μάλιστα αναλλοίωτο, μια σταθερά, μια σημαδούρα, ξέρεις ότι και να γίνει ο χρόνος θα περάσει. Θα περάσει κι όλα θα φτιάξουν μετά την πρώτη σου επίσκεψη ύστερα από τόσους μήνες στο μπάνιο του Αλμοδόβαρ και στο δρόμο με τα Μενεξεδένια φώτα.



2.4.11

Η προσμονή στο άπειρο

Τελικά γράφω στο μπλογκ κάθε φορά που βρίσκομαι μεταξύ αίσθησης κι αναισθησίας, στο στάδιο πριν την απόφαση: τα παρατώ όλα; Ποτέ δεν τα παρατώ τελικά, ούτε αυτά ούτε τα άλλα. Είμαι στην κουζίνα και κρυώνω γιατί όλα τα παράθυρα είναι ανοιχτά για να αεριστεί το σπίτι. Μισή ώρα τα έχουμε αφήσει πια, το σπίτι των ανέμων, και κανείς δεν τα κλείνει.
Η μαμά της Νατασούς κρεβατωμένη με γαστρεντερίτιδα, στο σπίτι τους πανικός. Άκυρο το σημερινό; Μπορεί, λέει. "Φοβάμαι μην κολλήσετε και μετά αν αρρωστήσετε το διάβασμά σας θα πάει πίσω". Ε, ρε φοβίες που αποκτά κανείς στην 3η Λυκείου τους, φοβάται τα μικρόβια γιατί δε θα προλάβει την ύλη. Και η χειρότερη φοβία είναι (και αυτό ισχύει και για εμάς, του ανθελληνικού συστήματος) ότι τώρα ανθίζουν τα λουλούδια, τώρα μπήκε η άνοιξη. Στη βεράντα μας περάσαμε μία ολόκληρη μέρα κλαδεύοντας και όλα τα φυτά μοιάζουν κουτσουρεμένα σε σύγκριση με τις παλιές δόξες. Τώρα κανείς δεν τα επευφημεί βλέποντάς τα από απέναντι, απ'τη στάση του λεωφορείου. Καλύτερα ίσως, έτσι θα αποφύγουμε το μάτιασμα.
Δε διαβάζω ενώ θα έπρεπε. Μα φυσικά, ενώ δε θα έπρεπε, να σου οι πολύωρες βιντεοκλήσεις και οι αναρτήσεις στη μπλογκόσφαιρα και οι ωραίες δραστηριότητες, ταραμπαμπαμ. Και τελειώνουν οι μέρες, και για αυτά και για τα άλλα, και τελειώνει η αναμονή. Και δε βλέπω καλά ξεμπερδέματα, καθόλου ανθοφορία (σε αντίθεση με τα λουλούδια της βεράντας που σιγά-σιγά θα αρχίσουν να σκάνε), και μόνο το όνειρο της Σκιάς τριγυρίζει στο μυαλό μου, το ακούω και το ξανακούω (όπως και όλον το δίσκο) για να ξεκινήσω τη μέρα μου και με γοητεύει. Ίσως να οφείλεται σε αυτή τη σκοτεινή διάθεση του Θανάση, ή στο γεγονός ότι κάθε πρωί ψιχαλίζει και, έτσι όπως κοιτώ έξω απ'το παράθυρο, μπορώ να βλέπω τη "Βροχή από Κάτω".

Λοιπόν, αποχωρώ για να διαγωνιστώ στο σχολείο όπου ο "καθαρός στόχος" μαθητών και εκπαιδευτικών διακρίνεται ακόμα και από τις βρύσες της τουαλέτας. Και όλο σκέφτομαι ότι γαμώ τους στόχους (ειδικά αυτούς που αυτοί οι βουρλισμένοι προασπίζουν), ότι εγώ προτιμώ το ασυντέλεστο της άνοιξης, της εφηβείας, της πραγματικότητας. Αυτήν την ροπή προς κάτι που δεν προσδιορίζεται.

16.3.11

Μαριλένα (;)

Τα έργα της (ζωγραφισμένα πίσω από αφίσες και διαφημιστικά ή σε χαρτιά Α4) τα βρήκαμε στα σκουπίδια τσαλακωμένα, μερικά σκισμένα εδώ κι εκεί. Τα περισσότερα είναι πορτρέτα γυναικών, κυρίως εγκύων, εκτός από ένα στο οποίο εικονίζεται ένα άφυλο ον  που φέρνει λίγο του Γκόλουμ. Είναι και ένα άλλο ιδιαίτερο θεματικά: δείχνει δύο χέρια κομμένα, γεμάτα αίματα. Φαίνεται αυτό ήταν το πιο πρόσφατο έργο της γιατί η μπογιά του όταν το πρωτοείδαμε δεν είχε καν στεγνώσει.
Αναζητώντας ταυτότητες και εξηγήσεις κοιτάξαμε μία μία τις ζωγραφιές της, και βρήκαμε την υπογραφή της στη γωνία ενός σκίτσου. Μαριλένα. Ή και όχι, ποτέ δε θα μάθουμε. Γιατί όμως να πετάξει έργα της, γιατί γιατί γιατί. Όντως ήταν παρορμητικά ζωγραφισμένα, δεν υπήρχε προσχέδιο, η μπογιά δεν απλωνόταν επιμελώς, τα περισσότερα είναι ημιτελή κι όλα συναισθηματικά φορτισμένα και πολύ τρελά.
Μα δε μας νοιάζει η ψυχαναλυτική αιτία, μας ενδιαφέρει το συναίσθημα. Μερικά θυμίζουν το "The Scream" του Munch, ίσως λόγω του ότι εκφράζουν (συν)αισθήματα και αρκετή βία. Κάτι σαν τη Sarah Kane που έλεγε ότι επιδίωκε να "sensitise people to violence", αν και η "Μαριλένα" φαίνεται ότι ζωγράφιζε (και μάλιστα έτσι) για τον εαυτό της. "I'll introduce realism" γράφει δίπλα από το Γκόλουμ της, ή "pay for existence" στον πίνακα όπου παρουσιάζεται η σκηνή μιας γέννας. Αφαιρετικές ζωγραφιές, καφέ, μαύρα και γκρι χρώματα, πότε-πότε συνδυασμένα με κόκκινο, πράσινο, κίτρινο ή μπλε. Βασικά, αντιθετικά, πρωτόγονα.
Και πόσο παράξενο που είναι τώρα τόσο κοντά μας μα δε θα τη γνωρίσουμε ποτέ...

8.3.11

Λέξεις (Γ)

Είχα καιρό να καταπιαστώ με τις λέξεις αυτές καθεαυτές. Κουράστηκα να διαβάζω κοσμοπολίτες και είπα να επιστρέψω στους αγαπημένους μενεξεδένιους, ίσα-ίσα για να μεταφέρω εδώ τα λόγια τους, τις συλλαβές που ένωσαν για να μιλήσουν για τις λέξεις.
"Είναι κάποιες λέξεις πού έχουν αποχτήσει, λες, αυθύπαρχτη προσωπικότητα, κι'αντίς να ερμηνεύουν ένα νόημα, ξεσκεπάζουν μια αιτία.[...] Σαν και να μην ήταν η σκέψη που έκανε τη λέξη, παρά η λέξη να γέννησε το στοχασμό".
Άλλα λόγια ν'αγαπιόμαστε! Από το τίποτα το κάτι - ωωω, ανθισμένες κερασιές (προς το παρόν μόνο στα πρόχειρα τετράδια).


7.3.11

Cerf-volant, volant au vent

Καθαρά Δευτέρα, βροχή και κρύο. Ο διαχειριστής της πολυκατοικίας εδεήθη να ανάψει τα καλοριφέρ μα το παράκανε, κι έτσι ενώ πριν τουρτουρίζαμε σε λίγο θα χρειαστεί να κατεβάσουμε τα καλοκαιρινά απ'το πατάρι. Σκοτεινά έξω (κατεβασμένη κι η τέντα για να μην κακοπάθουν τα φυτά, μπίνγκο) και με ανοιχτή τη μισοχαλασμένη λάμπα του κρεβατιού διάβαζα Eroica φτου ξανά κι απ'την αρχή. Μετά το υπέροχο μάθημα του Σαββάτου άρχισα να αναθεωρώ την άποψή μου σχετικά με την πολυπλοκότητα του Πολίτη. Η Μόνικα έβγαλε την περικεφαλαία του Αλέκου, ο οποίος αργότερα μέθυσε πίνοντας σαμπάνια και κοιτάζοντας τ'αστέρια. "Το σκέφθηκες ποτέ σου Γκαετάνο; Τα όνειρα λες νάναι μιά εικόνα της ζωής - ή μήπως πλάθομε όπως - όπως τη ζωή μας πάνω στα όνειρά μας;..." Επανέρχεται ο Σέξπιρ, "we are such stuff as dreams are made on; and our little life is rounded with a sleep"... Η αρμονία - "νιώθαμε στον αέρα κάτι σαν το φτερούγισμα χαρταετού ή όπως όταν κορωνίζει τεζάροντας το σπάγγο".
Είπα κάποια στιγμή να σταματήσω και κάπως άρχισα να θυμάμαι τις πρώτες θεατρικές μου παραστάσεις. Είχαμε διανθίσει μία από αυτές, την αγαπημένη μου, με τραγούδια του Χατζιδάκι και του Θοδωράκη κι έτσι είχε αποκτήσει υπόσταση ονειρική. Τότε έπαιζε η ασύγκριτη Στελλίνα το "Φεγγάρι" του Λόρκα κι όταν τέλειωνε τον μονόλογό της την ξεπροβοδούσαμε ομαδικώς τραγουδώντας "Χάρτινο το Φεγγαράκι" - κάτι σαν διάλογος μεταξύ θεάτρου και μουσικής.
Με τούτα και με κείνα σκέφτηκα τον Gil, τον διευθυντή της χορωδίας και δάσκαλο μουσικής του σχολείου. Τον αντιπαθούσαμε όλοι, κυρίως γιατί επέμενε να μας βάζει να μαθαίνουμε πράγματα για τον Μότσαρτ και τον Μπαχ και τον Στράους και δε συμμαζεύεται. Μας φώναζε πολύ - πάντα με το γαλλικό αξάν bien sur - κι έτσι πάντα μπροστά του στεκόμασταν σούζα. Όταν φτάσαμε Τετάρτη Δημοτικού μπορούσαμε πια να μπούμε στη χορωδία, αφού περάσουμε εξετάσεις, δύο στάδια: πρώτα τραγουδούσε αυτός μία σειρά νότες κι έπρεπε να την επαναλάβουμε αυτούσια. Άμα το καταφέρναμε μας έβαζε να απαγγείλουμε ρυθμικά "αρνά-κιά-σπροκαι-παχύ-τηςμά-ναςτου-καμά-ρι". Ποτέ δεν κατανόησα την αξία του του δεύτερου σταδίου, μα τέλος πάντων ήμουν η μόνη από την τάξη που πέρασε  (ίσως γιατί μόνο τρία άτομα τολμήσαμε να εξεταστούμε) και το είχα θεωρήσει σπουδαίο κατόρθωμα. Ο Gil την έδεσε τη χορωδία, να σου οι διφωνίες και τα αβανταδόρικα τραγούδια σε τρεις γλώσσες για φιγούρα, να σου και οι συναυλίες από δω κι εκεί. Θυμάμαι τον ενθουσιασμό μας όταν παρουσιάζαμε το chanson de gamins από την Carmen και βροντούσαμε τα πόδια - une deux marquant le pas! Τέλος πάντων, είχαμε πει ένα φεγγάρι ορισμένα τραγούδια  από το "Les Choristes" του Bruno Coulais. Πόσο την αγαπώ αυτήν την ταινία! Έτσι για το γαμώτο έβαλα να τη δω για 14η φορά και, παρότι είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι δε θα ξανακλάψω, στο τέλος το δάκρυ έτρεχε κορόμηλο. Αχ, ο Pepinot, ειδικά ο Pepinot!
Όλα κάπως έδεσαν έτσι: ο Πολίτης, ο Χατζιδάκις, ο Bizet, ο Bruno Coulais...Και σκέφτομαι - δεν ξέρω αν οφείλεται στο ότι σήμερα καιρού επιτρέποντος ο κόσμος θα πετούσε χαρταετούς - ότι η αρμονία στην Eroica σχετίζεται κάπως με τα cerf-volants, στη σφαίρα των ονείρων.

1.3.11

Ντιν νταν ντον

 
Τελευταία ονειρεύομαι καλοκαίρι και (επειδή το καλοκαίρι είναι άρρηκτα συνδεδεμένο και με το Πήλιο) πολύ θα ήθελα να είχα σήμερα ξυπνήσει κατασκηνωτικά, και να είχα αντικρίσει  το θέαμα της φωτογραφίας. Βέβαια στα πλαίσια της κατασκήνωσης η εικόνα αυτή μάλλον θα με εκνεύριζε, θα φώναζα "ποια άφησε ξανά τα πράγματά της έξω;" και τα κοριτσάκια θα έτρεχαν να μαζέψουν τις πετσέτες και τα μαγιώ τους. Κράτσα κρούτσα η κουκέτα γκλινγκ και γκλονγκ τα παραπέτα. Πως πράγματα που αργότερα φαντάζουν τιποτένια μπορούν κάποια δεδομένη στιγμή να θεωρούνται τόσο σημαντικά! Στο Πήλιο είκοσι-δύο μέρες η ζωή μας στροβιλίζεται γύρω από το αν στην Ευαγγελία τέλειωσαν τα καθαρά βρακάκια και πρέπει να τη βοηθήσουμε να πλύνει τα βρώμικα, ή αν η Χριστίνα έχει ξανά ψείρες και πρέπει να την ψεκάσουμε με paraplus, ή  αν θα καταφέρει η Ειρήνη που δεν ξέρει Ελληνικά να μάθει το τραγούδι της σκηνής. Κοινώς το έργο μας σημαντικό, αλλά οι έγνοιες μας όχι ιδιαίτερες. Σπλατς και μπλουμ και άου βάου μπίρι μπίρι κουκουβάου.
Ξέγνοιαστο καλοκαίρι πλησιάζει και οι μάρτες που μας έφερε η Σία ήταν μία περίτρανη απόδειξη. Ένιωσα όλο το good luck που μου υποσχέθηκε όταν μου φόρεσε το βραχιολάκι να με διαπερνά, όμως ο καιρός δεν αντικατόπτριζε την ευφορία μου ούτε στο ελάχιστο. Μια μουντάδα, μια καταχνιά, η Νατάλια το χαρακτήρισε "i'm too bored to rain" και το πέτυχε διάνα. Χτες στο σπίτι βαρούσαν ακατάπαυστα καμπανάκια γιατί, ως καθώς πρέπει Χιώτες, έπρεπε να τιμήσουμε τα τοπικά έθιμα που υπαγορεύουν  την κρούση καμπανακίων την 1η του Μάρτη για τον εξορκισμό των κακών πνευμάτων. Λοιπόν, τώρα, που δε μας βρίσκεται κακό πνεύμα ούτε για δείγμα, σας εύχομαι καλό μήνα! Και σίγουρα θα είναι καλός γιατί μας ταξιδεύει πιο κοντά στα ξέγνοιαστα, τα Πηλιορείτικα και (φυσικά!) τα ακόμα ωραιότερα!

26.2.11

Μετέωρα κι οριστικά

Έχω κουραστεί, έχω βαρεθεί, δεν αντέχω άλλο τη ρουτίνα. Είμαι αρκετά καταναγκαστική ώστε γενικά να τη βρίσκω απαραίτητη για την υγεία μου αλλά αυτή η συγκεκριμένη ρουτίνα, αυτή η ατέλειωτη διαδικασία, με βαραίνει - έχω κουραστεί, έχω βαρεθεί και κυρίως δεν αντέχω άλλο. Περιμένω το αδύνατο, ένα πολύ συγκεκριμένο αδύνατο, και νιώθω ακόμη χειρότερα ακριβώς γιατί ξέρω ότι δε θα γίνει ποτέ. Ιδού: σχολείο, ύπνος, αδιάφορο διάβασμα, ύστερα επιτέλους η βιντεοκλήση -  "έχω εργασία", "πάω να φάω", "φεύγω για μάθημα", "α, είσαι καλά;" -, μετά ξανά ύπνος. Επόμενη μέρα. Κάποτε πάω κανένα σινεμά, συχνότερα διαβάζω κάτι ενδιαφέρον και ενθουσιάζομαι. Αύριο σκέφτομαι να πάω θέατρο (τώρα πια δεν είμαι εγώ η ηθοποιός και μπορώ δικαιωματικά και ευχαρίστως να απολαύσω τις Ακτίδες).
Πόσοι μήνες ακόμα, πόσες μέρες; Υποσχέθηκες ότι θα φτάσει γρήγορα ο καιρός μα έχουν περάσει μόνο εφτά βδομάδες και απομένουν άπειρες, μοιάζουν ever increasing. Η Γκ. είπε ότι είμαστε στην τελική ευθεία μα εγώ νιώθω ότι προχωρώ σε μια ατέλειωτη ευθεία. Λέγαμε την ωραία Τσικνοπέμπτη με τον Bruce ότι ο δρόμος δεν τελειώνει, ότι το τέλος είναι η θάλασσα: "it's always ourselves we find in the sea", που λέει κι ο Cummings. Το πιστεύουμε κι εμείς, οπότε το εντάξαμε πατ-κιουτ στο dada σκηνικό μας, το οποίο θα προβάλλεται στις αίθουσες προσεχώς.
Ο μόνος δρόμος είναι ο δρόμος. Εσύ το είπες λίγο διαφορετικά και κάθε φορά που σκέφτομαι τη δική σου εκδοχή χαμογελάω και μετά ανατρέχω στο πρώτο σου διήγημα και στεναχωριέμαι γιατί καιρό έχεις να μου γράψεις έτσι, από το Νοέμβριο. Τέλος πάντων, μπορεί όλα να είναι δρόμος, αλλά ο συγκεκριμένος είναι ατέλειωτος. Ποιο Μεξικό, ποιο Κατμαντού, εγώ είμαι αποκλεισμένη εδώ, ούτε σπιθαμή παραπέρα. Μαθαίνω απ'έξω αναρτήσεις και Σεπτεμβριανά γράμματα, μουρμουρίζω τα τραγούδια που βρίσκω πότε πότε στο e-mail μου και μαθαίνω για τις ευρέως γνωστές Διάνοιες όχι τόσο γιατί με ενδιαφέρει (αν και συνεχώς με εντυπωσιάζει η άγνοιά μου για τον κόσμο), μα κυρίως για να βρω τη δική μας χρυσή τομή κι ας πιστεύεις εσύ ότι βρίσκεται κάπου αλλού, στα κεκτημένα ή ξέρω γω στα κάπως αμεσότερα. Φυσικά πάντα μέσα στην αδιατάρακτη ρουτίνα, γιατί η ρουτίνα είναι το παν - η ρουτίνα είναι ο δρόμος και θα είναι για καιρό ακόμα. Υπομονή.

22.2.11

Don't let it be forgot

"Υπομονετικά σιγόψελναν οι τσίγκοι, ακολουθίες νυσταγμένες σ'ερημοκκλήσια του βουνού, κι ο γύρω κόσμος στένευε, στένευε στον μικρό τούτο χώρο από τρεις τοίχους και μιά μάντρα, που τον τριγυρίζει τ'ανάερο όνειρο του νερού". Αυτά τα νέα της Μενεξέδιας Πολιτείας, Κεφάλαιο Δέκατο.
Εγώ έχω να βγω από το σπίτι δύο μέρες και δεν ξέρω τι γίνεται στον έξω κόσμο. Μία νοσταλγία με έχει πιάσει από χτες κι όλο σκαρφίζομαι μαγικά για να γυρίσω στο Camelot.


17.2.11

Φεγγαράκι μου λαμπρό

Mesecina mesecina, το σεληνόφως στη ζωή μου: το γούρι πριν από κάθε παράσταση κι η ευτυχία μετά. Πάνω στην Στρογγυλή Τράπεζα όπου οι ιππότες τραγουδούν κι ο Αρθούρος συναντά το συνεχιστή του (υπό αυτήν την ιδιαίτερη έννοια της επιβίωσης μέσω της λογο-τεχνίας), εδώ και τρία βράδια χορεύουμε υμνώντας τα νυχτερινό φως - there is sunlight during night. Στην αρχή ήμασταν τέσσερις - παραλλάσσουμε τον Κουστουρίτσα - μα τώρα γινόμαστε περισσότεροι, κάθε φορά ένας παραπάνω, behind the curtain nothing lies certain, no nothing at all.
Mesecina το Σάββατο, γυρνώντας από την ταβέρνα όπου η φιλενάδα εξ Αμερικής άρχισε να κάνει παρέα με το κρασί, καθόμουν στη μπροστινή θέση του ταξί και σε πλήρη θέα είχα το φεγγάρι. Ήθελα να το δείξω στη Μαιρού μα δεν το έκανα γιατί μια γλυκιά κούραση με είχε ζαβλακώσει. Ήταν όμορφο μισοφέγγαρο, κρυβόταν πίσω από τις πολυκατοικίες κι έπειτα εμφανιζόταν απρόσμενα, εκτυφλωτικά. Το φεγγάρι μου φαίνεται πιο γοητευτικό όταν είναι μισό παρά όταν γεμίζει και τόσο ομορφότερο όταν το βλέπω από τα Κάστρα παρά από οπουδήποτε αλλού. Μα είναι γνωστό, the years disappear between somewhere and nowhere. Κι έτσι ήταν αυτή η όψη του φεγγαριού από το παρμπριζ ενδιαφέρουσα, το κερασάκι στην τούρτα του σιροπιαστού Σαββάτου.

Η Ανδρομέδα, διάβασα, είναι το μακρυνότερο ουράνιο αντικείμενο που γίνεται αντιληπτό με γυμνό μάτι. Είναι, λέει, γαλαξίας, σαν τον δικό μας. Κι εκεί, στον Νεφελοειδή της Ανδρομέδας πίνουν τσίπουρο και τρων λακέρδα. Αντίθετα, ο παππούς από εδώ και πέρα θα πίνει σκέτο τσίπουρο γιατί άρχισε ανάλατη δίετα, με όσο το δυνατόν λιγότερα saturated (ή polyunsaturated trans) fatty acids.

Ευτυχώς υπάρχει mesecina, με χίλιες δυο εικόνες στο μυαλό.

12.2.11

Κανένας δεν ξέρει

Κάτι μου φταίει και δεν ξέρω τι. Όλα είναι υπέροχα μα υπάρχει πάντα κατιτίς διαβρωτικό. Θρίαμβος η χτεσινή παράσταση, το είπαν αρκετοί το νιώσαμε κι εμείς, μα κάποιος δεν την είδε, όπως δε θα δει και τις επόμενες πέντε. Πάει. Όχι για κανέναν άλλο λόγο πέρα από το ότι εφόσον το θέατρο πρόκειται για τέχνη χωρίς μνήμη, είναι αδύνατο να αισθανθεί ο σημερινός θεατής τη μαγεία της χθεσινής παράστασης (ή αντίστοιχα ο αυριανός της σημερινής). Επίσης είναι αδύνατο να εξηγηθεί μία αίσθηση με λόγια: τα λόγια πάσχουν και ποτέ δεν υπάρχουν λέξεις κατάλληλες να αποδώσουν τα βιωμένα - τα εκτυφλωτικά φώτα, τις φωνές στα παρασκήνια, τις σκηνοθετημένες δράσεις που ο ηθοποιός (εντός εισαγωγικών) εκτελεί πια με τρόπο φυσικό, χωρίς να σκέφτεται.

Το βράδυ, αφού ξεβάφτηκα, έβαλα ενυδατική γιατί ένιωθα ότι το foundation είχε διαπεράσει την επιδερμίδα μου. Τι ενυδατική ήταν αυτή που με έκαψε αφού την απλώσα, δεν ξέρω. Επίσης δεν ξέρω τι αποτελέσματα είχε (κακά τα ψέματα, τίποτα ορατό) μα ούτε τι αποτελέσματα περίμενα εξ αρχής. Θρίαμβος η χτεσινή παράσταση, αλλά για να χτενίσω το ξυσμένο μαλλί και να ξεβάψω τα μάτια και τη βάση χρειάστηκα μία ώρα.

Κάτι μου φταίει και αντιτίθεμαι στην αγαπημένη, ταιριαστή μου κατά τα άλλα Morgan. "I have all I want of life" λέει αυτή, ενώ εγώ θελω πάντα κάτι παραπάνω, κάτι άπιαστο, κάτι μάλλον ουτοπικό.

Έκλαψα σήμερα όταν έμεινα μόνη, χωρίς λόγο. Απλώς επειδή συνειδητοποίησα, ή για να είμαι ακριβής διαισθάνθηκα. Τώρα συνειδητοποιώ. Τι; Α, το ρήμα παραμένει αμετάβατο, μετέωρο, ακριβώς για να είναι ενδεικτικό της κατάστασης αυτής της τόσο ειδικής που δεν ξέρω αν αυτά που γράφω και νιώθω γίνονται αντιληπτά και προβληματίζουν εξίσου αυτούς που πρέπει, τους παρονταπόντες, τους εδωεκεί.

 

8.2.11

Riverbank

Η Βιργινία γράφει και ταξιδεύει, ταξιδεύει και τον αναγνώστη κατά μήκος ενός ποταμού. Το ίδιο της το έργο είναι ένας ποταμός: η αρχή του χάνεται βαθιά μέσα στην ιστορία και οι εκβολές του προεκτείνονται καθημερινά. Αναλύσαμε το κείμενό της στην τάξη και συνειδητοποίησα ότι είναι ωραία τύπισσα όσον αφορά τα συγγράματά της. Αυτός ο παραλληλισμός της σκέψης με ποτάμι, η κατασκευή ενός κειμένου που ρέει αντίστοιχα, είναι μαγκιόρικα πράματα. Για τους σκοπούς της ανάλυσης ζωγραφίσαμε κι εμείς (όπως κάθε φυσιολογικό πεντάχρονο) ποτάμια γιατί "this is an effective way to think about this text". Το ποτάμι της Δομ περιτριγύριζε μία νησίδα με φοινικόδεντρα και το δικό μου ήταν κυματώδες και γεμάτο κίτρινα ψάρια. Αν ήταν έτσι κι η σκέψη ή το ταξίδι της Βιργινίας, τότε πως θα ήταν ο κόσμος; Οι φεμινιστικές θεωρίες; Τι μπορεί να αντιπροσωπεύει ένα φοινικόδεντρο; Τα κύματα και τα κίτρινα ψάρια; Very well, Claire. Shut the window, draw the curtains.

Είμαι πεπεισμένη ότι αν οι ποταμοί μπορούσαν να τραγουδήσουν, θα έλεγαν (ακόμα κι οι ορμητικότεροι, έστω και για τις ελάχιστες στιγμές που ηρεμούν) αυτό το τραγούδι.

4.2.11

Όπου πάω κι όπου βρεθώ

Δεν ξέρω αν είναι η ανάγκη για αλλαγές που με ωθεί να σκέφτομαι τις γλυκύτερες αποδράσεις, δεν ξέρω καν αν επείγει μία τέτοια ανάγκη. Σήμερα περπατούσα κουκουλωμένη με το τεράστιο κόκκινο κασκόλ μου προς το σχολείο, πρωί-πρωί, και ξαφνικά μύρισα αυτήν την τόσο χαρακτηριστική μυρωδιά της κατασκήνωσης. Είναι μία μυρωδιά που δεν περιγράφεται εύκολα, γλυκιά και σχεδόν αποπνικτική, θυμίζει ταλκ και τιναγμένα σεντόνια, λουσμένα από το φως του ήλιου μετά τη διευθέτηση. Ίσως να φέρνει στο μυαλό μερικών φρεσκοπλυμένα ρούχα, αλλά για μένα τα φρεσκοπλυμένα ρούχα έχουν μόνο μία μυρωδιά, που πρέπει τέσσερις μήνες να περάσουν για να ξαναμυρίσω (μιας και εμείς δε χρησιμοποιούμε αυτό το μαλακτικό, μα και να το χρησιμοποιούσαμε δε θα ήταν το ίδιο). Το θέμα όμως είναι η μυρωδιά της κατασκήνωσης, του καλοκαιριού, την οποία δεν έχω συναντήσει πουθενά αλλού και ποτέ άλλοτε, παρά μόνο αυτές τις είκοσι-δύο μέρες, επί αυτά τα εφτά χρόνια.
Μπορεί, σκέφτομαι τώρα, να είναι που πλησιάζει το indoor και γνωρίζω ότι θα είναι αδύνατο κατά πάσα πιθανότητα να πάω. Η παράσταση: το θέατρο, η τέχνη. Η τέχνη πάνω απ'όλα, η τέχνη θέλει θυσίες, "'η τέχνη είναι ένα ψέμα που μας φέρνει πιο κοντά στην αλήθεια', κρίνετε αυτήν τη δήλωση σε σχέση με ένα συγκεκριμένο είδος τέχνης". Ήθελα πολύ να πάω, όχι για τα εξής συγκεκριμένα άτομα τόσο όσο για τη γενικότερη ατμόσφαιρα, για την αίσθηση της ενότητας, για την κατάσταση αυτή που όσες φορές και να τη ζήσουμε ποτέ δε θα βαρεθούμε, μα πάντα θα τραγουδάμε τα άσματα που είχαμε μάθει τότε για να την εξυψώσουμε.
Χάρηκα σήμερα. Ευτυχώς υπάρχουν οι μυρωδιές να θυμίζουν - ακόμα και οι πιο τυχαίες, σαν εκείνη ας πούμε στο σχολείο που μου θύμισε τους μακρινούς τόπους που δεν έχω επισκεφτεί ποτέ αλλά βλέπω κάθε μέρα. Τι φοβερό πράμα η μνήμη - κι ας επαινεί ο Μπρεχτ την αδυναμία της.

3.2.11

About

Είναι αποδεδειγμένο ότι θα φας τα μούτρα σου, το ξέρεις και θεωρητικά πορεύεσαι με αυτή τη γνώση περιμένοντας τη στιγμή που θα το νιώσεις. Μάλιστα το επαναλαμβάνεις σε όσους αντιπαρατίθενται στη βεβαιότητά σου - αυτοί επιμένουν να νιώθουν σίγουροι για τη δική τους άποψη, την ακριβώς αντίθετη από τη δική σου, "ω, αποκλείεται, τι λες!". Λοιπόν, μετά έρχεται η αναμενόμενη δήλωση και σχεδόν επίσημα γνωρίζεις τι μέλλει γενέσθαι. Το αστείο είναι ότι οι "σίγουροι" πάντα το παίρνουν ελαφρότερα από εσένα που μετρούσες σχεδόν τις μέρες για να ακούσεις το γεγονός. Δεν είναι τόσο αυτή καθεαυτή η κατάσταση αλλά κυρίως η διάθεση που σου προκαλεί η επιβεβαίωση, κι ας γνώριζες ότι θα σου θα νιώσεις έτσι αργά ή γρήγορα. Με έχει πιάσει τώρα αυτή η γενικότερη απαισιοδοξία περί των πάντων και έχω φτάσει στο απίστευτο αυτό σημείο, να βρίσκω τη Βιργινία ευχάριστη. Βιργινία στην ελληνική μετάφραση, γιατί στα ξένα οι μεταφράσεις μπορούν να ποικίλλουν, το δοκιμάσαμε σήμερα με μεγάλη επιτυχία για μία τεράστια γκάμα επιλογών με τα κορίτσια.

Τα θετικά της ημέρας εστιάζονται στα συμπαρομαρτούντα. Βρήκα ένα βιβλίο με 76 ποίηματα του Μπέρτολντ Μπρεχτ μεταφρασμένα από τον Πέτρο Μάρκαρη. Η Γκ. μας είχε πει ότι θα είχε ενδιαφέρον να συνομιλούσαμε μαζί του, δε θυμάμαι γιατί. Μέχρι κι αυτή την αμφισβητούμε ώρες-ώρες τελευταία, πράγμα που παλιά θα θεωρούσαμε ομαδικώς (μιλάω για τη μικρή μας κλίκα) αδιανόητο. Πάω να φάω παξιμάδια (έχουμε κάτι νόστιμα στην κουζίνα, από τα Κύθηρα), έτσι για να καταπιώ τη ματαιότητα της ημέρας. Θα βυθιστώ και στον Μπρεχτ που λέει τόσο σωστά πράματα, για να βρω κι εγώ (σαν τη Γρούσα στον "Κύκλο με την Κιμωλία") το δίκιο μου. Έτσι κι αλλιώς, τι είχαμε τι χάσαμε: αύριο η μέρα ξεκινά με Dada, συνεχίζει με reproduction και Genet, και τελειώνει με χορό σε ένα απ'τα γνωστά μας πια λημέρια, εκεί στο σπίτι της τεκίλας με τους ναργιλέδες και τα χορευτικά νούμερα της Σίας. Να ανεβαίνει το ηθικό.

30.1.11

Συλλέκτης στιγμών #3

Η χτεσινή συλλογή δική σου, αν και τίποτα το ιδιαίτερο μπροστά στο πλήθος των προηγούμενων συλλογών που έχουμε ήδη στην κατοχή μας.
Τα ψώνια στο σούπερ μάρκετ καλύπτουν τον χαμένο χρόνο (ο χρόνος χάνεται, ποτέ δεν επιστρέφει), την αργοπορία μου, και πλέον η πολυτελής σου βίλα διαθέτει και μία τιγκαρισμένη με τρόφιμα κουζίνα. Όταν πια επέστρεψα είχες επιδοθεί με ζήλο στη μαγειρική, κι έτσι οι διαθέσεις μας διέφεραν όσο κι αν ήθελες, όσο κι αν προσπάθησες να ταυτιστούν. Τέλος πάντων, εσύ έτρωγες (ήθελα να σε δω να τρως, είναι τόσο ωραία αυτά τα μικρά καθημερινά που χάνουμε εξ αιτίας του χρόνου) μα εμένα γρήγορα με πήρε ο ύπνος μέσα στα ροζ. Παρατηρούσες, λέει, την κίνηση των ώμων μου όταν ανέπνεα - αναρωτιέμαι αν αυτή ήταν η πρώτη φορά που με έβλεπες έτσι. Βέβαια, ίσως η πρώτη υπό αυτές τις αλλόκοτες συνθήκες στις οποίες έχουμε εθιστεί.
Δεν έχει λόγια η συλλογή, εικόνες μόνο. Φυσικά εικόνες δισδιάστατες, γιατί προτιμούμε φανερά τις δισδιάστατες καταστάσεις από οποιεσδήποτε άλλες. Γι'αυτό τώρα ζητώ συγγνώμη που οι στιγμές ήταν μετρημένες κι αυτό που ονόμασα συλλογή δεν ήταν τελικά παρά ελάχιστα (άχρηστα) πλάνα μαζεμένα, χωρίς καθόλου λόγια, χωρίς έργα. Ίσως θα έπρεπε να μου στείλεις κι εμένα ένα hate e-mail για την απερίσκεπτη χρήση φράσεων από το ιερό σου βιβλίο, αφού κι εγώ μετασχηματίζω κατά βούλησην τα νοήματά του για να ταιριάζουν στην περίπτωσή μου. Κάνεις όμως διακρίσεις, και σ'ευχαριστώ.
Κάπου, κάπως, σαν να νιώθω λίγο χαμένη. Σκέφτομαι μόνο ότι να, τρία Σάββατα και προχωράμε, σχεδόν ακάθεκτοι προς το τέλος, προς τον μοναδικό από τους χρόνους που δε θα καταφέρει να χαθεί.

28.1.11

Πόσο μ'αρέσει ν'ακούω τους ανθρώπους

Ο Lancelot σήμερα με διαφώτισε πρωτότυπα. Ο κόσμος του ολόκληρος, αυτό το ξέρουμε, είναι ένα πιατίνι. Το γνωρίζει κι εκείνος, και του αρέσει όσο αρέσει και σε εμάς που παρακολουθούμε εξ αποστάσεως τον ενθουσιασμό του. Λοιπόν, ο Lancelot που τα βλέπει (μάλλον το "ακούει" θα ήταν ορθότερο) όλα ως μουσική, σήμερα προσπάθησε να μου εξηγήσει ότι τα πάντα έχουν ρυθμό: ο τρόπος που μιλώ, ο τρόπος που δρω, οι φωνές των παιδιών μέσα στο λεωφορείο. Εγώ δεν είμαι "κρουστός" σαν αυτόν, δεν παίζω τους ρυθμούς στα δάχτυλα, μα όταν μου έβαλε από το κινητό του έναν ήχο - κελάηδισμα αηδονιού και άρχισε να το συνοδεύει με τυμπανοκρουσίες (το μπουφάν του μεταμορφώθηκε σε ολόκληρο σετ ντραμς) μα ειδικά αφότου μου είπε να μπω κι εγώ στο ηχητικό σύνολο με φωνητικούς αυτοσχεδιασμούς, τότε το ένιωσα: ότι εγώ κι ο Lance, το αηδόνι και το σχολικό έχουμε ρυθμό, ενίοτε τον ίδιο άλλοτε διαφορετικό - δεν έχει σημασία. Η ζωή λοιπόν ένα τραγούδι, οι πολλοί διαφορετικοί ρυθμοί που κατά καιρούς μας κυριεύουν συναθροίζονται και μπλέκονται με τους ρυθμούς των γύρω μας.

Κι αφού έχουμε όλοι ρυθμό, κοινό ρυθμό (γιατί ακόμα και οι εκ διαμέτρου αντίθετοι ρυθμοί συνδυάζονται - ο Lance αυτό το ονόμασε θαρρώ "αντιχρονισμό"), τότε γιατί εγώ να διαφέρω από τον μετανάστη από το Μαγκρέμπ; Και γιατί ο μετανάστης από το Μαγκρέμπ να διαφέρει από τον Έλληνα μετανάστη στη Γερμανία; Κι αφού ο χάρτης έχει γνωρίσει τόσες αλλαγές, κι αφού είναι γνωστό ότι δεν είμαστε απόγονοι των αρχαίων ημών προγόνων μας, πως μπορεί κάποιος να ισχυριστεί την κατοχή μίας ακέραιας εθνικής ταυτότητας; Και γιατί να μη μπορεί όποιος θέλει να απεκδυθεί την ταυτότητά του άμα τον βαραίνει; Γιατί να μη μπορεί να φορέσει μία καινούρια; Αυτό που μετράει, η ταυτότητα, είναι ένας ρυθμός - είμαστε οντότητες, ρυθμικές μονάδες. Και η συχνότητα στην οποία τραγουδώ εγώ δεν είναι μοναδική αφού μπορεί να την "πιάσει" και οποιοσδήποτε άλλος.

Επέστρεψα μόλις από μία ομιλία περί μεταναστών και μεταναστευτικού ζητήματος: το άσυλο, ο νόμος, το τείχος. Η ξανθιά φιγούρα στα αριστερά του πάνελ με αηδίασε, κυρίως όταν άρχισε να μιλάει ο Κούρδος μετανάστης - διδακτορικός φοιτητής στα "δικά μας" εδάφη, γιατί τότε ήταν που η πραγματικότητα αυτού του ανθρώπου, ο οποίος μετά από 15 χρόνια παραμονής στην Ελλάδα και δύο απεργίες πείνας παλεύει ακόμα για ένα πολιτικό άσυλο το οποίο το "κράτος μας" δε φαίνεται πρόθυμο να του παραχωρήσει, ήρθε σε πλήρη αντιδιαστολή με την πολιτική θεατρικότητα σε κάθε της έκφανση. Έχω μία βεβαιότητα ότι ο ρυθμός αυτών των πολιτικών (ή της πλειοψηφίας τους, για να μην είμαστε αφοριστικοί) είναι εγωιστικός: καλύπτει οποιονδήποτε άλλον ήχο ακούγεται γύρω, καταλήγοντας στο να χάνει τη συμφωνία του συνόλου. Και σκέφτομαι ότι αν ο κόσμος που ζούμε είναι ολόκληρος ένα τραγούδι, σίγουρα σήμερα είναι τόσο φάλτσο που θα προτιμούσα, για λίγο μόνο (άλλωστε ο υπαρξισμός έχει, κάπως, ριζώσει μέσα μου), να άλλαζα σταθμό.




24.1.11

Λέξεις (Β)

Στέλλα Άντλερ, μαθήτρια του Στανισλάφσκι, καθηγήτρια του Μάρλον Μπράντο με προλαβαίνει (όπως είπε η Μαιρού, εγώ έχω θέμα με τις λέξεις): "Οι λέξεις είναι αποτέλεσμα μόνο αυτού που έχετε δει. Είναι γελοίο να ξεστομίζετε απλώς τις λέξεις. Οι λέξεις έρχονται μόνο αφού έχετε δει. Γι'αυτό καθόλου δε βοηθάει να μελετάτε ή να απομνημονεύετε λέξεις. Κινδυνεύετε να σκοτώσετε τις ιδέες και τα αντικείμενα που πραγματεύεστε".
Έτσι κι εμείς μαθαίνουμε τώρα τα λόγια του ντουέτου μας, μετά το (αρχικό) στήσιμο. Κι ο Genet (τόσο ποιητική η επανάληψη του ήχου 'g' στο όνομά του), σπουδαίος, ρωτά άμα ο Άμλετ θα ένιωθε την ίδια απολαυστική γοητεία της αυτοκτονίας άμα δεν είχε ένα κοινό και ένα κείμενο να πει...
 

19.1.11

Probs

Οι μαθηματικές σου αϋπνίες, το πρώτο σου ξημέρωμα. Οι δικές μου άλυτες ασκήσεις στοιβαγμένες στο γραφείο μου, το πάτωμα και το κρεβάτι μα δε σε ρωτώ τίποτα κυρίως γιατί είσαι ήδη νευριασμένος, σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και αν σου πω οτιδήποτε μπορεί να εκραγείς. Ένα μήλο για 18 ώρες, κι αναρωτιέμαι αν θα σου φτάσει. Από το μυαλό μου πέρασε μόλις ένα progression  που καταγράφει πάνω-κάτω αυτό που είπα με λόγια. Πανικοβάλλομαι γιατί και χτες καθώς μαγείρευα σκεφτόμουν με ποιον τρόπο η μαγειρική μου θα γίνει πιο efficient (αγγλομαθαίνουμε) σύμφωνα με τα διάφορα που είχα παπαγαλίσει για τη βιολογία. Κι είμαι σίγουρη ότι η Μυρτιά στη Χίο τώρα θα έλεγε αγανακτισμένη το γνωστό της "ωχού", και θα τιναζόταν όρθια απ'το θυμό της.

Ο Φρεντ κάθεται στο κρεβάτι φαρδύς πλατύς, ανακατεύει τα περί τριγωνομετρίας με την ουρά του καθώς τεντώνεται και ξεφυσά πάνω στα functions. Αχ και να ήμουν ο Φρεντ! Βέβαια, θα μου υπενθυμίσεις - όπως πάντα σωστά, αν ήμουν ο Φρεντ και δεν ήμουν εγώ τα probabilities δε θα έκαναν το θαύμα. Λοιπόν με ένα probability εμείς, κι εγώ πάω (εφόσον τώρα έφυγες και ακριβώς λόγω αυτού) να τα διαβάσω, να τα μετρήσω, να τα θαυμάσω. Αμέ, είμαστε εδώ!

18.1.11

Λέξεις (A)

Αυτή η κατάσταση που ο καθείς σκέφτεται τον εαυτό του και κανείς τον εαυτό του διπλανού είναι το λιγότερο υπέροχη! Η χρήση της λέξης "υπέροχη" και του θαυμαστικού δείχνουν ενθουσιασμό, παρ'όλ'αυτά τα semantics και τα pragmatics μας υπενθυμίζουν ότι τα φαινόμενα απατούν, καθώς υπάρχει η ειρωνεία από τη μεριά του πομπού που μπορεί να γίνει αντιληπτή από το δέκτη αλλά μπορεί και όχι. Επομένως καταλήγουμε στο ότι με την ειρωνεία συνυπάρχει άρρηκτα η ανθρώπινη βλακεία (που μπορεί να αφορά τόσο τον πομπό όσο και το δέκτη).
Λοιπόν, γαμώτο. Γαμώ το. Γαμώ το πρόβλημα της διαπροσωπικής και επικοινωνίας, τα απρόσωπα (φανερά θανατηφόρα) deadlines, τα statistics, τα probabilities, τα financial math και τα sequences - που, Μαιρού και Δομνίκη, δεν έχω ακόμα αρχίσει. Επίσης γαμώ και τις λέξεις που το νόημα τους δεν αλλάζει ποτέ κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας του πομπού και του δέκτη γιατί απλά δεν έχουν πια νόημα, το χάνουν "στη μετάφραση" (κατά την ταινία της Σοφίας Κόπολα, άσχετου περιεχομένου αλλά ενδεικτικού τίτλου). Και τελικά γαμώ τις λέξεις που αντιπροσωπεύουν συναισθήματα, γιατί οι λέξεις αυτές προσπαθούν να βάλουν σε ορθολογικά καλούπια το ασυγκράτητο, το μη περιγράψιμο, το χωρίς μνήμη και άρα χωρίς επαναληψιμότητα, αίσθημα της απόλυτης πληρότητας που το εκάστοτε συναίσθημα προσφέρει.

17.1.11

Περίπατος

Ο ήλιος βρισκόταν σε τέτοια θέση ώστε η σκιά μου να προπορεύεται (εγώ την κυνηγούσα) ψηλότερη από μένα, κρατώντας όμως την ίδια σακούλα στο χέρι και φορώντας το δικό μου παλτό. Καθώς περπατούσα επί της Ανθέων, από τα κενά διαστήματα μεταξύ των πολυκατοικιών ξεπεταγόταν άτακτα το φως, σαν να το είχαν φυλακισμένο πίσω τους, σα διψασμένο να φτάσει, να αγγίξει.
Και ύστερα έφτασα απέναντι από τη θάλασσα - μας χώριζαν μόνο τα σίδερα μερικών γηπέδων και ορισμένα άσχημα κτίρια. Η θάλασσα, λοιπόν, ήταν κυματώδης, αδέσμευτη, γεμάτη πλοία μεγάλα και μεγαλύτερα. Μα δεν την κοιτούσαν οι άνθρωποι που περνούσαν δίπλα μου: ούτε οι παππούδες με την καμπούρα και τα καφετιά καπέλα, ούτε οι βιαστικοί ποδηλάτες με τα ακουστικά στ'αυτιά. Δεν την πρόσεχαν καν τα δέντρα που χόρευαν ένα χορό παράξενο (κάτι μεταξύ κλασικού μπαλέτου και βαλς), στο τέλος του οποίου έριχναν τα φύλλα τους και γέμιζαν το πεζοδρόμιο.
Στο στενό που βρέθηκα όλα γκρίζα, και το μόνο που διαφοροποιούσε το ένα κτίριο από το άλλο ήταν τα γκράφιτι ή τα συνθήματα που ήταν γραμμένα στους τοίχους του καθενός. Αν και άτεχνα, συχνά πρόκειται για μουντζούρες, μ'αρέσουν τα σχέδια στους τοίχους γιατί φωνάζουν ότι, ναι, εδώ υπάρχει ζωή. Κι η πόλη σαν ένα αεικίνητο γρανάζι γυρνά και μας παρασέρνει, κι έτσι εγώ ολοταχώς πέρασα το στενό και την πόρτα των inspot που πάνω της ήταν ζωγραφισμένο το "the wave" του Hokusai (προφανώς σε μεγέθυνση), και βρέθηκα σε μεγάλο δρόμο, άδειο από αυτοκίνητα και ανθρώπους, γεμάτο από πολυκατοικίες. Και το φόντο, καθώς περπατούσα ακάθεκτη, μία κατάφωτη συστάδα κτιρίων - αυτή που σε λίγο θα περνούσα.
Άλλωστε όλα ήταν το φως. Αυτό το φως η αξία του οποίου δεν είναι χρηστική μονάχα, αλλά και συναισθηματική. Αυτό το φως που λαμπύριζε στην άκρη των κυμάτων, και που έκανε τις πολυκατοικίες χαρούμενες και ομορφότερες απ'ότι συνήθως. Και όλα ήταν επίσης ο ουρανός (κι αυτός κομμάτι του φόντου που όλο και πλησίαζα και που θα έπαυε πια να είναι το φόντο) που ήταν καταγάλανος και, σε αντίθεση με το φως που φαίνεται σε πράγματα μικρά - στο κύμα, το κτίριο, τη σκιά μου που μου γνέφει, αυτός καταλάμβανε τα πάντα!
Μακάρι να ήμουν φωτογράφος για να μπορούσα να απαθανατίσω τις εικόνες. Όχι, μακάρι να ήμουνα ζωγράφος, για να μπορούσα να κρατήσω και τις αισθήσεις. Ή πάλι ας ήμουνα ποιήτρια, να έγραφα ένα ποίημα για το φως, για τον ουρανό και για τη θάλασσα, να κάνω τις αισθήσεις λέξεις και συναισθήματα.

*Κυριακή μεσημέρι, επιστρέφοντας σπίτι. Και το ποστ αφιερωμένο στη Μαιρού μιας και παραθέτω  κι εγώ τώρα urban thoughts, χωρίς βεβαίως να φτάνω την ομορφιά των δικών της σκέψεων και της γραφής της.

15.1.11

Συλλέκτης στιγμών #2

Φορούσες τα μουντά χρώματα που φορούν οι προγραμματιστές ή κάποιοι εξίσου παράξενοι. Αντιπαθείς αυτή τη μπλούζα λόγω της σύνδεσής της με τους τωρινούς σου τόπους, αλλά σου πάει. Φορούσες και τα γυαλιά (σπάνια, πλέον, σε βλέπω με αυτά) και με ταξίδεψες στο μέλλον και στο παρελθόν, ειδικά πίσω στο καλοκαίρι. Ίσως γιατί χαμογελούσες περίπου όπως τότε που πότιζα τα φυτά: τον Βασίλη, την Έλλη, τον Γιάννη και τη Μαρκέλλα, τη Δάφνη, τον Μάκη και τους υπόλοιπους κατοίκους της βεράντας. Όπως τότε που έφτιαχνα τοστ με πατατάκια και που βλέπαμε μια "κουλτουριάρικη" ταινία την οποία είχες βαρεθεί. Καμία σχέση όμως δεν είχε το σημερινό χαμόγελό σου με αυτό που είχες τη νύχτα εκείνη. Τότε ήταν διαφορετικά και μοναδικά, και το συγκεκριμένο "τότε" δεν έχει ξαναϋπάρξει γιατί μάλλον τέτοιες στιγμές τις ζεις μία φορά.

Ακούω "Εδώ Λιλιπούπολη" (περίπου 30 χρόνια μετά το Τρίτο Πρόγραμμα του Χατζιδάκι εγώ δηλώνω φανατική) και θυμάμαι τότε που απαιτούσες να σου πω άμα τα τραγούδια του δίσκου έχουν βαθύτερο νόημα - έτσι μόνο θα σε έπειθα να τα ακούσεις. Και, φυσικά, εγώ δεν έβρισκα κάτι να πω πέρα από τα ήδη ειπωμένα σχόλια περί των πολιτικών μηνυμάτων και της επαναστατικής διάθεσης του δίσκου και του προγράμματος εν γένει. Τα "παιδικά" μου, λοιπόν, τραγούδια δε σε είχαν τότε πείσει, μα σου είχε αρέσει το "τραγούδι της βροχής" των Portishead. Και το ονομάσαμε "της βροχής" γιατί σου θύμισε κι εσένα κι εμένα τη βροχή που πέφτει πάνω στη λαμαρίνα, εσένα εκ πείρας εμένα λόγω λογοτεχνικού ενδιαφέροντος. Και παρότι όταν μας έπιασε πραγματική βροχή εγώ φοβήθηκα, εσύ δεν ήξερες τι να κάνεις και κατεδαφίσαμε έτσι μία ρομαντική σκηνή παρμένη από ταινία, νιώθω ότι η βροχή έχει κάτι από τη μελαγχολία μας τις στιγμές που σκεφτόμαστε και γινόμαστε δυστυχισμένοι.
Γι'αυτό είμαι σίγουρη ότι για εμάς θα βρέξει, όταν βρεθούμε. Και, άκου, τα καλοκαιρινά μπουρίνια είναι τα καλύτερα! Και τότε, i dashur, θα είμαι προετιμασμένη, πάντα χωρίς ομπρέλα, πιο γεμάτη από τότε και καλύτερα από ποτέ.

11.1.11

Do it like Marcel

Dada is anarchic, nihilistic, disruptive. It mocks all established values, traditional notions of good taste, culture symbols and the death agony of materialism. Dada denies itself since "the true Dadaist is against Dada".

Σήμερα κατέβηκα στο φούρνο για να πάρω ψωμί και τυροπιτάκια φορώντας τις φουξ, πουά πιτζάμες μου. Είμαι πεπεισμένη ότι κανείς δεν το κατάλαβε, γιατί τις είχα συνδυάσει εξαιρετικά με το πράσινο κασκόλ, τις μαύρες μπότες και το χοντρό μπουφάν μου.

Περί έρωτος

Ο Ρολάν Μπαρτ δηλώνει ότι "ιστορικά φορέας του λόγου της απουσίας είναι η Γυναίκα".

Μα είναι τελικά "η συνείδηση του θανάτου που μας επιτρέπει να συνεχίσουμε να ελπίζουμε στον έρωτα". Του "θανάτου", σκέφτομαι εγώ, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Σα να εννοούμε, δηλαδή, "της απουσίας".

10.1.11

Linguistics

Πόσο άβολη είναι η λέξη 'βολικός'! Πόσο ενεργητικό είναι το ρήμα 'βαριέμαι'! Ειδικά αν σκεφτεί κανείς πως απλώνονται άμα σχεδιαστούν στο σύστημα αξόνων, το αντιλαμβάνεται εν ριπή οφθαλμού.
Τέτοια σκεπτόμενοι περνούν οι πειραγμένοι τον χρόνο τους. Δηλαδή, αυτοί (και εγώ) είμαστε ο 'κανείς' που προανέφερα. Ο κανένας και όχι ο κάποιος. Όχι une personne, αλλά personne...Η ασάφεια της ελληνικής: κανείς-κανένας, κάποιος. Και ερωτώ, παποία τώρα η σύνδεση με τους αρχαίους 'ημών' πρόγονους μας, φιλοσόφους και γλωσσομαθείς, που το πιθανότερο είναι ότι αν ήξεραν τα χάλια των επίδοξων συνεχιστών τους θα τραβούσαν τα μαλλιά τους απελπισμένα;
Άλλη σκέψη που ταλανίζει (τι ρήμα!) τον πολύβουο εγκέφαλό μου τώρα: une personne λένε η Γάλλοι. Ιδού ο φεμινισμός: το άτομο θηλυκό! Η Μητέρα Φύση, η Γυναίκα που γεννά τα άτομα, τα άτομα που είτε είναι γυναίκες είτε όχι σχετίζονται άρρηκτα με τη Γυναίκα. Θυμάμαι μια δασκάλα γαλλικών στο δημοτικό να μας λέει στο κλιτικό σύστημα κερδίζουν οι γυναίκες γιατί η θηλυκή πτώση υπερισχύει. Όχι ότι οι Ισπανοί πάνε πίσω επί των φεμινιστικών πραγμάτων βεβαίως. Αυτοί λένε el problema, το πρόβλημα αρσενικό, κατ'εξοχήν γνώρισμα του όποιου άντρα. Έτσι μου είπε ο Ρικάρδο να το θυμάμαι για να μην το κάνω ποτέ λάθος, αν και πάντα το ξεχνούσα.
Και οι Αλβανοί, σε μία υπέροχη απόδειξη του εγωισμού της ύπαρξης, διαχωρίζουν το πρώτο πρόσωπο στην κλίση ενός (ομαλού) ρηματος από το δεύτερο και το τρίτο που είναι ίδια μεταξύ τους. Δηλαδή εγώ διαφέρω από εσένα, αλλά εσύ δε διαφέρεις από αυτόν. Ή πάλι, το "εγώ" διαφορετικό του "εσύ", το "εσύ" στα μάτια μου ίδιο με το "αυτός" εφόσον πρόκειται για κάποιον πέρα από μένα.

Υπάρχει και αυτή η ιδιότυπη πλευρά, βεβαίως (και ευτυχώς)...