28.12.10

On-The-Go

Αόριστα και ά-λογα, με τούτα και με εκείνα
βρέθηκα, άγνωστο το πως, πάλι μες στην κουζίνα.
Λαίμαργα καταβρόχθισα δύο τυροπιτάκια
κι ήπια για συνοδευτικό Αμίτα με παγάκια.

Μα αντί να κάνω τη δουλειά που πρέπει να τελειώσω
τώρα το βράδυ σκέφτομαι ότι θα ξεφαντώσω.
Ωραία θα περάσουμε, δεν αντιλέγω διόλου
και ευχάριστα το διάβασμα στέλνω κατά διαόλου.
Aλλά η ιδέα της δουλειάς μού ανάβει τα λαμπάκια
και δε  μ'αφήνει να χαρώ τα δυο τυροπιτάκια
που μέσα στο στομάχι μου νιώθω να σουλατσέρνουν,
αλλά καμία έμπνευση δε βλέπω να μου φέρνουν
ούτε στο journal που ευθύς έπρεπε να τελειώσω,
ούτε σε άλλο τίποτα, να κάτσω να αποδώσω.

Έχουσα πλήρη άγνοια ρωτώ σας, τι να κάνω;

Λέω είτε απ' τον τέταρτο να πέσω, να πεθάνω
(μα τούτο απορρίπτεται παραμονές του χρόνου -
ωραίο δεν είναι άλλωστε να φεύγει(ς)  μετά πόνου)
είτε ετούτη τη στιγμή να επιχειρήσω μόνη
να βγάλω την ξινίλα μου σαν άγουρο λεμόνι
στο αγαπημένο journal μου μέχρι να το τελειώσω
κι ύστερα, συνημμένο ον, να το κατευοδώσω

και όντας πια ανέμελη, και άνευ εργασίας
να περιμένω τα έξαλλα χορευτικά της Σίας
την πρώτη μέρα της χρονιάς, την πρώτη και του μήνα
και άντε να τελειώνουμε να πάμε και στην Κίνα!

Φεγγαράδα στο παρά '10

Το είχα ξεχάσει ότι ήταν τόσο ωραία. Τελικά ήταν, είναι και θα είναι (δεν το λέω με δισταγμό) ωραία με τα κορίτσια. Όχι για την πλούσια θεματολογία μας, μα ίσως ακριβώς γι'αυτό: για το εγωιστικό της υπόθεσης, την κατάσταση παραφροσύνης που μας κυριεύει, κατά την οποία όποια προλάβει να πει πρώτη τα νέα της έχει την αποκλειστικότητά μέχρι να τη διακόψει η άλλη με τη δική της ιστορία.

Πάγωσε η μύτη μας τρέχοντας πάνω-κάτω στο κέντρο, αριστερά και δεξιά, από μαγαζί σε μαγαζί. Μικρού Μήκους, Pierrot Le Fou, Pasta Flora Darling, όλα γεμάτα. Φασκιωμένες ίσα με τα μπούνια - μπότες, γκέτες, γάντια, φουλάρια, και στο ίσιωμα χαμός. Ούτε στις τουαλέτες προλάβαμε να βαφτούμε, ούτε στο παρακμιακό kitch μαγαζί να κάτσουμε γιατί μας πρόλαβαν και κάθισαν αυτοί που δεν έπρεπε να μας δουν. Φουριόζες στο κρύο, δυο-τρεις ωραίες συναντήσεις, μία από αυτές ο Τσοπ που μας βρήκε καταφύγιο. Στο καταφύγιο, λοιπόν, που καταλήξαμε ένας τύπος έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε (και που, σου το είπα στο τηλέφωνο, ήταν πραγματικά a pathetic excuse for a performer) όλα ήταν όμορφα και πιο ζεστά. Τρεις Stella Artois γιατί δεν είχαμε λεφτά για τίποτα πιο εξεζητημένο, μα αυτές ήταν ό,τι έπρεπε - αφήνουν μία πικρή επίγευση που μ'αρέσει.
Και τελικά ήρθε το προσωπικό τζετ της αυτού μεγαλειότητός της, της αγαπημένης μου, και με έβαλαν να βρω το Ιερό πίσω από την Αγία Σοφία για να το ανταμώσουμε. Κι η μέγιστη ακυρότις της υπόθεσης; Έψαχνα την Αλεξάνδρου Σβώλου ενώ την περπατούσαμε. Τις πταίει; Το ποτό; Η συνάντησις; "Άρχισα πάλι να κάνω κεφάλι" και μου άρεσε!

Κάναμε ωραία πρόποση πριν πιούμε τις μπύρες, και με την πρόποση θα κλείσω (ως επίγευση). Είπαμε, "στις Φεγγαράδες που μας έλειψαν". Σάββατο βράδυ, μετά από καιρό. Κι αναμένω, ξανά, με ελπίδα, κι ας είχα απογοητευτεί. Ξανά, ξανά,  ξανά!

27.12.10

Νιάου

"Αυτός είναι το νιάου της;", ρώτησε η Χλόη τον Κωνσταντίνο κι αυτός γελώντας το πονηρό, παιδικό του χαμόγελο έγνεψε καταφατικά. Μόλις είχα(με) αναφέρει το όνομά σου σε μία συζήτηση που είμαι σίγουρη ότι εσύ θα έβρισκες βαρετή. Είδες; Σε τραβολογώ όπου βρίσκομαι, κι ας μη σ'αρέσει το μέρος. Λοιπόν, η Χλόη δε σε ήξερε, ζήτησε έναν προσδιορισμό της ταυτότητας του άγνωστου ατόμου που "μπήκε" στη συζήτηση απροσδόκητα, από το πουθενά. Και καταλήξαμε εκεί, το "νιάου μου". Στην αρχή δεν το κατάλαβα, κοίταξα απορημένη, μου εξήγησε: "το κατιτίς" - το παραπάνω.
Α, μα γι'αυτό νιαουρίζει η Μπόσα Νόβα. Ειρωνεία καταστάσεων, προϊδέαση! Ο συγγραφέας της ζωής μου γράφει έξυπνα, τον θαυμάζω. Τι λέω, σιγά μην υπάρχει συγγραφέας που να ήθελε να ασχοληθεί με εμένα. Εξ ορισμού βέβαια διατηρώ τις αμφιβολίες μου επί του ζητήματος αυτού, της ύπαρξης της ανώτερης οντότητας, του συγγραφέα αυτού καθεαυτού. Άλλωστε η μοιρολατρία δεν είναι του γούστου μου - εγώ κυρίαρχη του εαυτού μου (ή και όχι εγώ...). Άρα, τι; Σύμπτωση. Από τις ομορφότερες.
Ένας πρώτος αριθμός επί δύο.



25.12.10

Καφεδάκι;

Ημέρα Χριστουγέννων, ετοιμασίες για οικογενειακό τραπέζι, μυρωδιές σπάνε τη μύτη κι εγώ ήθελα για πρωινό ένα κομμάτι από την τάρτα που θα σερβίρουμε το μεσημέρι, το οποίο μου απαγόρευσαν να πάρω ρίχνοντάς με στα...μελομακάρονα. Εν πάση περιπτώσει, "χρόνια πολλά λέει ο κόσμος χρονιάρες μέρες" (φωνάζει από την κουζίνα η γιαγιά που έχει έρθει να βοηθήσει, αν και αναφέρεται σε κάτι άσχετο), χρόνια πολλά θα σας πω κι εγώ και ελπίζω να πιάσει τόπο η ευχή.

Λοιπόν, τώρα, που οι μέρες είναι γιορτινές και τα δώρα πηγαίνουν κι έρχονται, σας ερωτώ: έχετε κάτι καλύτερο να δωρίσετε στους αγαπημένους σας από ένα κινητό που κάνει τα πάντα, και (καταρρίπτοντας την κλισέ φράση που χρησιμοποιείται για να τονίσει το στοιχείο του 'αδυνατου') φτιάχνει και καφέ; Να το, σας παραθέτω εδώ το λινκ όπως μου εστάλη: το κινητό που εκτός από κλήσεις, μηνύματα και τα λοιπά αν μη τι άλλο συντηρητικά, ψήνει καφέ τεσσάρων διαφορετικών γεύσεων, έχει ενσωματωμένη ξυριστική μηχανή για να μη μένετε ποτέ ξεκρέμαστοι στις καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης που μπορεί να προκύψουν, ενώ επίσης περιλαμβάνει προτζέκτορα αλλά και φυσαρμόνικα για τις στιγμές του τσακίρ κεφιού! Επιστήμη, κύριοι, επιστήμη!

24.12.10

Λένα Πλάτωνος - Κ.Κ.

Τούτο μόνο θα πω, σύντομα και περιεκτικά, γιατί τα λόγια περιττεύουν και εξ ορισμού δε μπορούν να παρέχουν μία περιγραφή αντίστοιχη του μεγέθους ούτε της ποίησης του Καβάφη ούτε της μουσικής επένδυσης της Πλάτωνος. Ακούστε αυτόν το δίσκο. Τον περίμενα πως και πως, αγαπώ τη Λένα Πλάτωνος, κι είχα διαβάσει ότι πρόκειται για δουλειά ανατρεπτική, ροκ, διεθνούς κύρους. Μα βρέθηκα προ εκπλήξεως βάζοντας το σιντί να παίξει: το συναίσθημα που δημιουργεί απροσδιόριστο, μοναδικό.
Δε βάζω ένα από τα τραγούδια του δίσκου εδώ, γιατί ολόκληρος, συνολικά, αξίζει περισσότερο. Προσωπικά ξεχώρισα βεβαίως ορισμένα. Νομίζω ότι υπάρχει μία γενική ομοφωνία μεταξύ των ακροατών όσον αφορά το 'Περιμένοντας τους Βαρβάρους' το οποίο μένει για ώρες στο μυαλό σαν την "ποιητική ιδέα" που πηγαινοέρχεται. Διακειμενικότις, ιδού.
Και συνεχίζω να μιλώ για το τραγούδι αυτό, που όταν τελείωσε σκέφτηκα ότι έτσι όπως εγώ τώρα, νιώθει μόνο ένας παρανοϊκός. Απίστευτο δε το ότι στο τραγούδι που μιλάει για την ομάδα αυτή των ανθρώπων (ή τους ανθρώπους εκείνους) που ψάχνουν καταφύγιο προς το 'πίσω', η Λένα πειραματίζεται με τους πιο progressive ήχους. Που αλλού να βρεις ένα κομμάτι τόσο hardcore και ταυτόχρονα τέτοιου βεληνεκούς;
Ταξίδεψα στη 'Θάλασσα του πρωϊού', το επαναλαμβανόμενο μοτίβο, η εναλλαγή καταιγισμού ήχων και σιωπής, σαν τα κύματα - λύτρωση. Αγάπησα το 'Δέησις', ηλεκτρόλυση, παρά την απουσία του ηλεκτρονικού στοιχείου σε σύγκριση με τα υπόλοιπα τραγούδια. 'Η πόλις', πάντα με αφήνει με συναισθήματα ακατανόητα και νοήματα που δεν καταλαβαίνω. Στο δίσκο της Λένας, αυτό το τραγούδι έντονα χαρακτηρίζει ο θυμός και το άγχος, η προσταγή, η απαγόρευση, αισθήματα που υπογραμμίζονται από τη φωνή του Γιάννη Παλαμίδα που τόσο απίστευτα έχει ερμηνεύσει όχι μόνο αυτό αλλά όλα τα τραγούδια του δίσκου.

Τι άλλο να ιπώ; Το περίμενα καιρό και, επιτέλους, ω θαύμα!

23.12.10

Ruby Thursday

Πλέον τα κάναμε όλα. Μια μέρα κοιμηθήκαμε στις 4, μια άλλη ξυπνήσαμε στις 5. Και γράφω - παράδοξο για μένα, γνωστή υπναρού και sleep-addict - στις 5μιση το πρωί (;).

Καλημέρες στον άγνωστο κόσμο που σαν εμένα είναι ξύπνιος. Αν υπάρχει τέτοιαν ώρα τέτοιος στην μπλογκόσφαιρα. Κι αν όχι, πάλι καλημέρα! Και το επόμενο χορογραφημένο από τη Νίκη κι εμένα, εκτελεσμένο τα πρωινά κατά το σύνηθες στους διαδρόμους.

21.12.10

GRAWR

Είναι κάτι μεσημέρια Τρίτης που σε εκνευρίζουν οι άνθρωποι. Όχι, όχι οι άνθρωποι γενικά. Είναι συγκεκριμένοι που καταστρέφουν το όλον.
"Δεν ξέρω αν το να προσβάλλετε το μαθητή εντάσσεται στα πλαίσια της εκπαιδευτικής σας τακτικής, αλλά νιώθω ότι χτες ξεπεράσατε τα όρια της πίεσης που εσείς θεωρείτε σωστή εκπαιδευτικά και περάσατε στην προσβολή. Κι αυτό δεν το ανέχομαι". Θα το πω με στόμφο, το προετοιμάζω και νιώθω - ξεπατικώνοντας εκφράσεις από τη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη - μιαν "άγρια χαρά". Λοιπόν, τούτο ακριβώς, "άγρια χαρά", "ψηλώνει ο νους": εκφράσεις που περιγράφουν το συναίσθημα της Φραγκογιαννούς πριν διαπράξει φόνο. Αυτό πάω κι εγώ να κάνω. Να το θέσω με τους του Christmas Show; MASSACRE.
Βέβαια υπάρχει μια βασική διαφορά που καθιστά άλλωστε και το ζήτημά μου μείζον (χωρίς να υπονοώ το άτοπο, ότι της Φραγκογιαννούς δεν είναι): ο Παπαδιαμάντης χρησιμοποιώντας τις εκφράσεις αυτές δηλώνει ότι η Φραγκογιαννού ασχολείται με ζητήματα που ξεπερνούν την ίδια και τα ανθρώπινα όρια. Εγώ, αντίθετα, ασχολούμαι με την πραγματικότητά μου, την οποία μου καταστρέφει μία ξέμπαρκη μονάδα. Ή ένα μηδέν, τόσο ταυτόσημο του απείρου  λέει μια φίλη διάνοια. Ταιριάζει το άπειρο εδώ: άπειρη η κακία του, και δη άνευ αιτίας.

Αφιερώνω το τραγούδι τούτο με περισσή ευφράδεια, κι ας λέει ότι μου λείπει.

 

Και σταματώ να ασχολούμαι οριστικώς. 

19.12.10

Πρωινό Κυριακής

Χωρίς πολύ σκέψη και φιλοσοφία δηλώνω: το πρωί και το μεσημέρι της Κυριακής είναι jazz, blues και folk. Ακούω Barbara Dane, "I hate the capitalist system" σε βινύλιο - ανατριχιάζω. Πήρε τα άσματα του προτεσταντισμού (που στην κατασκήνωση - τι σύμπτωση! - μας μάθανε με παραποιημένους στίχους) και τα μεταμόρφωσε σε μπαλάντες της πραγματικότητας: πόνος, θάνατος, βία, ταξική αντίσταση. Και τελειώνει το πρώτο, ομώνυμο, τραγούδι του δίσκου (το οποίο συστήνω και αφιερώνω εξαιρετικά με ευχές για ένα όμορφο μεσημέρι): "well I'll tell you mister capitalist, we are going to fight, fight, fight!".

Έτσι επαναστατικά οδεύει η Madame (μπαίνω στο ρόλο, αναφέρομαι τριτοπρόσωπα στον εαυτό μου, παρανοώ) προς την εργασία της, την οποία προσπαθεί μετά κόπων και δακρύων να διαμορφώσει. Μα χάνεται στο δρόμο, στη μετάφραση και στα τραγούδια για άλλη μια φορά.

Αν και δεν καταδεικνύεται από τις Κυριακάτικες νόρμες, βάζω Nick Cave. "Weeping song", "today's lesson", "dig, Lazarus, dig!!!". Με εντυπωσίαζαν ανέκαθεν τα τρία θαυμαστικά που απαρτίζουν τον τίτλο του τελευταίου.  Γιατί, αναρωτιόμουν, τόση έμφαση; Ο Larry (έτσι αναφέρεται ο Λάζαρος χαϊδευτικά στο τραγούδι), εντάσσεται στην ίδια ακριβώς κατηγορία με την πριγκίπισσα για την οποία συζητούσα σε προηγούμενο ποστ. Πολύ σωστά διερωτάται ο Nick εμμέσως: ρωτήσανε, καλέ, τον Larry άμα θέλει; Τον θάψανε, τον ξεθάψανε - "wow, θαύμα!" είπαν οι πιστοί κι οι άπιστοι - κι έτσι άρχισε το δράμα του. Όταν είδαν οι δημοσιογράφοι ότι το θέμα πουλάει τον τύφλωσαν με τα φλας τους, τον κυνήγησαν για μία δήλωση, κι αυτός, που εκ των προτέρων δεν είχε ζητήσει ποτέ να βγει από τον τάφο, τι να κάνει;

Έχοντας πια λύσει και το θέμα του Λαζάρου, και πάντα με την προαναφερθείσα επαναστατική διάθεση να με κυριεύει, πάω πίσω στους βατράχους μου κοάζοντας σιωπηλά, "δε θέλω, δε θέλω".
Οι Χριστιανοί, διάβασα, θεωρούσαν το βάτραχο σύμβολο της ανάστασης. Εξισώνω (με την αξιομνημόνευτη μαθηματική μου ικανότητα): ο Λάζαρος είναι βάτραχος. Ο Λάζαρος είναι πριγκίπισσα. Ο βάτραχος είναι πριγκίπισσα. Και μετά σε σοκάρει το cross-dressing;

18.12.10

Κουάξ (Β)

Ο βάτραχος εν τέλει είναι πολύ ιδιαίτερο ζώο, αν και ολίγον αηδιαστικό. Ε, δε μπορεί κι η πίτα  να 'ναι ολόκληρη και ο σκύλος χορτάτος. Άλλωστε του κακόπεσε του βατράχου; Δε νομίζω. Την έφερε στην πριγκίπισσα και από τότε η μοίρα της αγνοείται: το μόνο που ξέρουμε για τη συνέχεια της ιστορίας είναι ότι "έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα". Αμφιβάλλω. Ρώτησε κανένας την κοπέλα, που από τα φρου φρου και τα αρώματα ξέμεινε με το αμφίβιο στους βάλτους, για να σιγουρευτεί ότι όντως έτσι έγιναν τα πράματα; Μπα. Οπότε προφανώς εμείς ζήσαμε καλύτερα, γιατί τουλάχιστον εμείς ούτε σε νούφαρο κατοικούμε, ούτε με κοασμούς συνεννοούμαστε.
Όλα τα παραπάνω ειπωμένα προς υπεράσπισιν της πριγκίπισσας. Γιατί αν εγώ ήμουνα βατράχι καθόλου δε θα με χαλούσε το σκηνικό. Θα πηδούσα από νούφαρο σε νούφαρο, θα κολυμπούσα, θα λιαζόμουν, θα έτρωγα ζουζούνια και θα την έβγαζα καλά. Ειδικά αν, ως "Κοάξογλου Αικατερίνη", έβρισκα κι εγώ τον "Εμμανουήλ Α. Μπακακούλη" μου, όπως συμβαίνει στην ιστορία της Μαριαννίνας Κριεζή, που στα πέντε μου δε μπορούσα να ολοκληρώσω από το κλάμα, και η οποία καταλήγει ως εξής:

Μακριά απ’ το θόρυβο της πόλης,
η Κατερίνα κι ο Μανόλης,
χτίσανε τρισευτυχισμένοι στη λίμνη την ονειρεμένη,
ένα σπιτάκι με βεράντα
και ζήσανε μαζί για πάντα

Και άντε τώρα να κάνεις εργασία. Ειδικά τώρα, που βραδιάζει.

Κουάξ (Α)

Σάββατο πρωί, με την ελπίδα ότι θα έρθει το βράδυ (που, γαμώτο, αργεί). Στις δώδεκα ξύπνησα - η όποια σχέση είχα διαμορφώσει με τα ρολόγια στο παρελθόν τώρα έχει καταστραφεί παντελώς. Με τούτα και μ'εκείνα, πάλι στην μπλογκόσφαιρα κατέληξα. Το θέμα βέβαια είναι ότι οι υποχρεώσεις τρέχουν εκτός μπλογκόσφαιρας κι εγώ αρνούμαι να τις κυνηγήσω. Χριστούγεννα, Χριστούγεννα! Silent night holy night, τραγουδισμένο σε διφωνία με τη Νατάλια στα παγκάκια του σχολείου!

Λοιπόν, επικαιρότητα (υπό καθαρά εγωιστικό πρίσμα). Τι εστί βάτραχος; Και ποιος ο λόγος που θεματοποιείται στην "Ανιαρή Ιστορία" του Τσέχοφ;
Παραθέτω άσχετο με την εργασία που θα έπρεπε τώρα να κάνω σημείο της νουβέλας. Στην τάξη το ονομάσαμε αξίωμα, αν και λίγοι το πίστεψαν. "Καμία τέχνη, καμία επιστήμη μόνη της δεν είναι σε θέση να επιδράσει με τόση δύναμη και τόσο σωστά στην ανθρώπινη ψυχή όσο η σκηνή".

17.12.10

Jean Genet


Έρευνα για τον Jean Genet, εν όψει προβών και παραστάσεων που τόσο αναμένω.

Tι ζωή! Υιοθετημένος, φυλακισμένος ουκ ολίγες φορές (κυρίως για κλοπή, πλαστογραφία και επαιτεία). Με τα γραπτά του εντυπωσίασε τον Κοκτό, ο οποίος σε συνδυασμό με τον Σαρτρ, τον Πικάσο και την καλλιτεχνική ελίτ της εποχής, πέτυχε την απόσυρση της θανατικής ποινής που είχε τεθεί εις βάρος του. Μιλώντας περί Σαρτρ, ο κύριος, στο βιβλίο του "Saint Genet" καθιστά την εξέλιση του Genet υπαρξιστική, καθώς ο δεύτερος στα έργα του μιλά για την αναγέννηση ενός ανθρώπου μετά το θάνατο της αθωότητας, εστιάζει σε εμπειρίες των εφηβικών χρόνων, γοητεύεται από το έγκλημα, την τιμωρία και την ομοφυλοφιλία μα- κυρίως - θέλει να πεθάνει ξανά και ξανά, να ανακαλύψει το παράδοξο της ζωής πριν και μετά τα διάφορα τελούμενα παραστρατήματα. Άλλωστε, γιατί όχι; Όλα εν τέλει οδηγούν στον υπαρξισμό και εδώ θα συμφωνούσε η Μαίρη!

Αυτά γράφει η wikipedia για τον Genet (και παρότι έλεγξα προσεκτικά τις πηγές και σιγουρεύτηκα για τη σχετική ορθότητα των όσων σας παραθέτω, μπορείτε να τα αμφισβητήσετε αν το κρίνετε).
Εμείς θα ανεβάσουμε τις "Δούλες", με περισσή χαρά ανακοινώνω. Αρχίσαμε πρόβες, μαθαίνουμε τους χαρακτήρες. Αναρωτιέμαι τώρα πόση μαγεία χάνει το κείμενο μεταφρασμένο στα αγγλικά...Εν πάση περιπτώσει, Claire, Solange, wut wut wut.

16.12.10

Πες μου κάτι

 Ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου ζητά να του πούμε κάτι αφόρητο, και στα αφόρητα συμπεριλαμβάνει – και διακριτικά υπογραμμίζει – την απουσία του νοήματος. Kάπως έτσι μας παίρνει από το χέρι και μας οδηγεί στο χαρούμενο μα ασυνάρτητο, “τιτατιριταρτιριτα ταριραριτιριραριρα”. Η αποθέωση του αυτοσαρκασμού! Από τη μία η ανάγκη για νόημα κι από την άλλη η κατάργησή του, συνυπάρχουν αρμονικά με μόνο διαχωριστικό μεταξύ τους λίγες νότες.
Τη συνειδητοποίηση της αυτοσαρκαστικής διάθεσης του Θανάση κατά τη συγγραφή (ή την εκτέλεση) ου τραγουδιού, διαδέχεται η ευφορία της γνώσης, της χαράς που στην ερώτηση “ρε παιδιά, τι θέλει να πει ο ποιητής;” βρέθηκε απάντηση, κι ας μην είναι εν τέλει η σωστή (γιατί στο μυαλό του δημιουργού ουδείς μπορεί να παρεισφρήσει).  Ορθώς κάποιος τώρα ρωτά ποια είναι η απάντηση αυτή. Απαντώ με δισταγμό και επιφύλαξη και λέγω, η απάντηση είναι “τιτατιριταρτιριτα ταριραριτιριραριρα” με κάθε έννοια που αυτό κουβαλά (κι είμαι σίγουρη ότι ο Marcel Duchamp και ο Tristan Tzara, o Eugene Ionesco και ο Samuel Beckett θα έβρισκαν αρκετές).

Ζητώ κι εγώ κάτι να μου πουν οι φωνές που “ξεπηδάνε” από το τραγούδι. Τι ακριβώς δεν ξέρω, αλλά τις στιγμές που νιώθω ότι “οι αδυναμίες μας φτάσανε ως τα νύχια”, τότε περιμένω το “τιτατιριταρτιριτα ταριραριτιριραριρα” σαν λύτρωση, σαν το σωτήριο χέρι που  θα με τραβήξει στην επιφάνεια (και το οποίο, αχ, προσφάτως υποδέχτηκα). Μετά έρχονται άλλες στιγμές, εκείνες που προσγειώνω τον εαυτό μου και σταματώ τις άτοπες αναλύσεις. Κι όταν νιώθω ότι θέλω η ίδια κάτι να πω, έρχονται τα "κυρίως" και τα συμπαρομαρτούντα: παράθεση σκόρπιων ιδεών.