16.12.10

Πες μου κάτι

 Ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου ζητά να του πούμε κάτι αφόρητο, και στα αφόρητα συμπεριλαμβάνει – και διακριτικά υπογραμμίζει – την απουσία του νοήματος. Kάπως έτσι μας παίρνει από το χέρι και μας οδηγεί στο χαρούμενο μα ασυνάρτητο, “τιτατιριταρτιριτα ταριραριτιριραριρα”. Η αποθέωση του αυτοσαρκασμού! Από τη μία η ανάγκη για νόημα κι από την άλλη η κατάργησή του, συνυπάρχουν αρμονικά με μόνο διαχωριστικό μεταξύ τους λίγες νότες.
Τη συνειδητοποίηση της αυτοσαρκαστικής διάθεσης του Θανάση κατά τη συγγραφή (ή την εκτέλεση) ου τραγουδιού, διαδέχεται η ευφορία της γνώσης, της χαράς που στην ερώτηση “ρε παιδιά, τι θέλει να πει ο ποιητής;” βρέθηκε απάντηση, κι ας μην είναι εν τέλει η σωστή (γιατί στο μυαλό του δημιουργού ουδείς μπορεί να παρεισφρήσει).  Ορθώς κάποιος τώρα ρωτά ποια είναι η απάντηση αυτή. Απαντώ με δισταγμό και επιφύλαξη και λέγω, η απάντηση είναι “τιτατιριταρτιριτα ταριραριτιριραριρα” με κάθε έννοια που αυτό κουβαλά (κι είμαι σίγουρη ότι ο Marcel Duchamp και ο Tristan Tzara, o Eugene Ionesco και ο Samuel Beckett θα έβρισκαν αρκετές).

Ζητώ κι εγώ κάτι να μου πουν οι φωνές που “ξεπηδάνε” από το τραγούδι. Τι ακριβώς δεν ξέρω, αλλά τις στιγμές που νιώθω ότι “οι αδυναμίες μας φτάσανε ως τα νύχια”, τότε περιμένω το “τιτατιριταρτιριτα ταριραριτιριραριρα” σαν λύτρωση, σαν το σωτήριο χέρι που  θα με τραβήξει στην επιφάνεια (και το οποίο, αχ, προσφάτως υποδέχτηκα). Μετά έρχονται άλλες στιγμές, εκείνες που προσγειώνω τον εαυτό μου και σταματώ τις άτοπες αναλύσεις. Κι όταν νιώθω ότι θέλω η ίδια κάτι να πω, έρχονται τα "κυρίως" και τα συμπαρομαρτούντα: παράθεση σκόρπιων ιδεών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου