20.9.15

Σε αντίστοιχο πνεύμα

Εκ-λογές

Μαίνονται οι εκλογές.

Δεν πήγα ακόμη να ψηφίσω. Η σκέψη του ότι πρέπει να ντυθώ, να περπατήσω ως το σχολείο και να ρίξω μία ψήφο που, ακόμη και να προσμετρηθεί, δε θα μετρήσει, με εξοντώνει.

Η τηλεόρασή μας δεν παίζει, έχει χαλάσει (κίνηση πολιτική - ποιος είπε ότι τα αντικείμενα δεν έχουν άποψη;), μα το ραδιόφωνο μας ενημερώνει για την προέλευση των υπουργών και αμελεί επιμελώς να αναφέρει την μη-προέλευση των πολιτών. Εκλογές-πασαρέλα. Ωραίο το ραδιόφωνο, μα η έγνοια μου είναι πώς θα δούμε τα αποτελέσματα το βράδυ δίχως τηλεόραση. Και αν, λόγω ζήτησης, η πίτσα μας θα φτάσει εγκαίρως. Πρωτίστως το δεύτερο.

Άλλωστε, μάλλον, αυτό είναι που μετράει περισσότερο -το ό,τι φάμε και ό,τι πιούμε. Αφού έχει καταλυθεί κάθε ιδεολογία, κι έχει καταστραφεί κάθε κατεύθυνση που θα μπορούσε κανείς να ακολουθήσει για να βρει μία σωτηρία - ή, έστω, μία ηρεμία.

Πού στέκεσαι; Πολιτικά, στον αέρα. Κοινωνικά, στο χείλος του γκρεμού.

Goodnight, and good luck.

18.5.15

*May the 18th be with you*

Έγραψε η Chloe (που έχει γίνει το ημερολόγιό μου και κάθε μέρα του Μαΐου μού υπενθυμίζει την αέναη αλλαγή των ημερών, την αστάθεια -την ανεπάρκεια;- των μονάδων μέτρησης του χρόνου).

Την περίμενα τη 18η του μήνα. Σήμερα έχω το τελευταίο μου exam. Πέρασε ο καιρός.

Ήπια τον καφέ μου στην ολλανδική μου κούπα, έφαγα κορν φλέικς, έβαψα τα νύχια μου, έβγαλα τα ρούχα που θα φορέσω, απέφυγα να απαντήσω στα μηνύματα που μου εύχονται good luck... κοινώς, είμαι έτοιμη.

Κι αδιάβαστη.

Το μυαλό μου είναι μια δεξαμενή, κι όλα όσα έχω μάθει κυλάνε προς τον πάτο. Για να τα ανασύρω χρειάζεται προσπάθεια, και δεν έχω τη δύναμη για να το επιχειρήσω. Νιώθω σαν ένα νοητικό ερείπιο, ένα νοερό ερείπιο.

Να πάρεις ομπρέλα βγαίνοντας, μου λέει η συγκάτοικός μου. Βρέχει. Πως θα μπορούσε να μη βρέχει;! Αντανακλά τη διάθεσή σου, μου λέει η συγκατοικός μου. Ίσως.

Οι αρχές και τα τέλη -τα τέλη εποχής- με ενθουσιάζουν και με παραλύουν. Τι θα κάνω αύριο; Μεθαύριο; Παραμεθαύριο;...

Οι θεατρικές παραστάσεις (ο αγαπημένος μου Τσέχοφ, η Σάρα Κέιν) περιμένουν. Το ίδιο κι η δουλειά που έχω κανονίσει για το καλοκαίρι. Το ίδιο κι οι διακοπές με τις ιντερνάσιοναλ φίλες μου στα νάσιοναλ νησιά. Το ίδιο κι η καινούρια αρχή.

Αυτός ο ενθουσιασμός των πάντων για το γύρισμα της σελίδας, με τρομάζει. Οι κενές σελίδες, πριν γεμίσουν, είναι ο χειρότερός μου εφιάλτης. Τι να γράψω στην κενή σελίδα; Πώς; Κι αν δεν κάνω ωραία γράμματα; Επιτρέπεται το σβηστικό;

Στέκομαι και κοιτάω τη σελίδα. Την κοιτάω και περιμένω να μου πει τι θέλει να γράψω. Κι όταν το παίρνω απόφαση ότι, πάλι, όπως πάντα, δε θα μου πει τίποτα, τότε μόνο διώχνω τους εφιάλτες και πιάνω το στυλό.

16.5.15

Post-mortem

Χτες, λοιπόν, ένιωσα ότι μπήκε η άνοιξη.

Και σήμερα τραγουδούσα Edith Piaf, περνώντας κάτω από το τούνελ, κι η φωνή μου αντηχούσε.

Κι ο ήλιος ζέσταινε τις σκέψεις μου και μού έκλεινε τα μάτια, για να βλέπω μέσα στο πηχτό σκοτάδι κάτω από το άπλετο φως ό,τι επιθυμώ!

Σαν τους τρελούς στο πανηγύρι των τρελών

Τρία ποτήρια κρασί κι ένα ουίσκι αργότερα, είχα έρθει στα συγκαλά μου. Το στομάχι μου δεν πονούσε πια, μα οι ενδόμυχες σκέψεις (που συνήθως παραμένουν καταχωνιασμένες) αναδύονταν.
Ίσως αυτά τα δύο πάνε παρέα.
Κάπως με κοιτούσες, κάπως σε κοιτούσα. Κάτι μου έλεγες, κάτι σου έλεγα. Άλλα λόγια. Έτσι μόνο αγαπιόμαστε. Διαφορετικά... ποιος ξέρει;! Είμαι άλλωστε -κι εγώ, όπως κι εσύ- σπάνιος τύπος προσωπικότητας - το είπε το τεστ. Το τεστ ξέρει, μα δε μας εξηγεί!
Κι ύστερα βγήκαμε από το μπαράκι και μας έπιασε το ψιλόβροχο στο δρόμο της επιστροφής. Το μυαλό σου κινούνταν με αστραπιαίους ρυθμούς, περνώντας άτακτα από το ένα θέμα στο άλλο, κι οι σκέψεις ειπώνονταν όλο και πιο άναρθρα, λεπτό το λεπτό.
Κι εγώ, πάντα, στα συγκαλά μου - τα μέσα, έξω. Τα πάνω, κάτω.
Κι ύστερα, βρεθήκαμε στα σκαλάκια. Πάνω στα καφετιά πλακάκια, νοτισμένα από τη βροχή... Μύριζε Βερολίνο.
Κι άρχισαν οι εξηγήσεις, οι επεξηγήσεις. Ζωγραφίσαμε αυτό το μέλλον που και οι δύο βλέπουμε (αμέ, προσβλέπουμε), που δε γίνεται ποτέ παρόν.

Ξέρεις κάτι; Ίσως και να σε ερωτεύτηκα ξανά, για μια στιγμή μονάχα, καθώς η βροχή έπεφτε απαλά, και τα μάτια σου έλαμπαν, και με στριφογύριζες χαμογελώντας έξω από το Kings Cross.