4.12.19

Sēnsa volant. Scripta manent?

Άραγε όταν γράφεις για μια εικόνα, έναν ήχο, μια γεύση, μια μυρωδιά, μια υφή --
άραγε μπορείς μετά να τα ξεχάσεις; 

Aυτό που πραγματικά θέλω να ρωτήσω είναι --
γίνεται να ξαναφτιάξεις κάτι που δεν υπάρχει πια με λέξεις στο χαρτί;

Ανδρονίκη

Τη θυμάμαι το καλοκαίρι, μ' ένα πιρούνι στο χέρι να τηγανίζει φρέσκα μπαρμπούνια κι ύστερα, μαγειρεμένα πια, να τα περνάει από το πιάτο της στου μπαμπά μου κατά τη διάρκεια του φαγητού. Τη θυμάμαι το Πάσχα, να πλένει τα συκώτια για τη μαγειρίτσα της Ανάστασης και τα χέρια της να είναι κόκκινα απ' το αίμα. Τη θυμάμαι να έρχεται στη Θεσσαλονίκη μ' ένα χρυσοκόκκινο κουτί γεμάτο μασουράκια και μ' ένα ίδιο, δανεικό, γεμάτο με τα δικά της αλμυρά μπισκότα και μπαγιάτικα κρουασανάκια. Τη θυμάμαι να βάζει νερό από ένα κλεμμένο πλαστικό μπουκάλι για να μετράει, έλεγε, το πόσο πίνει. Θυμάμαι το ψυγείο της γεμάτο ληγμένα φαγητά και μισογεμάτα τάπερ (ο θείος μου πάντα συμβούλευε εμένα και την ξαδέλφη μου να μην καταναλώνουμε τίποτα στο πάνω σπίτι πέρα από τη συμπυκνωμένη μανταρινάδα). Θυμάμαι τη μυρωδιά της ναφθαλίνης στη ντουλάπα της μα και σε κάθε ντουλάπα που χρησιμοποιούσε. Θυμάμαι τα μαύρα της ρούχα, εν είδει πένθους για τον παππού που ποτέ δε γνώρισα ουσιαστικά, κι αυτό το άσπρο πουκάμισο με τις μαύρες ρίγες που φορούσε στις καλές περιστάσεις. Θυμάμαι τα λιγοστά αλλά πάντοτε φουσκωμένα της μαλλιά, και τη γαλάζια πετσετούλα προσώπου που έκανε ρολό και τοποθετούσε πάνω στο μαξιλάρι της για να μην της χαλάσει η κόμμωση στον ύπνο. Θυμάμαι ότι στα τελευταία της παραπονιόταν για το 'αυχενικό' της, και την υποψία μου πως αιτία του προβλήματος ήταν ότι κοιμόταν πάνω σε μια πετσετούλα τυλιγμένη ρολό (δε διαψεύστηκα ποτέ). Θυμάμαι τις ρυτίδες στο πρόσωπό της και τα ζαρωμένα χέρια της, και το πόσο ήθελα να κρύβουν ανομολόγητες εμπειρίες. Θυμάμαι το βλέμμα της, γεμάτο πάθος, και τη φωνή της, κάπως στριγκιά. Θυμάμαι τις λέξεις που χρησιμοποιούσε -κάποτε Χιώτικες, άλλοτε λόγιες, άλλοτε πάλι και τα δυο μαζί- και την εντύπωση που πάντα μου προκαλούσαν. Θυμάμαι τα όμορφα γράμματά της στα παλιά σχολικά τετράδια.  Θυμάμαι πώς χαρχάλευε τις σακούλες όπου έκρυβε τα πράγματά της όταν έμενε στο σπίτι μας με σκοπό, είμαι βέβαιη, να με ξυπνήσει αχάραγα. Θυμάμαι τους τρικούβερτους καβγάδες μας, που επιβεβαίωναν την πεποίθησή της ότι ήμουν 'σαν τη μάνα μου'. Θυμάμαι τις ψεύτικες φιλοφρονήσεις που ανταλλάσσαμε όταν βρισκόμασταν μετά από καιρό και τα ψεύτικα δάκρυα όταν χωριζόμασταν. Θυμάμαι (ή θέλω να θυμάμαι) την περηφάνια της που πέρασα 'πρώτη', έτσι της είχε κολλήσει, στην Οξφόρδη. Θυμάμαι τα σπάνια γέλια μας στη βεράντα του σπιτιού της όταν διηγούνταν ιστορίες από τα νεανικά της χρόνια (τότε, και μόνο τότε, δε με πείραζε που οι άσπρες μεταλλικές καρέκλες της βεράντας ήταν άβολες). Πάνω απ' όλα, θυμάμαι και κρατώ το πάθος της για τη ζωή, που άκουσα πως έμεινε άσβεστο μέχρι και την τελευταία της ανάσα.

29.11.19

Διακρίσεις

Δε νομίζω να υπάρχουν πολλές χώρες στον κόσμο που δημοκρατικά να ψηφίζουν κατά της κατάργησης (άρα υπέρ της νομιμοποίησης) των διακρίσεων βάσει φύλου, ταυτότητας και σεξουαλικού προσανατολισμού. Εξοργισμένη, μετέφερα την είδηση στον Γιούσουφ χτες το βράδυ. "Στην Ελλάδα δεν είναι που δεν επιτρέπονται γυναίκες σε διάφορα μέρη;", ρώτησε γελώντας. Του εξήγησα όσο πιο αμερόληπτα (όχι πολύ) μπορούσα για το Άγιον Όρος. "Αν το πω αυτό σε κάποιον, δε θα με πιστέψει", είπε εκείνος, "θα γυρίσει τη συζήτηση στη θέση των γυναικών στη Μέση Ανατολή". Απάντησα ότι, εδώ που τα λέμε, η θέση των γυναικών στη Μέση Ανατολή δεν είναι και η ιδανική. Ο Γιούσουφ έγνεψε συγκαταβατικά και συνέχισε να πλένει τα πιάτα του, ενώ εγώ πήρα το τσαγάκι μου κι ανέβηκα στο δωμάτιό μου. 
Σήμερα ξύπνησα αργοπορημένη, ντύθηκα βιαστικά και πήγα να βρω τη Νούζχα στα picket lines του University and College Union. Απεργούμε για τις εργασιακές συνθήκες των ακαδημαϊκών, τις περικοπές στις συντάξεις, και φυσικά για τις φυλετικές διακρίσεις στο πανεπιστήμιο. Της πήρα έναν καφέ έναντι απολογίας για την καθυστέρησή μου και καθίσαμε εκεί, μπροστά από τα μεσαιωνικά κτίρια και μέσα στο τσουχτερό κρύο του πρωινού, διαμαρτυρόμενες μαζί μ' ένα σωρό κόσμο για τα εργασιακά μας δικαιώματα ως εκκολαπτόμενες ακαδημαϊκοί. Σ' εκείνη όμως δε μετέφερα την είδηση. Ντράπηκα. Ίσως και να φοβήθηκα ότι θα μου έλεγε πως έτσι ακριβώς είναι τα πράγματα και στην Παλαιστίνη.

22.11.19

Χίλιες και μία λέξεις

Αποτέλεσμα εικόνας για dorothea tanning max ernst

Dorothea Tanning and Max Ernst with his sculpture, Capricorn
John Kasnetsis, (1947).

21.11.19

The true state of music is (d)Ada


Είναι γνωστό, the true state of man is dada. Τη Δευτέρα, όμως, κατάλαβα ότι the true state of music is dada, too. Το άκουσα με τα ίδια μου τ'αυτιά.

Πήγαμε με μια καινούρια φίλη, ολόφωτη, σε μία συναυλία που μας φάνηκε ιδιαίτερη. Ήταν, βλέπετε, βασισμένη στο έργο της μαθηματικού και μουσικού Ada Lovelace, μητέρας των αλγόριθμων. Μπαίνοντας στη μικρή αίθουσα όπου θα λάμβανε χώρα η συναυλία μπερδευτήκαμε. Το κοινό παράταιρο. Από τη μία, ανήσυχοι νέοι που στριφογύριζαν στις θέσεις τους σα σβούρες. Από την άλλη, ήσυχοι γέροι που περίμεναν να ακούσουν τις πρώτες νότες ακίνητοι σαν αγάλματα.

Μετά από μια σύντομη εισαγωγή, ανέβηκαν στη σκηνή οι μουσικοί. Η τραγουδίστρια, μια mezzo soprano άλλο πράγμα, ξεκίνησε να μιλάει. Τα λόγια της παράξενα, ασύνδετα - σκέψεις που έσκαγαν σαν πυροτεχνήματα. Ύστερα, ένα-ένα, τα όργανα μπήκαν στο κόλπο κι άρχισαν να τη συνοδεύουν με νότες εξίσου έκρυθμες και πύρινες, δημιουργώντας ένα παράξενο κράμα ποίησης Tristan Tzara και σύνθεσης Ιάννη Ξενάκη που, εν ολίγοις, σε τίποτα δε θύμιζε μουσική κι ας ήταν έτσι βαφτισμένο.

Στην αρχή είπα να κλείσω τ' αυτιά μου, δεν ήθελα όμως να κάνω την ομήγυρη να γελάσει με την παιδική μου αντίδραση. Ύστερα σκέφτηκα να την κάνω μ' ελαφρά πηδηματάκια αλλά φοβήθηκα ότι οι τακουνάτες μπότες μου θα έκαναν πολύ θόρυβο χτυπώντας στο παλιό ξύλινο πάτωμα της αίθουσας. Κατάλαβα ότι δεν είχα άλλη επιλογή από το ν' ακούσω τη συναυλία μέχρι τέλους.

Προσπάθησα να αφεθώ στο (κακό) συναπάντημα των ήχων, και τότε συνέβη το απίστευτο: ενώ ξεκινούσα να χωνεύω την όλη εμπειρία, είδα μια φιγούρα να αναδύεται μέσα από τις μουσικές αναθυμιάσεις. Ήταν η φιγούρα του Marcel Duchamp! Άραγε τον έβλεπαν κι οι άλλοι ακροατές ή ήμουν η μόνη; Πριν προλάβω να κοιτάξω δεξιά κι αριστερά για να τσεκάρω, ο Marcel μου μίλησε. Ναι, μου μίλησε! "Η μουσική μου", είπε, μου έκλεισε το μάτι πονηρά, κι εξαφανίστηκε τόσο απρόσμενα όσο είχε πρωτοεμφανιστεί.

Αναγνώστες (;) και φίλοι, ξέρετε σε πόση εκτίμηση έχω τον Marcel Duchamp. Προς τιμήν του, λοιπόν, τέντωσα τις κεραίες μου κι άρχισα να ακούω τη μουσική του με προσοχή. Ο δημιουργός είχε πάρει ό,τι στοιχεία είθισται να έχει ένα μουσικό κομμάτι - στίχους, ρυθμό, μελωδία - και τα είχε αντιστρέψει, ώστε το τελικό αποτέλεσμα να είναι ακατανόητο, άρρυθμο και χωρίς αρμονία. Όντας έτοιμοι να ακούσουμε μια καθώς πρέπει συναυλία, βρεθήκαμε ως κοινό αντιμέτωποι με μια φρίκη - λουκούμι για όσους, σαν εμένα, διψούν για ανατροπές! Κι η μεγαλύτερη ανατροπή ήρθε αργότερα όταν, μετά το πέρας της συναυλίας και παρακολουθώντας τις ομιλίες ακαδημαϊκών, μάθαμε ότι οι στίχοι κι η μουσική που ακούσαμε φτιάχτηκαν με τους αλγόριθμους της Ada.

In other words, αν βάλουμε έναν υπολογιστή να συνθέσει ένα κομμάτι με βάση τους πρωτότοκους αλγόριθμους, αυτός καταλήγει να γράφει τη μουσική που ποτέ δεν έγραψε μα θα μπορούσε να είχε γράψει ο Marcel Duchamp. Εξού λοιπόν κι η διαπίστωσή μου ότι η πραγματική φύση της μουσικής είναι καθόλα dada.